Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Άρχιμ. Ἱερωνύμος Νικολόπουλος

Άρχιμ. Ἱερωνύμος ΝικολόπουλοςΝομικός - Θεολόγος

Περί των ρασοφόρων μοναχών*


1. Πρόλογος.

Ἕνα ἀπό τά πλέον ἀμφιλεγόμενα σημεῖα τῆς ὀργανώσεως τοῦ σύγχρονου μοναχικοῦ βίου εἶναι ἡ ἰδιότητα τοῦ Ρασοφόρου Μοναχοῦ. Τό κύριο ἐρώτημα σχετικά μέ τήν ἰδιότητα αὐτή εἶναι τό ἄν ἡ πρόσκτησή της ἐπιφέρει ταυτόχρονα τήν πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος καί τή συναρίθμηση τοῦ Ρασοφόρου στή χορεία τῶν Μοναχῶν, μέ ὅλες τίς συνέπειες τίς ὁποῖες τό Κανονικό καί τό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο ὁρίζουν ὅτι ἐπέρχονται στό πρόσωπό τους, ἤ ἁπλῶς τόν κατατάσσει στήν τάξη τῶν Δοκίμων Μοναχῶν.

Τό θέμα δέν εἶναι πρόσφατο· ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία τουλάχιστον ὀκτώ αἰῶνες, χωρίς νά ἔχει ἐπέλθει ὁμόφωνη συμφωνία τῶν ἐνασχολουμένων μέ τό Κανονικό ἤ τό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο. Ἡ ἀπουσία ἐξάλλου, σχετικοῦ κανόνος, ὁ ὁποῖος ρητῶς νά τάμει τό θέμα ὑπέρ τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ἀπόψεως, ἐπιτείνει τή σχετική φιλολογία, ἡ ὁποία ἔχει καταλάβει ἀρκετές σελίδες σέ σχετικά ἐγχειρίδια, συλλογές Κανόνων, ἀλλά καί ἐπιστημονικά περιοδικά.

Σκοπός τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι, μετά ἀπό σύντομη ἱστορική διερεύνηση τοῦ ὅρου, νά παρουσιάσει τά ἐπιχειρήματα καί τῶν δύο πλευρῶν καί στή συνέχεια νά ἐξαχθοῦν κάποια συμπεράσματα ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ ἰσχύοντος Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, ὥστε νά διευκολυνθεῖ ἡ νομική πρακτική καί νά διαλευκανθοῦν παραδόσεις οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν διαφορετικά τμήματα τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου στήν ἐφαρμογή ἀντιθέτων ἐν πολλοῖς μεταξύ τους ἀρχῶν
(1).



2. Ἱστορική διερεύνηση τοῦ ὅρου "Ρασοφόρος" σέ συνάρτηση μέ τίς διακρίσεις τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος(2).

Τό μόρφωμα τοῦ Ρασοφόρου εἶναι ἀπόρροια τῆς ἐξελίξεως τῶν διακρίσεων στό Μοναχικό Σχῆμα καί γιά τοῦτο, πρίν ἀναφερθοῦμε αὐτοτελῶς σέ αὐτό, κρίνεται σκόπιμο νά ἀναφερθοῦμε μέ συντομία στίς διακρίσεις τοῦ Σχήματος στήν ἱστορία τοῦ Μοναχισμοῦ. Ὁμιλώντας κανείς γιά ὀργανωμένο Μοναχισμό, ὀφείλει ἀπαραιτήτως νά ξεκινήσει ἀπό τόν Παχώμιο
(3), ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὁ πρῶτος ὀργανωτής τῆς μοναχικῆς κοινωνίας, κατά τόν τέταρτο αἰῶνα. Ἐκτός ὅμως, ἀπό ὀργανωτής εἶναι καί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παρέδωκε τό Μοναχικό Σχῆμα στήν Ἐκκλησία δεχόμενος, κατά τό βίο του, σχετική ἀποκάλυψη ἀπό Ἄγγελο.

Στούς αἰῶνες πού ἀκολούθησαν ἔως τά τέλη τοῦ ὄγδοου αἰῶνα, ὅπου σέ κείμενα ἀσκητικῆς γραμματείας ἤ σέ βίους Ἀγίων γίνεται λόγος γιά Μοναχικό Σχῆμα, νοεῖται τό ἕνα καί ἑνιαῖο Σχῆμα, ὅπως τό παρέδωκε ὁ Παχώμιος
(4). Ἡ ἀρχαιότερη μνεία τῆς διακρίσεως σέ Μικρό καί Μεγάλο Μοναχικό Σχῆμα εὑρίσκεται στή Διαθήκη τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου: "Οὐ δοίης ὅπερ λέγουσι μικρὸν σχῆμα ἔπειτα μετὰ χρόνους ἕτερον ὡς μέγα. Ἕν γὰρ τὸ σχῆμα, ὥσπερ καὶ τὸ βάπτισμα, καθὼς οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐχρήσαντο"(5). Ὅπως προκύπτει ἀπό τό ἀνωτέρω χωρίο, εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἐθιμικά μία διάκριση τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος σέ Μικρό καί Μεγάλο, τήν ὁποίαν ὅμως, ὁ Θεόδωρος Στουδίτης δέ δεχόταν ὑποστηρίζοντας τό ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος. Παρ' ὅλ' αὐτά ὅμως, ἡ διάκριση πρέπει νά εἶχε ἤδη ἐπικρατήσει στήν πράξη καί ἡ πρακτική τῆς διακρίσεως πρέπει νά ἦταν τόσο ἰσχυρή, ὥστε καί ὀ ἴδιος ὁ Θεόδωρος Στουδίτης, ὁ ὁποῖος θεωρητικῶς τήν ἀπέρριπτε, ἀναγκάσθηκε νά

τήν ἀποδεχθεῖ, ἰδίως κατά τή ρύθμιση τῶν ἐπιτιμίων. Ἔτσι, στά Ἐπιτίμιά του διαβάζουμε: "Ἐὰν μοναχὸς μεγαλόσχημος πέσῃ εἰς πάθος, ἔστω ἀκοινώνητος ἔτη πέντε· εἰ δὲ μικρόσχημος ἔτη δύο· ὁ αὐτὸς δὲ ὅρος κρατείτω καὶ ἐπὶ μοναστριῶν"
(6). Ἔτσι, ἐμμέσως καί ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἀναγκάσθηκε νά ἀποδεχθεῖ τή διάκριση, ἡ ὁποία ἐπιβλήθηκε πλέον στούς μοναχικούς κύκλους ὡς ἐθιμική πρακτική.

Ἡ πρακτική δέ αὐτή ἦταν καί εἶναι τόσο ἰσχυρή, ὥστε ἐπικράτησε παρά τίς πολλαπλές ἀντιδράσεις μεγάλων ἐκπροσώπων τοῦ Μοναχισμοῦ ἐναντίον της. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τήν ἄποψη τοῦ Νικηφόρου Βλεμμύδου: "Σχήματος δὲ μοναδικοῦ κατὰ τὸν τῆς ἀληθείας λόγον οὐκ ἔστι διαφορά, κἄν ἡ τῶν ὑστερογενῶν ἐπίνοια τὴν ἀρχαίαν παράδοσιν ὑπενόθευσεν"
(7). Ἐπίσης, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, σέ ἐπιστολή του πρός τό μοναχό Παῦλο ἀναφέρει: "Τοῦτό ἐστι τὸ μέγα καὶ μοναχικὸν σχῆμα· μικρὸν δὲ σχῆμα μοναχικὸν οἱ Πατέρες οὐκ ἴσασι, οὐδὲ παραδεδώκασιν, ἀλλά τινες τῶν ὀψιγενεστέρων ἔδοξαν μὲν τὸ ἓν εἰς δύο διελεῖν, ἀλλ' οὐδ' αὐτοὶ διεῖλον ὡς ἀληθῶς· τὰς αὐτὰς γὰρ ἀποταγὰς εὑρήσεις ἐπ' ἀμφοτέρων σκοπήσας"(8). Παρά τίς ἀντιδράσεις ὅμως, αὐτές, ἡ διάκριση σέ Μικρό καί Μεγάλο Σχῆμα τελικῶς ἐπεβλήθη τόσο ἔντονα, ὥστε νά ἐνσωματωθεῖ ὡς κανονική Παράδοση στά Τυπικά πολλῶν Μονῶν καί μάλιστα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἤδη ὁ ἱδρυτής τῆς Ἁγιορείτικης μοναχικῆς πολιτείας, Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης, κατά σαφῆ πληροφορία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἔλαβε πρῶτα τό Μικρό καί ἐν συνεχείᾳ τό Μεγάλο Σχῆμα, μεταφυτεύοντας ἔτσι, τή σχετική πρακτική στήν κοιτίδα τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ(9). Παρά ταῦτα ὅμως, στή μοναχική συνείδηση τέλειο Μοναχικό Σχῆμα θεωροῦνταν μόνο τό Μεγάλο, τό καί Ἀγγελικό ὀνομαζόμενο. Μάλιστα, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς θεωρήσεως, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης θεωρεῖ πώς ὅποιος ἔλαβε μόνον τό Μικρό Σχῆμα, ὀφείλει νά προχωρήσει πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του στή λήψη τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος "ἵνα μὴ ἀποθάνῃ ἀτελής", ἐνῶ ἐπαινεῖ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀπό Δόκιμοι κείρονται ἀπ' εὐθείας Μεγαλόσχημοι, χωρίς νά λάβουν πρῶτα τό Μικρό Σχῆμα, τό ὁποῖο ὡς ἀρραβών τοῦ Μεγάλου "εἶναι καί αὐτό ἀτελές"(10).

Στήν πράξη ὅμως, ἄν καί ἀναμφισβήτητα οἱ Μικρόσχημοι θεωροῦνται καί εἶναι Μοναχοί, διαφέρουν ὡς πρός τήν πνευματική ἀντιμετώπιση ἀπό τούς Μεγαλοσχήμους. Ἔτσι, ἄν καί τό νομικό status Μικροσχήμων καί Μεγαλοσχήμων εἶναι τό ἴδιο, κατά τούς κανόνες καί τά Μοναχικά Τυπικά ὑπάρχει διαφορετική ἀντιμετώπιση, ἰδίως στό θέμα τῶν ἐπιτιμίων, ὅπου σαφῶς προβλέπονται βαρύτερα ἐπιτίμια γιά ὅσους Μεγαλοσχήμους ὑποπέσουν σέ κάποιο παράπτωμα
(11).

Πιό ἐξελιγμένη φαίνεται ἡ κατάσταση στά χρόνια τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης. Ὁ ἴδιος διακρίνει τούς Μοναχούς σέ τρεῖς τάξεις ἀντίστοιχες μέ τίς τρεῖς βαθμίδες πνευματικῆς τελειώσεως: "Καί εἰσιν αὐτὸ οἱ μοναχοί· ὧν σχιζομένων αὖθις τριχῇ διανενέμηται τό κατ' αὐτούς ὑποδιαίρεμα εἰς τοὺς παντελείους καὶ εἰς τοὺς πάντῃ ἀτελεῖς καὶ εἰς τοὺς μέσους· εἰπεῖν δὲ συνηθέστερον εἰς τοὺς μεγαλοσχήμονας καὶ εἰς τοὺς τοῦ μικροῦ σχήματος διὰ τὴν εἰσαγωγήν καὶ εἰς τοὺς μέσους μανδυώτας"
(12). Ἔτσι, κατά τόν Εὐστάθιο Θεσσαλονίκης, οἱ τρεῖς μοναχικές τάξεις εἶναι, κατά αὔξουσα σειρά, τῶν μικροσχήμων, τῶν μανδυωτῶν καί τῶν μεγαλοσχήμων. Ἡ τριμερής αὐτή διάκριση, ὅσο καί ἄν ἀναφέρεται στόν Εὐστάθιο Θεσσαλονίκης καί ἐπαναλαμβάνεται μετά ἕναν αἰῶνα περίπου στό περί Μυστηρίων ἔργο τοῦ Ἰώβ Ἁμαρτωλοῦ, ἀπό ὅπου τό παραλαμβάνει ὁ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί τό παραθέτει στό Πηδάλιον(13) του, δέ φαίνεται νά ἐπικράτησε γενικῶς. Μπορεῖ νά ἦταν τοπική πρακτική ὁρισμένων Μονῶν, πάντως δέ διαδόθηκε πανορθοδόξως, ὅπως ἡ πρό αὐτῆς διάκριση σέ Μικροσχήμους καί Μεγαλοσχήμους Μοναχούς.

Τόσον ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ὅσο καί ὁ Ἰώβ Ἁμαρτωλός, χρησιμοποιοῦν περίπου κοινή ὁρολογία γιά τήν κάθε διάκριση, ὀνομάζοντας τούς εἰσαγωγικούς ἤ ἀρχαρίους Μοναχούς, Μικροσχήμους, τούς μέσους, Μανδυῶτες, ἐνῶ τούς τελείους, Μεγαλοσχήμους. Παρά ταῦτα, ὑπάρχει προφανής σύγχυση στά ἔργα τους ὡς πρός τή χρήση τοῦ ὅρου "Μικρόσχημος", τήν ὁποία ἐπισημαίνει καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
(14). Ἔτσι, αὐτός ἄλλοτε χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλώσει τούς εἰσαγωγικούς ἤ ἀρχαρίους Μοναχούς, ἐνῶ ἄλλοτε τούς μέσους ἤ Μανδυῶτες(15). Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης προσπαθώντας νά κάνει διάκριση, ἐπιμένει στό νά ὀνομάζει τούς εἰσαγωγικούς, Ρασοφόρους, ἐνῶ τούς μέσους, Μικροσχήμους(16). Τελικά ὅμως, φαίνεται ὅτι οἱ μέσοι Μανδυῶτες καί οἱ εἰσαγωγικοί Μοναχοί ἀφομοιώθηκαν σέ μία τάξη Μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ὀνομάσθηκαν Μικρόσχημοι(17). Ἑπομένως, προκύπτει ὅτι ἡ πρώτη χρήση τοῦ ὅρου "Ρασοφόρος" ἔγινε μέ τήν εὐκαιρία μιᾶς προσπάθειας τριχοτομήσεως τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος, ἡ ὁποία ἀκριβῶς λόγω τῆς δεδομένης ἀντιδράσεως τῶν Πατέρων στή διχοτόμηση του, δέν ἦταν εὔκολο νά καθιερωθεῖ, γι' αὐτό καί δέν ἐπιβίωσε.



3. Ἡ ratio τῆς καθιερώσεως τοῦ μορφώματος τοῦ Ρασοφόρου Μοναχοῦ στόν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό.

Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, φυσιολογικῶς τίθεται τό ἐρώτημα πῶς τελικῶς δημιουργήθηκε ἡ τάξη τῶν Ρασοφόρων στόν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό· ποιοί εἶναι οἱ γενεσιουργοί παράγοντες αὐτῆς καί ποιά ἡ ἐξέλιξή της μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία. Ἡ παροῦσα παράγραφος σκοπό ἔχει νά δώσει ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματα αὐτά καί νά ἐξετάσει τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ὑφίσταται μέχρι σήμερα τό μόρφωμα αὐτό.

Ἕνας ἀπό τούς κυριώτερους βυζαντινούς νομομαθεῖς καί ἑρμηνευτές τόσο τοῦ κοσμικοῦ ὅσο καί τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος ὁ Βαλσαμών
(18), σέ μία ἐπιστολή του πρός τό μοναχό Θεοδόσιο(19), μέ τήν ὁποία ἀπαντᾶ σέ σχετικό ἐρώτημά του περί Ρασοφόρων, ἐπιχειρεῖ μία διαλογική ἀντιπαράθεση τῶν ἐπιχειρημάτων ὅσων ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ μοναχική ἰδιότητα ἀποκτᾶται ἀπό καί διά τῆς Ρασοφορίας καί ὅσων ἀρνοῦνται κάτι τέτοιο. Ἀπό τήν παράθεση τῶν διαφόρων ἐπιχειρημάτων μποροῦμε νά συναγάγουμε τούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὁδήγησαν στή δημιουργία τοῦ μορφώματος τοῦ Ρασοφόρου, ἀνιχνεύοντας τίς ἱστορικές συγκυρίες καί τίς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ μοναχισμοῦ τῆς ἐποχῆς.

Βεβαίως, ὁ Βαλσαμών ὅπως κατωτέρω
(20) θά δείξουμε, δέχεται ὅτι ὁ Ρασοφόρος ἔχει τή μοναχική ἰδιότητα, δυσκολεύεται ὅμως, νά ὑποστηρίξει τή θέση του αὐτή. Στήν ἐπιστολή του πρός τόν μοναχό Θεοδόσιο ἐπαναλαμβάνει τά ἴδια ἐπιχειρήματα τά ὁποῖα ἀναφέρει καί στήν ἑρμηνεία τοῦ Ε' κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως(21), ἀναφέρει ὅμως, ἐκτενέστερα τή γνώμη ὅσων διαφωνοῦν μέ αὐτόν, χρησιμοποιώντας καί παραδείγματα ἀπό τήν κοινή πρακτική τῆς ἐποχῆς του.

Τό πρῶτο στό ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Βαλσαμών εἶναι ἡ ἀντίρρηση πολλῶν Ρασοφόρων νά τελεσθεῖ ἡ Μοναχική τους Κουρά πρίν τή συμπλήρωση τριετίας ἀπό τῆς εἰσόδου τους στήν Μονή
(22). Ἀπό τόν τρόπο κατά τόν ὁποῖον περιγράφονται στό κείμενο οἱ προβαλλόμενες ἀντιρρήσεις, σαφῶς προκύπτει ὅτι ἡ Ρασοφορία ἦταν ἕνας εὔσχημος τρόπος γιά πολλούς Ἡγουμένους, ὥστε νά ὑπερπηδήσουν τό ἐμπόδιο τοῦ Ε' κανόνα(23) τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέ τόν ὁποῖο θεσπιζόταν κανονική ἀπαγόρευση ἀπονομῆς τοῦ Μικροῦ Σχήματος σέ Δοκίμους πρίν τή συμπλήρωση τριετίας ἐγκαταβιώσεως στή Μονή. Πολλοί Ἡγούμενοι λοιπόν, ρασοφοροῦσαν τούς Δοκίμους, θεωρώντας ὅτι ὡς πρός αὐτό δέν ὑπάρχει κανονικός περιορισμός(24) καί ἐν συνεχείᾳ τελοῦσαν τή Μοναχική Κουρά, ὄχι σέ Δόκιμο, πράγμα τό ὁποῖο ἀπαγορευόταν πρίν τήν πάροδο τριετίας, ἀλλά σέ Ρασοφόρο, γιά τόν ὁποῖο δέν ὑπῆρχαν χρονικά περιοριστικά ὅρια(25). Τό δεύτερο στό ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Βαλσαμών εἶναι τό εἶδος τῶν ἰματίων μέ τά ὁποῖα κατά τή γνώμη τοῦ Ἀββᾶ Κασσιανοῦ τοῦ Ρωμαίου πρέπει νά παραμένει στή Μονή ὁ Δόκιμος(26). Γιά λόγους προσαρμογῆς τοῦ Δοκίμου στή μοναχική ζωή, ἀλλά καί γιά λόγους ὁμοιομορφίας μέσα στή Μονή, συνηθιζόταν ἡ ἀποβολή τῶν λαϊκῶν ἐνδυμάτων καί ἡ ἔνδυση τῶν Δοκίμων μέ ροῦχα τῆς Μονῆς, τά ὁποῖα μέν δέν ἦταν μοναχικά, δέ διέφεραν ὅμως, τελείως. Ἔτσι, αὐτή ἡ συνήθεια ἐξελίχθηκε στήν Ἀκολουθία εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα καί ἐπικράτησε οἱ παλαιότεροι τουλάχιστον Δόκιμοι νά εἶναι ἐνδεδυμένοι σχεδόν μοναχικά ἐνδύματα. Κάτι τέτοιο βεβαίως, δέν συνεπιφέρει καί πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος, ὅπως θά ἀναπτυχθεῖ κατωτέρω.

Ὁ τρίτος λόγος δημιουργίας τοῦ μορφώματος τοῦ Ρασοφόρου εἶναι ἡ θεώρηση ὅτι πρέπει κανείς ὅσο προάγεται στήν πνευματική ζωή, τόσο νά τιμᾶται δι' ἀντιστοίχου "βαθμοῦ"
(27). Λόγω δέ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ προαγωγή ἀπό τό Μικρό στό Μεγάλο Ἀγγελικό Σχῆμα ἦταν δυνατό νά γίνει μόνον μία φορά, γιά λόγους καλλιεργείας τῆς φιλοτιμίας, ἀλλά καί διακρίσεως τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τῆς καθεμιᾶς ἀπό τίς τρεῖς ἠθικές βαθμίδες πνευματικῆς τελειώσεως εἰσήχθη ὁ "βαθμός" τοῦ Ρασοφόρου, ὥστε διά τῆς διαδοχῆς τριῶν βαθμίδων μοναχικῆς τελειώσεως νά καλλιεργεῖται ὁ πόθος τῆς ἀνελίξεως στήν πνευματική ζωή καί νά ἐπιδίδεται ὁ Μοναχός σέ πιό ἐπίπονη ἄσκηση. Βεβαίως, ὁ λόγος αὐτός μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ παιδαγωγικός, ἐξεταστέον ὅμως, τό πόσο συμφωνεῖ μέ τά μοναχικά θέσμια ὅπου ἡ ταπείνωση καί ὄχι ἡ φιλοδοξία κατέχει τόν πρωτεύοντα ρόλο.

Τέλος, δέν θά πρέπει νά παραγνωρισθοῦν οἱ ἱστορικές συγκυρίες τῆς ἐποχῆς κατά τήν ὁποία ἐμφανίζεται καί ἐξελίσσεται τό μόρφωμα τοῦ Ρασοφόρου. Οἱ αἰῶνες ἀπό τό 12ο καί ἐπέκεινα χαρακτηρίζονται ἀπό διαρκῆ ἀναταραχή. Πόλεμοι, ἐμφύλιοι καί ἐθνικοί, ἀντιζηλίες μεγαλογαιοκτημόνων, οἱ σταυροφορίες, δυναστικές ἔριδες κ.λπ. ἀνάγκασαν πολλούς, χωρίς τή μοναχική κλήση καί κλίση, νά καταφύγουν σέ Μονές, προκειμένου νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό ἐπαχθεῖς ὑποχρεώσεις, εἴτε στρατιωτικές εἴτε οἰκονομικές, καί νά ἀναζητήσουν ἄσυλο ἀπό τούς ἐπαπειλούμενους κινδύνους. Μετά δέ τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453), οἱ κίνδυνοι ἀπό τήν τουρκική κυριαρχία καί τήν καθημερινή ἀβεβαιότητα, ἐνίσχυσαν αὐτό τό ρεῦμα τῆς φυγῆς πρός τίς Μονές, ὅπου ὑπῆρχε αὐξημένο τό αἴσθημα τῆς ἀσφάλειας. Ἐκεῖ ὅμως, δέν μποροῦσαν νά περιφέρονται ὡς λαϊκοί, ἀλλά οὔτε καί πρός τά ἔξω ἤθελαν νά δίνουν αὐτήν τήν εἰκόνα. Ἔτσι, ἡ Ρασοφορία ἦταν ἡ βολική λύση γιά ὅλους. Καί γιά τούς Μοναχούς, οἱ ὁποῖοι δι' αὐτῆς δέν ἀπένειμαν τή μοναχική ἰδιότητα, προφυλάσσοντας τό σεβασμό στό Σχῆμα, ἀλλά καί γιά τούς ὑποχρεωτικῶς καταφεύγοντες στίς Μονές, οἱ ὁποῖοι καλύπτονταν πίσω ἀπό τό ράσο, χωρίς νά ἀναλαμβάνουν ἀκουσίως τίς ἀντίστοιχες ὑποχρεώσεις.

Στίς ἡμέρες μας, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλαν τή δημιουργία τοῦ μορφώματος τοῦ Ρασοφόρου, ἔχουν πιά ἐκλείψει, δέν μπορεῖ κανείς νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἔπαψε νά ἔχει πλέον πρακτική χρησιμότητα, ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι πολλές ἀπό τίς διαπρεπέστερες φυσιογνωμίες ἀγάμων Κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν Ρασοφόροι, ἀρνούμενοι νά λάβουν μοναχική Κουρά
(28). Τό μόρφωμα ἑπομένως, τοῦ Ρασοφόρου ἐξυπηρετεῖ στήν ἐποχή μας τήν ἐξάλειψη τοῦ φαινομένου νά γίνονται πρίν τή χειροτονία, δεσμευτικές, βεβιασμένες Κουρές σέ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀφ' ἑνός μέν δέν πρόκειται νά ἐγκαταβιώσουν ποτέ σέ Μονή, ἀφ' ἑτέρου εἶναι ἀπαραίτητοι ὡς Κληρικοί στή διακονία τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο. Βεβαίως, διερευνητέον τό σκόπιμο τοῦ νά τελεῖται ἡ Ἀκολουθία εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα σέ ὅσους προτίθενται νά ἐγκαταβιώσουν σέ Μονή. Ἐν ὄψει τοῦ Ε' κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως(29), προτιμητέο τό νά διανύει ὁ Δόκιμος Μοναχός τήν τριετία τῆς δοκιμασίας χωρίς Ρασοφορία, μέ λαϊκά ἐνδύματα, καί στή συνέχεια διά τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ Σχήματος νά ἀποκτᾶ τή μοναχική ἰδιότητα καί νά καθίσταται κανονικός Μοναχός.



4. Ἡ γνώμη τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

Στίς ἡμέρες μας τό ὅλο ζήτημα περί Ρασοφόρων συντηρεῖται λόγω μιᾶς γνώμης ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
(30), ὁ ὁποῖος στήν ἰδιωτική συλλογή κανόνων τήν ὁποία ἐξέδωκε καί εἶναι γνωστή εὑρέως ὑπό τό ὄνομα "Πηδάλιον", χωρίς νά δηλώνει ἀπεριφράστως ὅτι θεωρεῖ τό Ρασοφόρο ὡς Μοναχό, ἐμμέσως πλήν σαφῶς δέχεται ὅτι διά τῆς Ρασοφορίας ἐπέρχεται κώλυμμα συνάψεως γάμου καί ἐκλαμβάνει τήν ὅλη τελετή ὡς "ὑπόσχεσιν νά γένῃ καλόγηρος", τήν ὁποίαν ὑπόσχεσιν πρέπει "νά τήν τελειόνῃ (sic)"(31).

Τό πρῶτο τό ὁποῖο πρέπει εὐθύς ἀμέσως νά παρατηρηθεῖ εἶναι ὅτι στό κείμενο τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ κάποιον κανόνα· τό κείμενο ἀποτελεῖ ὑποσημείωση στήν ἑρμηνεία τοῦ ΜΓ' κανόνος τῆς Ἁγίας Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου
(32). Ὅπως καί ἀνωτέρω παρατηρήσαμε, σχετικός κανόνας δέν ὑπάρχει. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἀπλῶς διατυπώνει τή γνώμη του, προσπαθώντας νά τήν στηρίξει σέ ἠθικά ἐπιχειρήματα. Δέν μπαίνει κάν στόν κόπο νά ἐπικαλεστεῖ τή σχετική ἐκκλησιαστική πρακτική τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία μάλλον ἦταν διαφορετική ἀπό τήν ἄποψή του. Τά βασικά ἐπιχειρήματα τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου εἶναι τά ἑξῆς: 1. Ἡ τριχοκουρία, ἡ ὁποία τελεῖται, 2. Ἡ περιβολή ράσου αὐτή καθ' αὑτή, 3. Ἡ συντελούμενη ἀλλαγή τοῦ ὀνόματος, 4. Ἡ ἀνάγνωση δύο εὐχῶν, καί 5. Ὁ παραλληλισμός τῆς ρασοφορίας μέ δοθεῖσα ὑπόσχεση περιβολῆς τοῦ μοναχικοῦ σχήματος, ἡ ὁποία κατά τούς Ἱερούς Κανόνες εἶναι δεσμευτική καί ὑποχρεώνει τόν ὑποσχεθέντα στήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως.

Ἐπίσης, πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ κειμένου τοῦ Ὁσίου, εὐθύς ἀμέσως προκύπτει ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Νικόδημος δέ θεωρεῖ τό Ρασοφόρο ὡς Μοναχό. Ἀπλῶς τόν θεωρεῖ δεσμευμένο νά ἀκολουθεῖ τή μοναχική ζωή περιμένοντας τή στιγμή κατά τήν ὁποία θά λάβει τό μοναχικό σχῆμα, μέ τό ὁποῖο ἀποκτᾶται καί ἡ μοναχική ἰδιότητα. Ἑπομένως, ὁ Ὅσιος θεωρεῖ τό Ρασοφόρο ἀνώτερο τοῦ ἀπλοῦ Δοκίμου καί δεν τοῦ ἀναγνωρίζει δικαίωμα ἀναχωρήσεως ἀπό τή Μονή καί ἐπιστροφῆς του στόν κόσμο, δημιουργώντας ἔτσι, ἕνα πρωτόγνωρο γιά τό Κανονικό καί τό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο μόρφωμα. Καταληκτικῶς, κατά τόν Ὅσιο Νικόδημο, ἡ ρασοφορία δημιουργεῖ κανονική δέσμευση στό Ρασοφόρο νά προχωρήσει στήν πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος διά τῆς τελέσεως τῆς Ἀκολουθίας τουλάχιστον τοῦ Μικροῦ Σχήματος.



5. Ἡ γνώμη τοῦ Βαλσαμῶνος.

Γεγονός εἶναι ὅτι γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς ἀπόψεώς του αὐτῆς ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στηρίζεται σέ γνώμη τοῦ Βαλσαμῶνος, γνωστοῦ καί δόκιμου ἑρμηνευτῆ κανόνων καί διαπρεποῦς νομομαθοῦς, ἡ ὁποία γνώμη
(33) του ἀναπτύσσεται κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Ε' κανόνος(34) τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (861 μ.Χ.).

Κατ' ἀρχήν πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅτι ὁ Βαλσαμών εἶναι διστακτικός στή διατύπωση τῆς γνώμης του κι αὐτό προκύπτει ἀπό τήν παράθεσή της ως γνώμης ἄλλων ἀνωνύμων συγχρόνων του
(35). Ἡ ἐπιφύλαξή του αὐτή ὀφείλεται στό γεγονός τῆς δημιουργίας μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως στήν Ἐκκλησία, αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως Ρασοφόρων, τή στιγμή κατά τήν ὁποία δέν ὑφίσταται σχετικός κανόνας, ὁ ὁποῖος νά διασαφηνίζει τό καθεστώς τό ὁποῖο πρέπει νά τούς διέπει. Τό γεγονός ἐξάλλου, ὅτι ὁ Βαλσαμών παραθέτει τήν ἄποψή του στό συγκεκριμένο κανόνα περί χρόνου δοκιμασίας κι ὄχι κάπου ἀλλοῦ, συναρτᾶ τό ὅλο πρόβλημα μέ τίς βεβιασμένες Κουρές καί τήν ἐπιθυμία πολλῶν Ἡγουμένων νά βρεθεῖ πρώιμος τρόπος δεσμεύσεως τῶν προσερχομένων, χωρίς νά δημιουργεῖται τουλάχιστον λεκτική ἀντίθεση μέ τό γράμμα τῶν Ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν τριετῆ δοκιμασία τοῦ προσερχομένου νά μονάσει. Ἐνδεικτικό εἶναι καί τό γεγονός ὅτι οἱ δύο ἄλλοι ἑρμηνευτές τοῦ ἴδιου κανόνα, ὁ Ἰωάννης Ζωναρᾶς(36) καί ὁ Ἀλέξιος Ἀριστηνός(37), δέν ἀναφέρουν τίποτε σχετικό μέ τό θέμα μας στίς ἑρμηνεῖες τους, περιοριζόμενοι στή γραμματική ἀνάπτυξη τοῦ νοήματος τοῦ κανόνος.

Προχωρώντας πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι τά ἐπιχειρήματα τοῦ Βαλσαμῶνος γιά τή συνεσκιασμένη διατύπωση τῆς ἀπόψεώς του ὅτι διά τῆς Ρασοφορίας δέν ἀποκτᾶται ἡ μοναχική ἰδιότης, ὑφίσταται ὅμως, ἠθική δέσμευση τοῦ Ρασοφόρου ἀφ' ἑνός μέν νά διαβιοῖ σά Μοναχός, ἀφ' ἑτέρου δέ ὑποχρεωτικῶς σέ κατάλληλο καιρό νά καρεῖ καί νά λάβει Σχῆμα, εἶναι τά ἑξῆς: 1. Ἡ περιβολή ράσου, 2. Ἡ ἀλλαγή τοῦ ὀνόματος, 3. Ἡ μοναχική "ἀναστροφή" ἐντός καί ἐκτός Μονῆς, ἡ ὁποία δημιουργεῖ στούς λοιπούς, ἰδίως στούς λαϊκούς, τήν ἐντύπωση ὅτι ἔχουν νά κάνουν μέ κανονικό Μοναχό, καί 4. Τό ἀπρεπές τοῦ νά ἐμφανίζεται κάποιος πότε μέ μοναχικά ἐνδύματα, πότε μέ λαϊκά καί ὁ σχετικός σκανδαλισμός ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται, ἐν ὄψει καί τῆς ἀνωτέρω δημιουργουμένης ἐντυπώσεως. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ προσπάθεια τοῦ Βαλσαμῶνος νά παραλληλίσει τήν ἔνδυση τοῦ ράσου ἀπό Ρασοφόρο καί τήν ἐν συνεχείᾳ ἀποβολή του, μέ τό ποινικό ἀδίκημα τοῦ ἐμπαιγμοῦ τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος
(38), ἰδίως ἀπό ἠθοποιούς ἐπί σκηνῆς. Ἡ προσπάθεια αὐτή γίνεται προκειμένου νά εὑρεθεῖ ἔστω ἕνα ἐλάχιστο νομικό ἔρεισμα γιά τήν ἀποτροπή τοῦ Ρασοφόρου νά ἀποβάλει τό ράσο καί νά ἀποχωρήσει ἀπό τή Μονή ἐπιστρέφοντας στόν κόσμο. Ὅμως, ὁ ἴδιος ὁ Βαλσαμών καταλαβαίνοντας τήν ἀδυναμία στοιχειοθετήσεως ποινικοῦ ἀδίκου βάσει τῆς διατάξεως αὐτῆς, τήν ἀφήνει ἀσχολίαστη καί χωρίς περαιτέρω ἀνάπτυξη, διότι πράγματι δέν πληροῦται ἡ ὑποκειμενική ὑπόσταση τοῦ ἀδικήματος τῆς προσβολῆς τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος διά τῆς ἀποβολῆς τοῦ ράσου ἀπό τό Ρασοφόρο, ἰδίως ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι δέν ὑπάρχει ἡ ἀντίστοιχη πρόθεση, ἡ ὁποία ὑπάρχει φερ' εἰπεῖν στόν ἠθοποιό ὁ ὁποῖος περιβάλλεται τό ράσο, ὄχι γιά νά καταταγεῖ στή χορεία τῶν Κληρικῶν ἤ τῶν Μοναχῶν, ἀλλά γιά νά ἀναπαραστήσει ἤ καί νά ἐμπαίξει, πρόθεση ἡ ὁποία ἐπιφέρει τό ποινικῶς κολάσιμο κατά τίς ἀνωτέρω παλαιές διατάξεις.

Ἐντύπωση ἐπίσης, προκαλεῖ ἡ προσπάθεια τοῦ Βαλσαμῶνος νά εἰσαγάγει διάκριση μεταξύ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ρασοφόρησαν "μετά τρισαγίου" καί ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ρασοφόρησαν "ἄνευ τρισαγίου". Ἔτσι, θεωρεῖ ὅτι οἱ δεύτεροι μποροῦν ἀκωλύτως νά ἀποβάλουν τό ράσο καί νά ἀναχωρήσουν ἀπό τή Μονή, ἐνῶ οἱ πρῶτοι εἶναι πλέον δεσμευμένοι νά παραμείνουν ἐντός Μονῆς καί νά προχωρήσουν ἐν καιρῷ στήν ἀνάληψη τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος. Ἡ διάκριση αὐτή, πέραν τοῦ ὅτι λειτουργιολογικῶς προδίδει τή μή παγίωση τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα τήν ἐποχή τοῦ Βαλσαμῶνος, δημιουργεῖ εὔλογες ἀπορίες γιά τό πρακτικό τῆς ὑποστάσεώς της, ἰδίως λόγῳ τῆς ἀνελλιποῦς χρήσεως τοῦ τρισαγίου στήν κάθε Ἀκολουθία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἔτσι, δέ νομίζουμε ὅτι πρέπει νά ληφθεῖ σοβαρῶς ὑπ' ὄψη.

Τέλος, ὀφείλουμε νά ἀναγνωρίσουμε τήν ἐντιμότητα τοῦ Βαλσαμῶνος, ὁ ὁποῖος στό ἀνωτέρω παρατεθέν κείμενο συμπεριλαμβάνει δύο ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς ἀπόψεώς του. Τό πρῶτο καί ἀσθενέστερο εἶναι ἡ παράθεση τοῦ ἐθίμου τῶν πενθούντων γυναικῶν νά "μελανειμονοῦν πρός καιρόν", δηλαδή κατά τή διάρκεια τοῦ "πενθίμου ἐνιαυτοῦ" νά φοροῦν μαῦρα, τά ὁποῖα λόγω τῆς κατάσκευῆς τῶν ἐνδυμάτων τῆς ἐποχῆς, προσομοίαζαν μέ ράσα μοναζουσῶν. Παραδέχεται λοιπόν, ὁ Βαλσαμών ὅτι μετά τήν πάροδο τῆς περιόδου τοῦ πένθους οἱ γυναῖκες ἀπέβαλλαν τά μαῦρα ροῦχα καί δέν ὑποχρεοῦνταν στή μέχρι τέλους τῆς ζωῆς τους ἔνδυση μέ αὐτά λόγω τοῦ ὅτι μέ τή μελανοφορία τους εἶχαν δῆθεν δημιουργήσει ἐντύπωση ἀποκτήσεως τῆς μοναχικῆς ιδιότητος.

Τό δεύτερο ἐπιχείρημα τό ὁποῖο ἡ ἐντιμότητα τοῦ Βαλσαμῶνος παραθέτει, εἶναι ἡ διαπίστωση ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες προβλέπουν τριετῆ δοκιμασία, κατά τήν ὁποία ὁ ὑποψήφιος πρέπει νά φέρει λαϊκά ἐνδύματα· μετά δέ τήν πάροδο τῆς τριετίας προβλέπεται ἡ πρόσληψη τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος διά τῆς Κουρᾶς, δηλαδή διά τῆς ἀναλήψεως τουλάχιστον τοῦ Μικροῦ Σχήματος, χωρίς νά παρεμβάλεται κάποιο ἄλλο ἐνδιάμεσο στάδιο. Ἔτσι, παραδέχεται καί ὁ Βαλσαμών ὅτι ὄντως οἱ κανόνες ἀγνοοῦν τήν ἰδιότητα τοῦ Ρασοφόρου καί συνεπῶς δέν προβλέπουν κάτι δεσμευτικό γι' αὐτόν.

Καταληκτικῶς καί ὁ Βαλσαμών δέν μπορεῖ νά στηρίξει νομικῶς ἤ κανονικῶς τήν ἰδιότητα τοῦ Ρασοφόρου καί τίς ὑποχρεώσεις πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτήν· ἀναγκάζεται δέ νά καταφύγει σέ ἠθικά ἐπιχειρήματα προκειμένου νά στηρίξει τή συνεσκιασμένως διατυπωμένη γνώμη του ὅτι ὁ Ρασοφόρος δέν εἶναι μέν Μοναχός, ἔχει ὅμως, ὑποχρέωση παραμονῆς στή Μονή μέχρι τελέσεως τῆς Κουρᾶς καί, δι' αὐτῆς, ἀποκτήσεως τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος.



6. Ἡ γνώμη τοῦ Π. Παναγιωτάκου.

Στά νεώτερα χρόνια, τήν ἄποψη ὅτι ὁ Ρασοφόρος ἔχει τήν μοναχική ἰδιότητα, ὑποστήριξε ἀναφανδόν ὁ Π. Παναγιωτάκος
(39). Ἡ ἀπολυτότητα αὐτή στή γνώμη του, ὀφείλεται καί στό γεγονός ὅτι ἐπί σειρά ἐτῶν εἶχε χρηματίσει Πολιτικός Διοικητής τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί εἶχε συναναστραφεῖ πολλές ἀπό τίς μεγάλες Ἁγιορείτικες μορφές τῶν μέσων τοῦ περασμένου (20ου) αἰῶνα. Ἡ ἐκ τοῦ σύνεγγυς λοιπόν, παρακολούθηση τοῦ Ἁγιορείτικου Τυπικοῦ καί ὁ ἐντυπωσιασμός, τόν ὁποῖον εὐλόγως αὐτό προκαλεῖ, παρέσυραν τόν Π. Παναγιωτάκο στήν υἱοθέτηση ἀπόψεων οἱ ὁποῖες δέν στηρίζονται σέ νομοκανονικά δεδομένα, ἀλλά ἀποτελοῦν ἴσως μακραίωνη, τοπική πρακτική στό συγκεκριμένο χῶρο τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους.

Ἔτσι, ἐνῶ ἀνωτέρω καταφάνηκε ὅτι τόσο ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὅσο καί ὁ Βαλσαμών, διστάζουν νά δηλώσουν ἀπεριφράστως ὅτι ὁ Ρασοφόρος εἶναι Μοναχός, ἀναγνωρίζοντάς του μόνον ὑποχρέωση γιά παραμονή στή Μονή μέχρι τήν τέλεση τῆς μοναχικῆς Κουρᾶς, ὁ Π. Παναγιωτάκος προχωρᾶ ἀκόμη παραπέρα δηλώνοντας σαφῶς καί κατηγορηματικῶς ὅτι ὁ Ρασοφόρος ἔχει τή μοναχική ἰδιότητα
(40).

Τά ἐπιχειρήματα τοῦ Π. Παναγιωτάκου
(41) γιά τήν πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος ἀπό τό Ρασοφόρο εἶναι τά ἑξῆς: 1. Ἡ τριχοκουρία, 2. Ἡ σιωπηρή συγκατάθεση τοῦ Ρασοφόρου κατά τήν τέλεση τῆς σχετικῆς Ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς, μέ τήν ὁποία ἀποδέχεται σιωπηρῶς τήν μοναχική ἰδιότητα. Περαιτέρω ὁ Π. Παναγιωτάκος παραθέτει αὐτούσιο τό κείμενο τῆς ἑρμηνείας(42) τοῦ Βαλσαμῶνος στόν Ε' κανόνα(43) τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς ἄλλο σχολιασμό, θεωρώντας τήν παράθεση τοῦ σχετικοῦ κειμένου ἀρκετό ἐπιχείρημα γιά ἐπίρρωση τῆς ἀνωτέρω θέσεώς του.

Καταληκτικῶς, ὀφείλουμε νά τονίσουμε ὅτι ὁ Π. Παναγιωτάκος εἶναι ὁ μοναδικός, ὁ ὁποῖος ἀπεριφράστως καί σαφῶς δέχεται ὅτι ὁ Ρασοφόρος Μοναχός κέκτηται ἀπό καί διά τῆς Ρασοφορίας νομίμως καί κανονικῶς τή μοναχική ἰδιότητα καί ἀναλαμβάνει ὅλες τίς ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσες ὑποχρεώσεις καί δεσμεύσεις, δηλαδή τήν τήρηση τῶν τριῶν μοναχικῶν ἐπαγγελιῶν, παρθενίας, ἀκτημοσύνης καί ὑπακοῆς, ἐνῶ κωλύεται στήν τέλεση γάμου, ἄσκηση ἐμπορίας κλπ. Κατά τήν ἄποψη αὐτή ἐξυπακούεται ὅτι ὁ Ρασοφόρος πρέπει νά ἐγγραφεῖ στό μοναχολόγιο καί νά ἀπολαμβάνει πλήρως τῶν δικαιωμάτων μέλους τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος, στήν ὁποία ἀνήκει.



7. Ἀποτίμηση τῶν μέχρι τώρα ἐπιχειρημάτων.

Συγκεντρώνοντας τά ἐπιχειρήματα τῶν ἀνωτέρω μνημονευθέντων ὑπέρ τῆς θεωρήσεως τοῦ Ρασοφόρου ὡς κανονικοῦ Μοναχοῦ διαπιστώνουμε ὅτι εἶναι τά ἑξῆς: 1. Ἡ τριχοκουρία, ἡ ὁποία τελεῖται κατά τήν Ἀκολουθία τῆς Ρασοφορίας, 2. Ἡ περιβολή ράσου αὐτή καθ' αὑτή, 3. Ἡ συντελούμενη ἀλλαγή τοῦ ὀνόματος, 4. Ἡ σιωπηρή συγκατάθεση τοῦ Ρασοφόρου κατά τήν τέλεση τῆς σχετικῆς Ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς, μέ τήν ὁποία ἀποδέχεται σιωπηρῶς τήν μοναχική ἰδιότητα. 5. Ἡ μοναχική "ἀναστροφή" ἐντός καί ἐκτός Μονῆς, ἡ ὁποία δημιουργεῖ στούς λοιπούς, ἰδίως στούς λαϊκούς, τήν ἐντύπωση ὅτι ἔχουν νά κάνουν μέ κανονικό Μοναχό, 6. Τό ἀπρεπές τοῦ νά ἐμφανίζεται κάποιος πότε μέ μοναχικά ἐνδύματα, πότε μέ λαϊκά καί ὁ σχετικός σκανδαλισμός ὁ ὁποῖος ἐπέρχεται, ἐν ὄψει καί τῆς ἀνωτέρω δημιουργουμένης ἐντυπώσεως. 7. Ἡ ἀνάγνωση δύο εὐχῶν, καί 8. Ὁ παραλληλισμός τῆς ρασοφορίας μέ δοθεῖσα ὑπόσχεση περιβολῆς τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος, ἡ ὁποία κατά τούς Ἱερούς Κανόνες εἶναι δεσμευτική καί ὑποχρεώνει τόν ὑποσχεθέντα στήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως.

Ὡς πρός τήν τριχοκουρία, πρέπει κανείς νά παρατηρήσει ὅτι αὐτή δέν εἶναι ἴδιον τῆς μοναχικῆς Κουρᾶς. Φυσικά, εἶναι μία ἀπό τίς κανονικές προϋποθέσεις προσκτήσεως τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος, ὄχι ὅμως, μόνη της, ἀλλά μέ τή συνδρομή καί ἄλλων κανονικῶν προϋποθέσεων. Ἡ τριχοκουρία ἀπαντᾶται ὡς κανονική προϋπόθεση πολλῶν ἐκκλησιαστικῶν τελετῶν, ἔχει δέ τόν ἴδιο συμβολισμό· τήν ἀπόρριψη δηλαδή, ἀπό τόν ὑποστάντα τήν τριχοκουρία τοῦ παλαιοῦ τρόπου ζωῆς καί τήν ἀποκοπή ἀπό τά πάθη, προκειμένου νά ἀρχίσει τήν ἐντονότερη πνευματική ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἡ τριχοκουρία ἀπαντᾶται κατ' ἀρχήν στήν Ἀκολουθία τῆς Ἀπολούσεως, ἡ ὁποία παλαιότερα μέν τελοῦνταν μία ἑβδομάδα μετά τό βάπτισμα
(44), σήμερα δέ ἔχει ἐνσωματωθεῖ στήν Ἀκολουθία τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος(45)· ἐπίσης, τριχοκουρία προβλέπεται κατά τή χειροθεσία "Ἀναγνώστου ἤ Ψάλτου"(46), χωρίς ἡ τέλεση της νά σημαίνει πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος. Ἐξάλλου, πρέπει νά τονισθεῖ καί τό γεγονός ὅτι ἐνῶ κατά τήν τέλεση τῆς μοναχικῆς Κουρᾶς στίς Ἀκολουθίες τοῦ Μικροῦ καί τοῦ Μεγάλου Σχήματος ἡ ἐκφώνηση κατά τήν τριχοκουρία εἶναι: "Ὁ Ἀδελφός ἡμῶν (ὁ δεῖνα), κείρεται τήν κόμην τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἴπωμεν ὑπέρ αὐτοῦ τό, Κύριε ἐλέησον"(47), στήν Ἀκολουθία εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα ἡ σχετική ἐκφώνηση εἶναι μόνον: "Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.", χωρίς μνημόνευση ὀνόματος, ἡ ὁποία προσομοιάζει μέ τήν ἀντίστοιχη ἐκφώνηση τῆς Ἀκολουθίας εἰς χειροθεσίαν Ἀναγνώστου ἤ Ψάλτου(48). Ἑπομένως, λειτουργιολογικῶς δέν ὑπάρχει ταύτιση, ἄρα δέν μπορεῖ νά συναχθεῖ σχετικό συμπέρασμα προσκτήσεως τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος διά τῆς τριχοκουρίας στήν Ἀκολουθία εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα. Ὡς πρός τήν περιβολή ράσου, παρατηρητέον ὅτι κατά τό Εὐχολόγιο ὁ Ρασοφόρος "ἐνδύεται χιτῶνα καί καλυμμαύχιον"(49). Κατά τήν κρατοῦσα σήμερα πρακτική(50), ὁ Ρασοφόρος ἐνδύεται ποδήρη χιτῶνα (ἰντερί) καί μοναχικό καλυμμαῦχι ἤ καλπάκι, ἐνῶ κατά τίς Ἀκολουθίες, καθώς καί στίς ἐκτός Μονῆς ἀποστολές του, φέρει ἐπίσημο ράσο (ἐξώρασο). Βεβαίως, τά ἀνωτέρω δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μέ τήν ἔνδυση κατά τή μοναχική Κουρά, ὁπότε ὁ κανονικός Μοναχός ἐνδύεται πολύ περισσότερα(51). Μέ τήν ἐξαίρεση τοῦ μοναχικοῦ καλυμμαυχίου ἤ καλπακίου, ἡ ἀνωτέρω ἔνδυση προβλέπεται καί γιά τόν ἀπλό Ἀναγνώστη ἤ Ψάλτη(52). Τέλος, κατά παλαιό προνόμιο, οἱ Πατριαρχικοί Πρωτοψάλτες φέρουν τήν ἴδια ἀκριβῶς περιβολή, δηλαδή ἰντερί, ράσο καί καλπάκι, χωρίς νά θεωροῦνται Μοναχοί. Ἑπομένως, ἡ ἀμφίεση τοῦ Ρασοφόρου Μοναχοῦ δέν πρέπει νά θεωρεῖται πρόκριμα προσκτήσεως τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος(53).

Ὡς πρός τή συντελούμενη ἀλλαγή τοῦ ὀνόματος, πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅτι αὐτή χωρίς νά εἶναι κανονική προϋπόθεση τῆς μοναχικῆς Κουρᾶς, συνηθίζεται ὡς ἕνας ἐπιπλέον συμβολισμός τῆς ἀπαρνήσεως τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί τῆς προσλήψεως τοῦ κατά Χριστόν νέου, διά τῆς μοναχικῆς Κουρᾶς. Πάντως, δέν εἶναι ὑποχρεωτική κατά τήν τέλεση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ ἤ τοῦ Μεγάλου Σχήματος. Ἀλλαγή ὀνόματος εἶναι δυνατή, χωρίς ἐπίσης, νά εἶναι κανονική προϋπόθεση, καί στίς χειροτονίες, ἐνῶ πλήρως ἀποδεκτή εἶναι ἀπό τήν ἐκκλησία καί ἡ δικαστική ἀλλαγή ὀνόματος, χωρίς τήν οἱανδήποτε κανονική συνέπεια. Ἑπομένως, οὔτε ἡ συντελούμενη ἀλλαγή ὀνόματος δέν συνεπάγεται πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος.

Ὡς πρός τή σιωπηρή συγκατάθεση τοῦ Ρασοφόρου κατά τήν τέλεση τῆς σχετικῆς Ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς, μέ τήν ὁποία ἀποδέχεται σιωπηρῶς τή μοναχική ἰδιότητα (ἐπιχείρημα Π. Παναγιωτάκου), πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι ὡς μόρφωμα εἶναι τελείως ἀντίθετο μέ βασικές ἀρχές τοῦ Κανονικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦν σαφήνεια καί πανηγυρικότητα στίς σχετικές δηλώσεις βουλήσεως περί ἀναλήψεως ἤ μή τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος. Πρωτίστως ὅμως, ἔρχεται σέ εὐθεία ἀντίθεση μέ τή ρήση τοῦ Κυρίου: "ἔστω δέ ὁ λόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ" (Ματθ. ε' 37)
(54), ἡ ὁποία προϋποθέτει τή σαφή διατύπωση κάθε λόγου, πολλῷ δέ μάλλον μιᾶς τόσο σημαντικῆς δηλώσεως βουλήσεως, ἡ ὁποία συνεπιφέρει τήν ἀλλαγή τοῦ νομικοῦ status τοῦ προσώπου. Γιά τό λόγο αὐτό, τόσο στήν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ, ὅσο καί τοῦ Μεγάλου Σχήματος προβλέπεται πανηγυρική ὁμολογία τοῦ προσερχομένου νά ἀναλάβει τό Μοναχικό Σχῆμα, καί μάλιστα πολλαπλή, μετά τήν ἀνάγνωση ἀναλυτικῆς κατηχήσεως περί τίς μοναχικές ὑποχρεώσεις, στήν ὁποία ἐπισημαίνεται τό δύσκολο τῆς μοναχικῆς πορείας, καί ἡ ὁποία κατήχηση ἔν τινι μέτρῳ περιέχει τό ἀποτρεπτικό στοιχεῖο, ὥστε ἡ τελική ἀπόφαση νά εἶναι ἀβίαστη καί ἐκούσια καί νά διατυπώνεται ἐλευθέρως καί ρητῶς ἀπό τόν ἴδιο τόν κειρόμενο(55). Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι ἡ σιωπηρή συγκατάθεση, ἡ ὁποία μέχρι τόν Π. Παναγιωτάκο δέν ὑφίστατο(56), εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο νά γίνει ἀποδεκτή ὡς μόρφωμα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ἐν ὄψει καί τῆς ἀνθρώπινης αὐθαιρεσίας, ἀλλά καί τῶν ψυχολογικῶν πιέσεων οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατό νά ἀσκηθοῦν, ἰδίως σέ νεαρά ἄτομα. Πάντως, βάσει τῶν ἀνωτέρω δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτό ὅτι στήν Ἀκολουθία τῆς Ρασοφορίας, κατά τήν ὁποία ὁ ὑφιστάμενος τή Ρασοφορία δέν καλεῖται νά ὁμολογήσει τίποτε, ἐπέρχεται διά σιωπηρῆς συγκαταθέσεως πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος.

Ὡς πρός τή μοναχική "ἀναστροφή" ἐντός καί ἐκτός Μονῆς, ἡ ὁποία δημιουργεῖ στούς λοιπούς, ἰδίως στούς λαϊκούς, τήν ἐντύπωση ὅτι ἔχουν νά κάνουν μέ κανονικό Μοναχό, πέραν τοῦ ὅτι θά μποροῦσε νά ἐπαναληφθεῖ ἡ ἀνωτέρω σειρά ἐπιχειρημάτων ἐναντίον τῆς σιωπηρῆς συγκαταθέσεως ὡς δῆθεν συστατικῆς κανονικῆς προϋποθέσεως γιά τήν ἀπόκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος διά τῆς Ρασοφορίας, ἐπιπλέον πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅτι ἡ "γνώμη τοῦ κόσμου" δέν ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία πρόκριμα γιά τήν ἐπέλευση κανονικῶν συνεπειῶν, πολλῷ δέ μάλλον γιά τήν ἀλλαγή τοῦ νομικοῦ status τοῦ προσώπου. Ἡ προσωπική ἐλευθερία
(57), ἀπόλυτα σεβαστή ἀπό τόν ἴδιο τό δημιουργό τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, δέν εἶναι δυνατό νά ἀναιρεῖται ἀπό τή βούληση ἤ λόγῳ τῶν λανθασμένων ἐντυπώσεων ἄλλων ἀνθρώπων καί δή τῶν ἐκτός Μονῆς ἤ ἀκόμη καί τῶν ἐκτός Ἐκκλησίας(58). Γεγονός εἶναι ὅτι τό περί δημιουργίας ἐντυπώσεων ἐπιχείρημα, ἄγνωστο στά κείμενα πολλῶν Πατέρων ἤ ἀπαντώμενο ὑπό τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις ὡς ἀποφυγή σκανδαλισμοῦ(59), ἀποτελεῖ πρωτόγνωρο στόν Ὀρθόδοξο κόσμο ἐπιχείρημα, τό ὁποῖο ἐμφανίζεται κυρίως στούς μετά τή Μεταρρύθμιση (1517) χρόνους, ἰδίως μετά τήν ἐμφάνιση τοῦ κινήματος τοῦ εὐσεβισμοῦ στή Δύση, καί γιά τοῦτο κρινόμενο ὡς μή προσῆκον στήν ὁρθόδοξη ἀντίληψη περί κανονικῶν παραπτωμάτων(60). Γεγονός εἶναι ὅτι ἡ ἐπίκλησή του γιά τήν ὑποστήριξη τῆς προσκτήσεως τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος διά τῆς Ρασοφορίας κρίνεται ἄν ὄχι καταχρηστική, τουλάχιστον ἔωλη. Σέ κάθε περίπτωση, ἡ μοναχική ἀναστροφή ἐπιβάλλεται θεωρητικά τουλάχιστον στόν ὁποιονδήποτε προσέρχεται γιά κατοίκηση σέ Ἱερά Μονή, ἀσχέτως μοναχικῆς ἰδιότητος, ὅπως συμβαίνει π.χ. μέ τούς δοκίμους ἤ τούς ἐργάτες μιᾶς Μονῆς.

Ὡς πρός τό ἀπρεπές τοῦ νά ἐμφανίζεται κάποιος πότε μέ μοναχικά ἐνδύματα, πότε μέ λαϊκά καί τό σχετικό σκανδαλισμό ὁ ὁποῖος ἐξ αὐτοῦ ἐπέρχεται, παρατηρητέον κατ' ἀρχήν ὅτι αὐτό δέν εἶναι νομοκανονικό ἐπιχείρημα, ἀλλά ἠθικό. Ὡς τέτοιο δέ, μάλλον χρησιμεύει σέ ὅσους ὑποστηρίζουν τήν ἀποφυγή τῆς χειροθεσίας Ρασοφόρων, παρά σέ ἐκείνους πού τήν προτιμοῦν καί δέχονται μάλιστα ὅτι ἔτσι ἀπονέμεται καί ἡ μοναχική ἰδιότητα. Πάντως ἀπό τή σχετική Ἀκολουθία δέν προκύπτει ἡ ὑποχρέωση συνεχοῦς ἐνδύσεως καί ἐμφανίσεως μέ ράσα, ἐνῶ ἐθιμικά αὐτή ὑφίσταται στό μέτρο συνεχοῦς ἐγκαταβιώσεως σέ Μονή. Ἐξάλλου, ὅπως ἀναλυτικώτερα κατωτέρω θά ἀναπτυχθεῖ, λόγω τῆς τελέσεως τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα καί στούς μαθητές τῆς Ριζαρείου Σχολῆς
(61), εἶναι πρακτικά ἀδύνατο νά ἐπιβληθεῖ ὡς ὑποχρεωτική ἡ περιβολή τοῦ Ρασοφόρου σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τούς Κληρικούς καί τούς Μοναχούς. Πάντως, εἶναι εἰθισμένη ἐκκλησιαστική πρακτική, οἱ ἐνδυόμενοι ράσο κατώτεροι Κληρικοί (Ἀναγνῶστες, Ψάλτες, Νεωκόροι κλπ), νά τό φέρουν μόνο κατά τίς Ἀκολουθίες καί ὄχι στην καθημερινή ζωή τους, χωρίς αὐτό νά θεωρεῖται ἀπρέπεια ἤ νά συντρέχει λόγος σκανδαλισμοῦ τῶν πιστῶν. Τέλος, ὀφείλουμε νά ἔχουμε κατά νοῦ καί τό παράδειγμα τό ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Βαλσαμών ἀναφέρει(62), τῶν "μελανειμονούντων γυναικῶν", οἱ ὁποῖες κατά τήν διάρκεια τοῦ "πενθίμου ἐνιαυτοῦ" ἐνδύονταν μέ μελανά χρώματα προσομοιάζοντας μέ Μοναχές, μετά δέ τήν πάροδο τῆς πένθιμης περιόδου ἐνδύονταν πάλι κοσμικά ροῦχα, χωρίς τήν ἐπέλευση κάποιας ἐννόμου ἤ κανονικῆς συνεπείας.

Ὡς πρός τήν ἀνάγνωση δύο εὐχῶν, πρέπει κατ' ἀρχή νά παρατηρηθεῖ ὅτι ἡ σχετική Ἀκολουθία εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα στό Εὐχολόγιο εἶναι νεώτερη καί ἑπομένως, προσαρμόστηκε ἀπό τούς συντάκτες της, ὄχι στήν κανονική τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν πρακτική, ἡ ὁποία ἀκολουθοῦνταν ἀπό τούς ἴδιους. Καί πάλι ὅμως, οἱ ἐκφράσεις ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες θά μποροῦσαν νά τεκμηριώσουν τήν ἄποψη ὅτι διά τῶν δύο αὐτῶν εὐχῶν ἀπονέμεται ἡ μοναχική ἰδιότητα εἶναι ἐλάχιστες
(63). Καί τοῦτο διότι ἄλλες μέν ἀπό τίς φράσεις τῶν δύο αὐτῶν εὐχῶν εἶναι γενικές, ἔχοντας ὡς μόνο σκοπό τήν ἔκφραση τῆς ἐπιθυμίας εὐοδώσεως τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, ἄλλες δέ μποροῦν νά ἑρμηνευθοῦν ποικιλοτρόπως καί ὄχι ὑποχρεωτικῶς ἀναφερόμενες στή μοναχική ἰδιότητα. Ἔτσι, ἐκφράσεις ὅπως: "εἰς τόν ζυγόν σου Δέσποτα, τόν σωτήριον, πρόσδεξαι τόν δοῦλόν σου" καί "πάσης αὐτόν ἐγκρατείας ἀνάδειξον ἀγωνιστήν", μποροῦν κάλλιστα νά χρησιμοποιηθοῦν σέ πολλές περιστάσεις κι ὄχι μόνο στήν πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος. Οἱ ἐκφράσεις δέ: "ὁ κατά τό πολύ ἔλεός σου ῥυσάμενος τόν δοῦλόν σου (τόνδε) ἐκ τῆς ματαίας τοῦ κόσμου ζωῆς, καί καλέσας αὐτόν εἰς τό σεμνόν τοῦτο ἐπάγγελμα" καί "ἀξίωσον οὖν αὐτόν ζῆσαι ἀξίως ἐν τῇ Ἀγγελικῇ ταύτῃ πολιτείᾳ", οἱ ὁποῖες ὄντως προϋποθέτουν υἱοθέτηση τοῦ μοναχικοῦ τρόπου ζωῆς, δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς λόγοι μέ τούς ὁποίους ἀπονέμεται ἡ μοναχική ἰδιότης, διότι κάλλιστα μποροῦν νά ἀναφέρονται καί σέ Δόκιμο Μοναχό, ὁ ὁποῖος "ποιεῖ τήν ἀπαρχήν" τῆς ἀσκήσεως. Τέλος, ἀπλή σύγκριση τῶν εὐχῶν αὐτῶν μέ τίς εὐχές τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ Σχήματος ἀποδεικνύει τήν τεράστια μεταξύ τους διαφορά· ἰδίως, πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι στίς δεύτερες αὐτές εὐχές τονίζεται πώς μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Σχήματος ἀρχίζει κατ' οὐσίαν ἡ μοναχική ζωή, διότι δι' αὐτῆς ἀποκτᾶται ἡ μοναχική ἰδιότης. Ἔτσι, ἀπαντῶνται ἐκφράσεις ὅπως: "Βλέπε τίνι προσέρχῃ, τίνι συντάσσῃ καί τίνι ἀποτάσσῃ", "Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, εἰσάγαγε τόν δοῦλόν σου (τόν δεῖνα) εἰς τήν πνευματικήν σου αὐλήν, καί συγκαταρίθμησον αὐτόν τῷ λογικῷ σου ποιμνίῳ", οἱ ὁποῖες προϋποθέτουν ὅτι ὁ κειρόμενος Μοναχός πρίν τή συγκεκριμένη Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Σχήματος δέν ἔφερε τή μοναχική ἰδιότητα. Ἐπίσης, ἀπό τή διαδικασία τῶν ἐρωταποκρίσεων τῆς αὐτῆς Ἀκολουθίας συνάγουμε τίς φράσεις: "Ποθεῖς ἀξιωθῆναι τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος καί κατάταγῆναι ἐν τῷ χορῷ τῶν Μοναζόντων;", "Εἰ οὖν βούλει Μοναχός γενέσθαι...", "χρή οὖν σε, ἀρξάμενον τῆς ὁδοῦ..." κλπ παρόμοιες, οἱ ὁποῖες ὑποδηλώνουν ὅτι ὁ κειρόμενος ἀπό τῆς λήψεως τοῦ Μικροῦ Σχήματος ἀρχίζει νά εἶναι Μοναχός καί ὄχι νωρίτερα. Ἑπομένως, ἡ ἀνάγνωση τῶν δύο εὐχῶν κατά τήν Ἀκολουθία εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα δέν ἐπαρκεῖ γιά τήν ἀπονομή τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος.

Ὡς πρός τόν παραλληλισμό τῆς Ρασοφορίας μέ δοθεῖσα ὑπόσχεση περιβολῆς τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος, ἡ ὁποία κατά τούς Ἱερούς Κανόνες εἶναι δεσμευτική καί ὑποχρεώνει τόν ὑποσχεθέντα στήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως, παρατηρητέον ὅτι ἀκόμη καί ἄν δεχθοῦμε τήν ἀνωτέρω συλλογιστική κατασκευή ὡς ἔχει, πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι ἡ ὑπόσχεση αὐτή εἶναι ὑπό τήν αἵρεση τῆς προηγούμενης, ὑποχρεωτικῆς τριετοῦς δοκιμασίας πρίν τή λήψη τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος καί ἑπομένως, ἐάν ἐπέλθει αὐτή, θά ἐπέλθει διά τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ Σχήματος. Σέ περίπτωση δέ κατά τήν ὁποία ὁ ὑποσχεθείς κριθεῖ μή ἱκανός νά λάβει τή μοναχική ἰδιότητα, ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε ἠθική δέσμευση ἀπορρέουσα ἀπό τήν ὑπόσχεσή του.



8. Audiatur et altera pars.

Τό ἰσχυρότερο ἐπιχείρημα ὅσων δέ δέχονται ὅτι ὁ Ρασοφόρος Μοναχός ἔχει τήν μοναχική ἰδιότητα εἶναι ὅτι διά τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα δέν πληροῦνται οὔτε οἱ κανονικές, οὔτε οἱ νόμιμες προϋποθέσεις προσκτήσεως της. Κατά τά σύγχρονα συστηματικά ἐγχειρίδια Ἐκκλησιαστικοῦ ἤ Κανονικοῦ Δικαίου
(64), οἱ προϋποθέσεις ἀποκτήσεως τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος εἶναι οἱ ἑξῆς: 1. Ὁ ὑποψήφιος πρέπει νά εἶναι ἄγαμος, ἤ ἐν χηρείᾳ ἤ νομίμως διαζευγμένος ἤ νά προσκομίζει ρητή δήλωση συγκαταθέσεως τῆς συζύγου του, ἐνῶ τά παιδιά του θά πρέπει νά εἶναι ὅλα ἄνω τῶν 18 ἐτῶν. 2. Ὡς Δόκιμος προσλαμβάνεται ὅποιος ἔχει συμπληρώσει τό 16ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐνῶ Κουρά μπορεῖ νά γίνει μόνο σέ ἐνήλικες (ἄνω τῶν 18 ἐτῶν). 3. Ἡ ἐπιλογή τοῦ μοναχικοῦ βίου πρέπει νά εἶναι ἐκούσια "ἄνευ ἀνάγκης ἤ βίας", φόβου ἤ πλάνης. Αὐτό διασφαλίζεται μέ τήν πανηγυρική, ρητή καί κατηγορηματική δήλωση βουλήσεως τοῦ προσερχομένου κατά τήν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Σχήματος. 4. Ὁ ὑποψήφιος πρέπει νά εἶναι διανοητικῶς ὑγιής, ὥστε νά ἔχει ἐπίγνωση τῶν πραττομένων. 5. Ἡ τριετής δοκιμασία ὑπό τούς ὅρους τοῦ Ε' κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (861)(65). 6. Ἡ ὕπαρξη κενῆς θέσεως στή Μονή ἐγκαταβιώσεως. 7. Ἡ μοναχική ὁμολογία πρό τῆς Κουρᾶς, ἐπίσης πανηγυρική, ρητή καί κατηγορηματική, διά τῆς ὁποίας ὁ ὑποψήφιος ὑπόσχεται παρθενία, ἀκτημοσύνη καί ὑπακοή διά βίου. 8. Ἡ μοναχική Κουρά κατά τά θέσμια τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας(66). 9. Ἡ τέλεση τῆς Κουρᾶς σέ νομίμως καί κανονικῶς συνεστημένη Μονή(67). 10. Ἡ τέλεση τῆς Κουρᾶς ἀπό κανονικό Ἐπίσκοπο ἤ Πρεσβύτερο. 11. Ἡ ἐγγραφή σέ Μοναχολόγιο νομίμως καί κανονικῶς συνεστημένης Μονῆς. Ἡ σωρρευτική συνδρομή καί τῶν ἔνδεκα ἀνωτέρω προϋποθέσεων διασφαλίζει τό κῦρος μιᾶς Κουρᾶς ὡς νόμιμης καί κανονικῆς, ἱκανῆς νά προσδώσει τή μοναχική ἰδιότητα στόν ὑποστάντα τήν Κουρά. Εἶναι παραπάνω ἀπό πρόδηλο ὅτι ὁ Ρασοφόρος δέν πληροῖ ὅλες αὐτές τίς προϋποθέσεις, ἰδίως τίς ἀνωτέρω ὑπ' ἀριθ. 3, 5, 7, 8 καί 11, καί ἑπομένως διά τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα δέν ἀπονέμεται ἡ μοναχική ἰδιότης.

Τέλος, πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι τά ἀνωτέρω μνημονευόμενα συστηματικά ἐγχειρίδια Ἐκκλησιαστικοῦ ἤ Κανονικοῦ Δικαίου δέ μνημονεύουν κάν τή λέξη "Ρασοφόρος", γεγονός τό ὁποῖο ὀφείλεται στήν ἀνυπαρξία σχετικοῦ κανόνα, ὁ ὁποῖος νά ρυθμίζει τά τοῦ Ρασοφόρου, ἀλλά καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖ πρόκριμα γιά μή θεώρηση τοῦ Ρασοφόρου ὡς κανονικοῦ Μοναχοῦ. Ἔτσι, ἔχει ἐφαρμογή ἡ ἀρχή τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου: "οὐ χρή τά μή παρά τινος ἁγίας συνόδου κυρωθέντα καί στηριχθέντα, ὡς κανονικά κρατεῖν διατάγματα, μηδ' ἔπεσθαι τούτοις, καί μᾶλλον ἔνθα κανόσιν ἐναντιοῦνται"
(68).



9. Ἡ κρατοῦσα ἐκκλησιαστική πρακτική.

Ἕνα ἐπιπλέον ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι, μέ ἐξαίρεση τό Ἅγιο Ὄρος ὅπου ἀνωτέρω ἀναπτύχθηκε τί ἐθιμικῶς ὡς ἐκκλησιαστική πρακτική ἐπικρατεῖ, στόν ὑπόλοιπο Ὀρθόδοξο κόσμο καί μάλιστα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, φαίνεται νά ὑπάρχει
(69) ἄγνοια περί τό μόρφωμα τοῦ Ρασοφόρου Μοναχοῦ. Ἤ, ἄν δεν ὑπάρχει ἄγνοια, ὑπάρχει συνείδηση ὅτι αὐτός δέν ἔχει τή μοναχική ἰδιότητα καί συνεπῶς δέν εἶναι κανονικός Μοναχός, ἐντασσόμενος στήν τάξη τῶν Δοκίμων(70). Ἔτσι, ἐάν κανείς ἀνατρέξει σέ συλλογές κανόνων καί νόμων, οἱ ὁποῖες κυκλοφοροῦσαν στόν Ὀρθόδοξο χῶρο κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, καί μάλιστα πρίν τήν ἐμφάνιση τοῦ Πηδαλίου τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου(71), καί χρησίμευαν στούς κατά τόπους Ἐπισκόπους στήν ἀπονομή τοῦ Δικαίου, θά παρατηρήσει ἀνυπαρξία τοῦ σχετικοῦ λήμματος. Κλασικό παράδειγμα ὡς πρός αὐτό ἡ Βακτηρία Ἀρχιερέων(72) τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἰακώβου, Ἐπιτρόπου Ἰωαννίνων. Ἄν ἀνατρέξει κανείς στούς τρεῖς τόμους τῆς πρόσφατης κριτικῆς ἐκδόσεως δέν πρόκειται νά συναντήσει τή λέξη "Ρασοφόρος", παρά τήν συστηματική ἀναφορά καί ἐνασχόληση μέ τούς κανόνες οἱ ὁποῖοι διέπουν τά μοναχικά θέσμια, καί τοῦτο εἶναι σημαντικό, διότι ἡ Βακτηρία Ἀρχιερέων ἦταν πρίν τήν ἐμφάνιση τοῦ Πηδαλίου ἡ κυριώτερη καί πιό εὑρέως διαδεδομένη νομοκανονική συλλογή, ἡ ὀποία ἐπηρέασε, ὄχι τόσο τούς Ἐπισκόπους κατά τήν ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης ἀπό τά ἐπισκοπικά δικαστήρια, ὅσο τούς Πνευματικούς στό ἔργο τῆς Ἐξομολογήσεως, καθώς καί τούς Ἡγουμένους στό ἔργο τῆς τομῆς πνευματικῶν θεμάτων καί τῆς διοικήσεως τῆς Μονῆς γιά περισσότερα ἀπό 150 χρόνια. Αὐτό βεβαίως, δέ συνεπάγεται τήν ἀνυπαρξία Ρασοφόρων στόν ἑλλαδικό χῶρο, ἀλλ' ὁπωσδήποτε τή μή συγκατάταξή τους στή χορεία τῶν Μοναχῶν. Οἱ σχετικές θεωρήσεις εἰσήχθησαν ἀργότερα, μετά τήν ἐκδίωξη τῶν Κολλυβάδων ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ὁπότε πολλές συνήθειες μεταφέρθηκαν μαζί τους ἐκτός Ἁγίου Ὄρους, χωρίς ὅμως, νά συμμεταφερθοῦν καί τά διοικητικά θέσμια ἐποπτείας τῆς μοναχικῆς ζωῆς, μέ ἀποτέλεσμα νά σημειωθοῦν ἐκτροπές καί νά φθάσει ὁ Ρασοφόρος νά θεωρεῖται συνώνυμο τοῦ πλάνητος Μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος διαβιοῖ ἐν τῷ κόσμῳ ἀτάκτως καί παρά τούς μοναχικούς κανόνες καί τίς ἀρχές τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Ἐξάλλου, λόγω τῶν πολλῶν προβλημάτων, τά ὁποῖα Ρασοφόροι δημιουργοῦσαν καί τά ὁποῖα εἶχαν ἄσχημες γενικῶς ἐπιπτώσεις στό ἐπίπεδο καί τήν εἰκόνα τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ στήν Ἑλλάδα, ἤδη ἀπό τίς ἀπαρχές τῆς συγκροτήσεώς της ἡ Ἑλλαδική Ἐκκλησία ἀσχολήθηκε μέ τό θέμα. Ἀφορμή ἔδωσε ἡ "Ἔκθεσις περί τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων"
(73) τῆς 7/1961833 τῶν Σπυρίδωνος Τρικούπη, Πανούτσου Νοταρᾶ, Ἀρδαμερίου Ἰγνατίου, Ἐλαίας Παϊσίου, Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Φαρμακίδου, Κωνσταντίνου Σχινᾶ καί Σκαρλάτου Βυζαντίου πρός τήν Ἀντιβασιλεία, ἡ ὀποία ἐπιτρόπευε τόν ἀνήλικο τότε Ὄθωνα. Ἐκεῖ περιγράφεται ἡ ἐκμετάλλευση ἐκ μέρους πολλῶν Ρασοφόρων τῆς ἐνδιάμεσης αὐτῆς ἰδιότητός τους μέ συνέπεια νά περιέρχονται τίς πόλεις καί βασιζόμενοι στήν ἄγνοια τοῦ κόσμου νά προσπορίζονται ἴδια ὀφέλη, ἀνεξέλεγκτοι ἀπό ὁποιαδήποτε ἐκκλησιαστική ἀρχή, μοναστηριακή ἤ ἐπισκοπική. Συνεπείᾳ τῶν ἀνωτέρω ἐκδόθηκε(74) ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡ ὑπ' ἀριθ. 461/2398/3981/16121927 Ἐγκύκλιος(75), ἡ ὁποία διαλαμβάνει τά ἑξῆς: "Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος πληροφορεῖται, διότι (sic) ἀπό τινος χρόνου ρασοφοροῦντες Μοναχοί καί Μοναχαί περιφέρονται ἀνά τάς πόλεις ἤ διαβιοῦσιν ἐν μή ἀνεγνωρισμέναις Μοναῖς, ἄνευ κανονικῆς ἀδείας. Ἐπιθυμοῦσα δ' ἵνα τό ἄτοπον τοῦτο ἐκλείψῃ ἐντελλόμεθα Ὑμῖν, ἵνα ὡς κανονικούς Μοναχούς ἀναγνωρίζητε μόνον τούς κανονικῶς ἐγγραφέντας ἐν ἀνεγνωρισμένῃ Μονῇ καί ὑποστάντας τήν ἀπαιτουμένην δοκιμασίαν, καρέντας δ' εἶτα, μετά τήν πρότασιν τοῦ οἰκείου Ἡγουμενοσυμβουλίου καί ἐγκρίσει τοῦ ἁρμοδίου Ἱεράρχου, κατά τάς νομίμους διατυπώσεις. Ἐφιστῶσα δέ τήν προσοχήν Ὑμῶν ἐπί τῆς παρούσης, ἀπεκδέχεται τήν ἀκριβῆ τήρησιν, πρός περιστολήν ἀταξίας, λαμβανούσης ὁσημέραι διαστάσεις, ἐπί προφανεστάτῃ βλάβῃ τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας". Ἐν συνεχείᾳ δέ τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς, ἐκδόθηκε νεώτερη(76), ἡ ὁποία κατά τό ἐνδιαφέρον μέρος αὐτῆς ἔχει ὡς ἑξῆς: "Ἔν τισι τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς καθ' ἡμᾶς ἐπικρατείας παρά τάς ἐν προκειμένῳ Κανονικάς Διατάξεις(77), ἐπικρατεῖ ἐφάμαρτος συνήθεια, ὅπως καί εἰς τό Μοναχολόγιον αὐτῶν καταγράφονται πρόσωπα οὐδέποτε χειροθετηθέντα εἰς Μοναχούς, ἀλλά μόνον τῆς εὐχῆς τῆς ρασοφορίας δεχθέντα· τό ἄτοπον τοῦτο διαβλέπουσα ἡ Ἱερά Σύνοδος καί ἐπιθυμοῦσα τήν ἄρσιν τούτου, ἐφ' ὅσον ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέουσιν ἀποτελέσματα ἤκιστα συντελεστικά τοῦ σεβασμοῦ καί ἐκτιμήσεως πρός τά θέσμια τῆς Μοναστικῆς πολιτείας καί τῆς ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς εὐπρεπείας καί τάξεως, ἔγνω, ἵνα προτρέψηται Ὑμᾶς, ὅπως ἐκδώσητε τάς δεούσας διαταγάς τοῖς ὑφ' Ὑμῶν Ἡγουμενοσυμβουλίοις, τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ἵνα μελλοντικῶς, ἐπ' οὐδενί λόγῳ καταγράφωσιν εἰς τάς Μοναχολογίας (sic) αὐτῶν πρόσωπα μή χειροθετηθέντα εἰς Μοναχούς διά τοῦ Μικροῦ ἀγγελικοῦ σχήματος· ἐάν δέ τυχόν ὑπάρχωσιν τοιαῦτα μόνον μέ εὐχή τῆς ρασοφορίας, καί μή καταταγέντα ἐν τῷ μεταξύ εἰς τάς τάξεις τοῦ Κλήρου, δέον νά χειροθετηθῶσι διά τοῦ Μικροῦ σχήματος εἰς Μοναχούς". Παρά τίς ἀνωτέρω Συνοδικές Ἐγκυκλίους καί τίς ἀποτρεπτικές τους παραινέσεις, ἀρκετοί Ἀρχιερεῖς, ἰδίως ἀπό τούς νεωτέρους, εἴτε λόγω ἀγνοίας, εἴτε ἐξαιτίας τῆς συγχύσεως περί τήν ἰδιότητα τοῦ Ρασοφόρου, ὄχι μόνον χειροθετοῦν Ρασοφόρους, ἀλλά θεωροῦν ὅτι εἶναι μετά τό στάδιο τῆς δοκιμῆς τό πρῶτο εἰσαγωγικό στάδιο στήν κυρίως μοναχική ζωή. Παρ' ὅλ' αὐτά ὅμως, στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος γενικῶς οἱ Ρασοφόροι, ἐν ὄψει καί τῶν ἀνωτέρω Ἐγκυκλίων, δέ θεωροῦνται Μοναχοί.

Τέλος, ἄν κανείς ἀνατρέξει στήν Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία
(78), πέραν τῶν λοιπῶν πληροφοριῶν περί Ρασοφορίας, θά δεῖ ὅτι κατά τήν κρατοῦσα ἐκκλησιαστική τάξη ἡ Ἀκολουθία εἰς Ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα τελεῖται καί στούς μαθητές τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχολῶν, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστική Σχολή. Εἶναι δέ αὐτονόητο ὅτι οἱ μαθητές τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχολῶν δέν ἀποκτοῦν διά τῆς Ἀκολουθίας αὐτῆς τή μοναχική ἰδιότητα καί συνεπῶς μποροῦν ἐλευθέρως στή συνέχεια νά συνάψουν γάμο.



10. Συμπεράσματα.

Ἐν ὄψει τῆς ἀνωτέρω ἀναπτύξεως μποροῦμε νά καταλήξουμε στά ἑξῆς συμπεράσματα: 1. Ὁ Ρασοφόρος δέν ἔχει τή μοναχική ἰδιότητα, ἐνῶ μπορεῖ νά θεωρηθεῖ Δόκιμος Μοναχός, ἐφ' ὅσον ἐγκαταβιώνει σέ νομίμως καί κανονικῶς συνεστημένη Μονή. Ἐπιπλέον, δέν ἔχει τήν παραμικρή νομική ἤ κανονική ὑποχρέωση νά ἀναλάβει τή μοναχική ἰδιότητα διά τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ Σχήματος.

2. Διά τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα δέν ἐπέρχεται ἀλλαγή τοῦ νομικοῦ status τοῦ προσώπου.

3. Ὁ Ρασοφόρος δέν καθομολογεῖ τίς τρεῖς μοναχικές ἐπαγγελίες, τῆς παρθενίας, τῆς ἀκτημοσύνης καί τῆς ὑπακοῆς, παρά τό γεγονός ὅτι στό μέτρο πού ἐγκαταβιώνει σέ Μονή ἤ εἶναι Κληρικός, ὑποχρεοῦται σέ πλήρη συμμόρφωση πρός αὐτές καί τά μοναχικά θέσμια. Αὐτό ἐξάλλου, ἐπιβάλλεται καί ἀπό τίς ἀνωτέρω παρατιθέμενες Συνοδικές Ἐγκυκλίους, οἱ ὁποῖες εἶναι δεσμευτικές, τουλάχιστον στό κλῖμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῶν Νέων Χωρῶν.

4. Ὁ Ρασοφόρος μπορεῖ ἐλευθέρως
(79) νά ἀναχωρήσει ἀπό τή Μονή στήν ὁποίαν ὑπό δοκιμή ἐγκαταβιώνει, χωρίς τήν ἐπέλευση οὐδεμιᾶς κανονικῆς συνέπειας. Ἐξυπακούεται ὅτι ἐάν ἀναχωρεῖ γιά ἄλλη Μονή, ἔχει δικαίωμα νά διατηρήσει τήν ἀμφίεση τοῦ Ρασοφόρου· ἐάν ὅμως, ἀναχωρεῖ γιά νά ἐπιστρέψει στόν κόσμο, ὀφείλει νά τήν ἀποβάλει, μέ ἐξαίρεση ὅσους πρόκειται νά λάβουν χειροτονία.

5. Ὁ Ρασοφόρος, μετά τήν ἀποχώρησή του ἀπό τή Μονή ἀκωλύτως συνάπτει γάμο.

6. Ἐνόσῳ ὁ Ρασοφόρος ἐγκαταβιώνει ὡς τέτοιος σέ Μονή, δέ λογίζεται μέλος τῆς μοναστικῆς Ἀδελφότητος, οὔτε ἀποκτᾶ τά δικαιώματα μέλους. Ἰδίως, δέ λαμβάνει μέρος στή διοίκηση τῆς Μονῆς, οὔτε ψηφίζει γιά τήν ἀνάδειξη τῶν διοικητικῶν της ὀργάνων (Ἡγουμένου, Ἡγουμενοσυμβουλίου), ἐνῶ ἐξυπακούεται ὅτι δέν μπορεῖ νά ψηφισθεῖ γιά τήν ἀνάληψη διοικητικῆς θέσεως στή Μονή.

7. Δέ λαμβάνει χώρα ἡ μοναχική ἀποταγή καί ἑπομένως, ὁ Ρασοφόρος, ἐφ' ὅσον δέν ἐπέρχονται οἱ ἀπό ἀπόψεως Κληρονομικοῦ Δικαίου συνέπειες, διατηρεῖ τήν περιουσία του, θεωρούμενος ἀπό τό κοινό Δίκαιο ὡς λαϊκός. Ἐπίσης, μπορεῖ ἐγκύρως νά παραστεῖ ὡς παράνυμφος σέ γάμο, ὡς ἀνάδοχος σέ βάπτιση, ὡς ἐπίτροπος, κηδεμόνας ἤ ἐγγυητής ἄλλων.

8. Ὁ Ρασοφόρος, τηρουμένων τῶν νομίμων καί κανονικῶν προϋποθέσεων, μπορεῖ νά χειροτονηθεῖ Κληρικός καί νά ἀναλάβει πλήρη ἐφημεριακά καθήκοντα, ἀκόμη καί ὡς τακτικός Ἐφημέριος, μιᾶς πού ὡς μή Μοναχός δέν ὑπόκειται στούς σχετικούς περιορισμούς, στούς ὁποίους ὑπόκεινται οἱ Ἱερομόναχοι βάσει τοῦ Κανονισμοῦ 2/1969 (Φ.Ε.Κ. Α' 193/ 1970) τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος "περί Ἱερῶν Ναῶν, Ἐνοριῶν καί Ἐφημερίων"
(80). Ἔτσι, ἀναβιώνει τό ἀρχαῖο μόρφωμα τοῦ ἀγάμου (μή Μοναχοῦ) ἐν τῷ κόσμῳ Κληρικοῦ, τό ὁποῖο ἐνῶ στή Ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία, λόγω τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀγαμίας τοῦ Κλήρου, διατηρεῖται, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει σχεδόν ἐκλείψει.



11. Χαριστήριος ἐπίλογος.

Τό παρόν ἄρθρο εὐσεβάστως καί υἱικῶς ἀφιεροῦται εἰς τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλο ἐπί τῇ συμπληρώσει ἑπταετοῦς πολυκάρπου καί καλλικάρπου θεοφιλοῦς ποιμαντορίας εἰς τόν Ἀποστολικό Θρόνο τῶν Ἀθηνῶν μέ τήν εὐχή Κύριος ὁ Θεός νά τόν διαφυλάττει σῶον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καί ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀληθείας.







Σημειώσεις
* Ὑπό τόν ἴδιο τίτλο ὑπάρχει μία μελέτη τοῦ ἀειμνήστου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Εὐαγγέλου Μαντζουνέα, Γραμματέως τῆς Μονίμου Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Νομοκανονικῶν Ζητημάτων, ἡ ὁποία συντάχθηκε ὡς γνωμοδότηση ἐπί σχετικοῦ ἀναφυέντος προβλήματος. Λόγω ὅμως, τοῦ ἐπείγοντος τῆς συγγραφῆς, τό σχετικό πόνημα τοῦ π. Εὐ. Μαντζουνέα κρίνεται ἀπό πολλές ἀπόψεις ἀτελές. Ὁ συγγραφέας του παραθέτει μία σύντομη ἱστορική ἀναδρομή τῆς ἐξελίξεως τοῦ μοναχικοῦ θεσμοῦ στήν Ἐκκλησία, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στίς διακρίσεις τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος, ἐνῶ ἀρκεῖται στή μνεία δύο Συνοδικῶν Ἐγκυκλίων οἱ ὁποῖες παρατίθενται κατωτέρω γιά τήν τομή τοῦ ζητήματος, χωρίς νά προβαίνει σέ ἐνδελεχέστερη ἐξέταση τοῦ θέματος βάσει νομοκανονικῶν καί ἱστορικῶν δεδομένων. Ἐπίσης, δέν ἐξετάζει τήν ἐκκλησιαστική πρακτική στήν ἀντιμετώπιση τῶν Ρασοφόρων κατά τήν Ὑστεροβυζαντινή περίοδο καί κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὁπότε καί οὐσιαστικά ἀναπτύχθηκε τό μόρφωμα τοῦ Ρασοφόρου.
Σημειωτέον ἐπίσης, ὅτι ἡ χρήση τοῦ οὐσιαστικοῦ "μοναχός" μετά τό ἐπίθετο "ρασοφόρος", δέ σημαίνει ὅτι ὁ Ρασοφόρος ἔχει τή μοναχική ἰδιότητα· χρησιμοποιεῖται κατά τόν ἴδιο τρόπο κατά τόν ὁποῖο χρησιμοποιεῖται στήν ἔκφραση "Δόκιμος Μοναχός", ὁπότε σημαίνει τόν ὑποψήφιο μοναχό, τό λαϊκό ὑπό μοναχική δοκιμή.
1. - Ἤδη γιά παράδειγμα, στό Ἁγιώνυμο Ὄρος θεωρεῖται δεδομένη ἡ πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος καί ἡ ἐπέλευση τῶν ἐξ αὐτῆς ἀπορρεουσῶν κανονικῶν ὑποχρεώσεων ἅμα τῇ τελέσει τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα (Γιά τήν Ἀκολουθία αὐτή, βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, Ἐκδ. Ἀστέρος, Ἀθῆναι 1970, σ. 188 καί 189). Ἀντιθέτως, στό κλῖμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κάτι τέτοιο δέ γίνεται γενικῶς δεκτό, μέ συνέπεια οἱ Ρασοφόροι Μοναχοί νά μήν ἐγγράφονται στά Μοναχολόγια τῶν Ἱερῶν Μονῶν, γεγονός πού ἀποδεικνύει ὅτι δέν θεωροῦνται Μοναχοί, ἀλλά ἀπλῶς Δόκιμοι.
2. - Γιά μιά ἱστορική ἀναδρομή στήν ἐξέλιξη τῶν διακρίσεων τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος, βλ. τό Κεφ. Θ´, "Αἱ Μοναχικαί τάξεις καί αἱ βαθμίδες τῆς τελειώσεως κατά τόν Εὐστάθιον Θεσσαλονίκης", στό Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Μοναχισμός, Μορφές καί Θέματα, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 161177 (ἐφ' ἑξῆς: Ζήση, Μοναχισμός). Ἐπίσης, παράθεση τῶν σχετικῶν πηγῶν, βλ. στό Γεωργίου Πουλῆ, Ἡ ἄσκηση βίας στήν ἅμυνα καί στόν πόλεμο κατά τό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο, ἐκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 19902, σ. 152 σημ. 312, καθώς καί στό Γεωργίου Πουλῆ, "Νομοκανονικά προβλήματα τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης" στόν τόμο ΚΕ´ Δημήτρια Δ´ Ἐπιστημονικό Συμπόσιο "Χριστιανική Θεσσαλονίκη ἀπό τῆς ἐποχῆς τῶν Κομνηνῶν μέχρι καί τῆς Ἁλώσεως τῆς Θεσσαλονίκης ὑπό τῶν Ὀθωμανῶν (1430) (11ος15ος μ.Χ. αἰῶνες)", Κέντρου Ἱστορίας Θεσσαλονίκης τοῦ Δήμου Θεσσαλονίκης, Αὐτοτελεῖς ἐκδόσεις ἀριθ. 10, σ. 146152 μέ τίς ὑποσημ. 630, ὅπου περαιτέρω παραπομπές καί βιβλιογραφία περί τῶν διακρίσεων τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος. Ἀπαραίτητη ἐπίσης, κρίνεται ἡ μνεία δύο εἰδικῶν μονογραφιῶν ἀσχολουμένων μέ τίς ἀπαρχές τοῦ μοναχικοῦ θεσμοῦ καί τίς προσπάθειες κανονικῆς ὀργανώσεώς του. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ παλαιά μέν, ἀλλά ἀκόμη ἀναντικατάστατη ἐπί ὑφηγεσίᾳ διατριβή τοῦ Δημ. Ἀ. Πετρακάκου, Οἱ Μοναχικοί Θεσμοί ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ, τ. Ι, A. Deichert'sche Verlagsbuchhandlung Nachf. (Georg Böhme), Λειψία, 1907, ὅπου μελετᾶται ἡ πρώτη ὀργάνωση τοῦ Μοναχισμοῦ μέχρι τόν τέταρτο αἰῶνα. Ἡ δέυτερη εἶναι ἡ ἑρευνητική μελέτη τοῦ Σάββα Ἀγουρίδη, Μοναχισμός, ἔκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1997, ὅπου μεταξύ ἄλλων, μελετῶνται τά γενεσιουργά αἴτια τοῦ Μοναχισμοῦ.
3. - Βεβαίως, πρίν τόν Παχώμιο ὑπῆρξαν καί ἄλλοι πολλοί ἀσκητές, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους ἐπέδρασαν καταλυτικά στήν ανάπτυξη τοῦ Μοναχισμοῦ καί τιμῶνται μέχρι σήμερα ὡς οἱ θεμελιωτές του, ὅπως ὁ καθηγητής τῆς ἐρήμου Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Παῦλος τῆς Θηβαΐδος, ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος κ.λπ., ὅλοι αὐτοί ὅμως, ἔζησαν ὡς ἀναχωρητές, χωρίς νά ὀργανώσουν γύρω τους μοναχική κοινωνία. Καί μπορεῖ μέν νά ὑπάρχει πλούσια ἀσκητική γραμματεία ἀναφερόμενη σέ αὐτούς, δέ μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ὅμως, σύστημα ρυθμίσεως τῆς διαβιώσεώς τους, ἄν ὄχι ὑπό μορφή κανόνων, ἔστω ὡς ἀρχές δεσμευτικές. Ἔτσι, η παντελής ἔλλειψη νομοκανονικῆς ὀργανώσεως στά περιβάλλοντα τῶν Ἀσκητῶν αὐτῶν, φέρει τόν Παχώμιο ὡς τόν πρῶτο ὀργανωτή τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχικοῦ συστήματος στήν Ταβέννησο τῆς Ἄνω Αἰγύπτου καί συντάκτη Κανόνων ρυθμιστικῶν τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Βεβαίως, εἶναι δυστύχημα τό ὅτι οἱ "Μοναχικοί Κανόνες" τοῦ Παχωμίου σώζονται σήμερα μόνο στή λατινική μετάφραση τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου, ἀποτελοῦν ὅμως, ἱκανό δεῑγμα ρυθμίσεως τῆς πρώτης αὐτῆς μοναχικῆς διαβιώσεως. Οἱ τρεῖς σωζόμενοι βίοι τοῦ Παχωμίου ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπό τούς Βολλανδιστές μοναχούς στό Acta Sanctorum, "Βίος τοῦ Ἁγίου Παχουμίου", τ. ΙΙΙ, σ. 25 ἑπ.. Νεώτερη κριτική ἔκδοση ἔχει γίνει ἀπό τόν F. Halkin, S. Pachomii vitae Graecae, Subsidia hagiographica, 19, Βρυξέλλες, 1932.
4. - Ἰδίως, βλ. Μεγάλου Βασιλείου, Ὅροι κατά πλάτος, στό Migne, P.G. 31, 8891052· τοῦ ἰδίου, Ὅροι κατ' ἐπιτομήν, στό Migne, P.G. 31, 10521305· Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Τύπος (...) καὶ νόμος (...) τῆς λαύρας, στό Ed. Kurtz, BZ 3 (1894), 168170. Στά ἀνωτέρω κείμενα, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τήν ἱστορική βάση τῶν Κανόνων τοῦ Μοναχικοῦ πολιτεύματος, χωρίς νά παραβλέπεται ἡ σημασία τῶν μεταγενεστέρων ἀντιστοίχων κειμένων, τό Μοναχικό Σχῆμα ἀντιμετωπίζεται ὡς ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο, ἐνῶ οἱ μετέπειτα διακρίσεις ἀγνοοῦνται παντελῶς.
5. - Τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Θεοδώρου, ἡγουμένου τοῦ Στουδίου διαθήκη, στό Migne, P.G. 99, 1820. Μέ τήν ἴδια ἀκριβῶς διατύπωση τό ἀνωτέρω χωρίο ὑπάρχει καί στήν Ἐπιστολή Ι, 10 τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου· βλ. Migne, P.G. 99, 941 C.
6. - Τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Θεοδώρου, ἡγουμένου τοῦ Στουδίου ἐπιτίμια, ἐπιτίμιο 2, 47, στό Migne, P.G. 99, 1753.
7. - Νικηφόρου Βλεμμύδου, Τυπικόν, ἔκδ. A. Heisenberg, Lipsiae 1986, σ. 96.
8. - Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περί μοναχικοῦ σχήματος (ἐπιστολή πρός τό Μοναχό Παῦλο), κριτική ἔκδοση ὑπό Ἀλεξάνδρου Λαυριώτου, στήν Ἐκκλησιαστικήν Ἀλήθειαν, 1901, σ. 5355.
9. - Ζήση, Μοναχισμός, σ. 164.
10. - Βλ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Νηός, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι ἅπαντες οἱ Ἱεροί καί Θεῖοι Κανόνες τῶν Ἁγίων Πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν τε καί Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν κατά μέρος Θείων Πατέρων ἑλληνιστί μέν χάριν ἀξιοπιστίας ἐκτιθέμενοι, διά δέ τῆς καθ' ἡμᾶς κοινοτέρας διαλέκτου πρός κατάληψιν τῶν ἀπλουστέρων ἑρμηνευόμενοι ὑπό Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καί Νικοδήμου Μοναχοῦ. Στό παρόν ἄρθρο ἔχουμε ὑπ' ὄψη μας τήν ἐνδέκατη ἐπανέκδοση τοῦ Πηδαλίου ἀπό τόν Ἐκδοτικό Οἶκο "ΑΣΤΗΡ", Ἀλ. καί Ἐ. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1993, ὑπό τήν ἐπιμέλεια τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κορίνθου κ.κ. Παντελεήμονος, ὅπου καί θά παραπέμπουμε ἐφεξῆς μέ τήν ἔνδειξη, Πηδάλιο. Βλ. Πηδάλιον, σ. 159160, σημ. 1.
11. - Βλ. Γεωργίου Πουλῆ, Ἡ ἄσκηση βίας στήν ἅμυνα καί στόν πόλεμο κατά τό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο, ἐκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 19902, σ. 152 σημ. 312, ὅπου ἐκτός τῶν ἄλλων, γίνεται εἰδική μνεία στό λεγόμενο "Κανονάριον", τό ὁποῖο ψευδεπίγραφα ἀποδίδεται στόν Ἅγιο Ἰωάννη Δ´, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τό Νηστευτή. Στό "Κανονάριον" αὐτό, ὑπάρχει ἔντονη ἡ διαφοροποίηση στίς ποινές, ἀναλόγως μέ τήν ἰδιότητα τοῦ Μικροσχήμου ἤ Μεγαλοσχήμου Μοναχοῦ. Στήν ἀνωτέρω σημείωση ὑπάρχουν παραπομπές σέ περαιτέρω βιβλιογραφία ἐπί τοῦ θέματος, τόσο σέ πηγές, ὅσο καί σέ εἰδικές μονογραφίες.
12. - Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, Ἐπίσκεψις βίου μοναχικοῦ, στό Migne, P.G. 135, 900. Ἀναλυτικώτερα τίς ἀπόψεις τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης ἐπί τοῦ ζητήματος, βλ. στό Γεωργίου Πουλῆ, "Νομοκανονικά προβλήματα τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης" στόν τόμο ΚΕ´ Δημήτρια Δ´ Ἐπιστημονικό Συμπόσιο "Χριστιανική Θεσσαλονίκη ἀπό τῆς ἐποχῆς τῶν Κομνηνῶν μέχρι καί τῆς Ἁλώσεως τῆς Θεσσαλονίκης ὑπό τῶν Ὀθωμανῶν (1430) (11ος15ος μ.Χ. αἰῶνες)", Κέντρου Ἱστορίας Θεσσαλονίκης τοῦ Δήμου Θεσσαλονίκης, Αὐτοτελεῖς ἐκδόσεις ἀριθ. 10, σ. 146152 μέ τίς ὑποσημ. 630, ὅπου περαιτέρω παραπομπές καί βιβλιογραφία.
13. - Βλ. Πηδάλιον, σ. 159160, σημ. 1.
14. - Βλ. Πηδάλιον, ὅ.π..
15. - Ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, π.χ. ἀναφερόμενος σέ Μανδυώτη Μοναχό, ὁ ὁποῖος ἀναβιβάσθηκε στό ἀξίωμα τοῦ Ἡγουμένου, ἀναφέρει: "τοιοῦτος δ' ἀπαιτούμενος καὶ φαίνεσθαι καὶ εἶναι ὁ μικροσχήμων μὲν καθηγούμενος δέ". Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, Ἐπίσκεψις βίου μοναχικοῦ, στό Migne, P.G. 135, 876.
16. - "Ὁ δέ Ἰώβ, ὁ καλούμενος ἁμαρτωλός, ἐν τῷ περί Μυστηρίων (παρά τῷ Συνταγματίῳ τοῦ Χρυσάνθου Ἱεροσολύμων) καὶ τρῖτον σχῆμα προσθέτει λέγων οὕτω· τὸ μοναχικὸν σχῆμα ἀπὸ τοῦ ἐλάττονος ἐπὶ τὸ τελειότερον προχωρεῖ, ἀπό μικροσχήμου καὶ ρασοφόρου καλουμένου, εἰς τὸ τῆς κουρᾶς ἅγιον σχῆμα καὶ ἀπὸ τούτου πάλιν εἰς τὸ ἀγγελικὸν μέγα καλούμενον· (...) Καὶ μικρόσχημον μὲν δὲν ὀνομάζει (τό Εὐχολόγιον) τὸν Ρασοφόρον, ὡς τὸν ὀνομάζει ὁ Ἰώβ, ἀλλὰ τὸν κοινῶς παρ' ἡμῶν λεγόμενον σταυροφόρον, τὸ ὁποῖον κουρᾶς σχῆμα ὠνόμασεν ὁ Ἰώβ ἀνωτέρω"· βλ. Πηδάλιον, ὅ.π..
17. - Γιά ὅλ' αὐτά, βλ. Ζήση, Μοναχισμός, σ. 163169. Δέ συμφωνοῦμε, γιά λόγους πού θά ἀναπτυχθοῦν κατωτέρω, μέ τήν πρόταση τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση ὅτι πρέπει νά δεχθοῦμε ὅτι οἱ Ρασοφόροι εἶναι οἱ πρώην εἰσαγωγικοί Μοναχοί, ἐνῶ οἱ Μικρόσχημοι εἶναι οἱ πρώην Μανδυῶτες καί ἑπομένως, μέ τόν τρόπο αὐτό, νά ἐπαναφέρουμε στή σύγχρονη μοναχική πράξη τήν τριχοτόμηση τοῦ Σχήματος, ἀπονέμοντας στούς Ρασοφόρους τή μοναχική ἰδιότητα.
18. - Γιά τό Βαλσαμῶνα, βλ. Σπ. Τρωιάνου, Οἱ Πηγές τοῦ Βυζαντνινοῦ Δικαίου, ἈθήναΚομοτηνή 19992, σ. 263268, ὅπου καί περαιτέρω βιβλιογραφία.
19. - "Τοῦ Ἁγιωτάτου Πατριάρχου Ἀντιοχείας κ. Θεοδώρου τοῦ Βαλσαμῶνος, Ἐπιστολή πρός τόν ὁσιώτατον καθηγητήν τῶν κατά τόν (sic) Παπίκιον μοναστηρίων, μοναχόν κυρόν Θεοδόσιον, χάριν τῶν ῥασοφόρων"· βλ. τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς στό ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. δ', σ. 497510.
20. - Βλ. κατωτέρω παράγραφο 5. Ἡ γνώμη τοῦ Βαλσαμῶνος.
21. - Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον θά ἐξετάσουμε κατωτέρω τήν ἄποψη τοῦ Βαλσαμῶνος μέσω τῆς ἑρμηνείας του στόν Ε' κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ὄχι μέσω τῆς παρούσας ἐπιστολῆς του εἶναι ὅτι στήν ἑρμηνεία του στόν κανόνα αὐτόν ὁ Βαλσαμών εἶναι πλέον περιληπτικός καί σαφής, ἐνῶ χρησιμοποιεῖ χαρακτηριστική νομοκανονική ὁρολογία. Ἁντιθέτως, στήν ἐπιστολή του πρός τό Θεοδόσιο πλατειάζει, ὥστε νά μπορεῖ ὁ μή νομικός παραλήπτης τῆς ἐπιστολῆς νά ἀντιληφθεῖ τήν ἄποψή του ὅσο πιό ξεκάθαρα γίνεται. Ἡ σημασία τῆς ἐπιστολῆς γιά τό θέμα μας ἔγκειται ἀκριβῶς σέ αὐτό· στό ὅτι προσπαθώντας ὁ Βαλσαμών νά εἶναι ὅσο τό δυνατόν πιό σαφής, καταγράφει ἱστορικά περιστατικά καί τή νομική πρακτική τῆς ἐποχῆς, διευκολύνοντάς μας νά ἀντιληφθοῦμε ποιοί λόγοι ὁδήγησαν στή δημιουργία τῆς τάξεως τῶν Ρασοφόρων τό 12ο αιῶνα.
22. - "... ἀναγκαζόμενοι τελειωθῆναι δι' ἀποκάρσεως, λέγουσιν, ὡς ὁ Μέγας Βασίλειος ἔν τισι τῶν ἀσκητικῶν διδασκαλιῶν αὐτοῦ διωρίσατο, ἐπί τριετίᾳ, τόν μονάσαι ὀφείλοντα, δοκιμάζεσθαι, καί, μετά τήν ταύτης παραδρομήν, ἤ λαμβάνειν τήν χάριν τῆς ἀποκάρσεως, ἤ ἀναχωρεῖν τῆς μονῆς, καί πρός τήν προτέραν λαϊκήν μεταπίπτειν διαγωγήν, λαμβάνοντα καί ἅ πρό τοῦ προσελθεῖν τῇ μονῇ ἐνεδιδύσκετο ἄμφια· καί ταῦτα γάρ ἐν ἀσύλῳ συντηρεῖσθαι παρεκελεύσατο. Ἵνατί γοῦν πρό τῆς τριετίας ἀναγκαζόμεθα τό βάρος ἐπιφορτισθῆναι τῆς ἀποκάρσεως; Εἰκός ἐστι ταύτης ἐντός μεταμεληθῆναι ἡμᾶς, καί τῆς τραχυτέρας ζωῆς τήν μαλακωτέραν προτιμήσασθαι, καί τῆς ἐπιπόνου τήν ἄπονον, καί ἀπεκδυθῆναι μέν τά μοναχικά, ἐνδυθῆναι δέ κογχυλόχροα καί χρυσόπαστα, ἀλλά μήν καί κρεωφαγῆσαι, καί νομίμως συναφθῆναι γυναιξίν· εἰ δεήσει δέ, καί στρατολογηθῆναι, καί ζώνας περιβληθῆναι ἀξιωμάτων βασιλικῶν. Ἄφες οὖν τῆς προθεσμίας τήν δωρεάν ἀκιβδήλευτον· ἴσως γάρ παραδράμῃ μετά τῆς αὐτῆς εὐθυδρομοῦσα προθέσεως, καί στηρίξει τῆς ἐπαγγελίας τήν εἴσπραξιν. Εἰ δέ κατεπείγεις τήν δόσιν παρά τά δόξαντα, αὐτοί ἑαυτοῖς ἐκ μεταμέλου χαρισόμεθα τήν ἀθώωσιν. Ἄλλως τε τούς εὐλαβομένους τήν τελειότητα τοῦ χαρίσματος, δέον ἐστί φιλοτιμεῖσθαι μᾶλλον καί μή κολάζεσθαι, εὐχαριστεῖσθαι καί μή τωθάζεσθαι, κηρύττεσθαι καί μή ἀποκηρύττεσθαι. Ἡ μέν γάρ περί τά θεῖα εὐλάβεια συνίστησι πίστεως καθαρότητα· ἡ δ' ἐπ' αὐτοῖς πρόχειρος εὐλάβεια, ἀπιστίας παρίστησι κιβδηλότητα. ...". ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. δ', σ. 498.
23. - Γιά τό κείμενο τοῦ κανόνα αὐτοῦ, βλ. κατωτέρω ὑποσημείωση 34.
24. - Εὐλόγως, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει κανόνας, ὁ ὁποῖος νά ἀναφέρεται σέ Ρασοφόρους. Γράφει πάλι χαρακτηριστικῶς ὁ Βαλσαμών: "(...) οἱ σήμερον κατά πᾶσαν τήν οἰκουμένην ἡγουμενεύοντες, τούς προσερχομένους αὐτοῖς, μηδέ διημερεύσαντας σχεδόν εἰς πολιτείαν μοναδικήν, οὐ μόνον μετασχηματίζουσι καί μετονομάζουσιν, ἀλλά καί τελειοποιοῦσι δι' ἀποκάρσεως;", βλ. ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. δ', σ. 507.
25. - Ἐντύπωση προξενεῖ τό γεγονός ὅτι ὁ Βαλσαμών στά ἀνωτέρω (ὑποσημ. 22) παρατιθέμενα ἐπιχειρήματα τῶν Ρασοφόρων ὑπεκφεύγοντας ἀπαντᾶ μόνον ὅτι τά ὅσα ἐπικαλοῦνται ὡς γνώμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, δέν ὑπάρχουν σέ κανένα σύγγραμμά του ("... Μάτην τοίνυν καί συκοφαντικῇ προαιρέσει καταψεύδονται τοῦ ἁγίου Πατρός, οἱ τά ῥηθέντα μυθοσκοποῦντες καί ἀναπλάττοντες."· βλ. ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. δ', σ. 499). Δέν ἀντιπαραθέτει ὅμως, κανένα ἐπιχείρημα πρός πραγματική ἀναίρεση τῶν ὅσων ἐπικαλοῦνται ἀφήνοντας τούς ἰσχυρισμούς τους ἀναπάντητους καί ἀποδεικνύοντας ἔτσι τό εὔθραυστο τῆς ἀπόψεώς του.
26. - "(...) διορίζεται (ὁ μέγας Πατήρ) τόν προσερχόμενον ἀπεκδύεσθαι ὅ ἐνεδιδύσκετο ἔνδυμα, ὅτε ἦλθεν εἰς τήν μονήν, καί ἐν ἀσύλῳ παραφυλάττεσθαι, διά δέ τῶν χειρῶν τοῦ ἀββᾶ ἐνδύμασι τοῦ μοναστηρίου μεταμφιέννυσθαι, ἵνα, καλοῦντος καιροῦ, ἐάν ἀδόκιμος περί τόν μονήρη βίον ἀναφανῇ, τά μέν τοῦ μοναστηρίου ἄμφια ἀπεκδυθῇ, τά δέ κοσμικά ἐνδυθῇ, καί τοῦ μοναστηρίου ἀπολυθῇ. Ὅτι δέ εἰσι τά μέν μοναστηρίου, μοναχικά, τά δέ κοσμικά, λαϊκά, οὐκ ἠγνόηται. Καί μήν οὐκ εἶπεν ὁ Πατήρ, ἐνδύματα μοναχικά τόν προσερχόμενον ἀμφιέννυσθαι, ἀλλ' ἐνδύματα τοῦ μοναστηρίου· εἰ γάρ ἴσως στρατιώτου δή ἐνδυμενίαν περιεβέβλητο, ἐκ κογχύλης ἤ καί χρυσόπαστον, διατρίβειν ἐν τῇ μονῇ μετά ταύτης οὐ παραχωρηθήσεται, διά τήν ἀπρέπειαν, καί ἵνα μή γαυριᾷ τό σῶμα τοῖς μαλακοῖς ἀμφίοις θρυπτόμενον· μετά δέ εὐτελῶν ἀμφίων ἐνδυμενίᾳ προσηκόντων λαϊκοῖς καί τῇ μονῇ διαφερόντων ἀναστρέφεσθαι. (...)". ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. δ', σ. 502.
27. - Λόγω τοῦ ἐκτενοῦς τοῦ συγκεκριμένου ἀποσπάσματος ὅπου ἀναπτύσσεται ἡ ἄποψη αὐτή, ἀλλά καί γιά οἰκονομία χώρου καί σεβόμενοι τήν κόπωση τήν ὁποία προκαλεῖ ἡ ἀνάγνωση μακρῶν ὑποσημειώσεων, δέν παραθέτουμε τό σχετικό κείμενο. Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά τό μελετήσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς μπορεῖ νά ἀνατρέξει στούς ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. δ', σ. 508510.
28. - Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ἡ μορφή ἑνός διαπρεποῦς ἑρμηνευτῆ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ Ἀρχιμ. π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου, ὁ ὁποῖος ὅσον καιρό παρέμενε ἐκτός Μονῆς διακονώντας τήν Ἐκκλησία ἐν τῷ κόσμῳ, δέ λάμβανε μοναχικό Σχῆμα, ὄντας ἀπλός Ρασοφόρος. Μέ πολλά δέ ἄρθρα του εἶχε αἰτιολογήσει τήν ἀπόφασή του αὐτή θεωρώντας πώς ἄμα τῇ λήψει τοῦ Σχήματος δεσμευόταν νά ἐγκαταβιώσει σέ Μονή, ἐνῶ ὡς Ρασοφόρος, χωρίς τή μοναχική ἰδιότητα, μποροῦσε νά δραστηριοποιηθεῖ ὡς ἄγαμος Κληρικός στήν κοινωνία.
29. - Βλ. κατωτέρω ὑποσημείωση 34.
30. - Γενικά γιά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη βλ. Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία (στό ἑξῆς ΘΗΕ), ἐκδ. Ἀ. Μαρτίνος, Ἀθῆναι 1960, λῆμμα Νικόδημος (ἄρθρο τοῦ Βασ. Βλ. Σφυρόερα), τ. 9, σ. 498 καί 499, μέ παράθεση σχετικῆς βιβλιογραφίας· Ἐπετηρίς Ἑταιρείας Κυκλαδικῶν Μελετῶν, τ. 16, 19962000, Πρακτικά Συμποσίου "Νικοδήμου Ἁγιορείτου τοῦ Ναξίου Πνευματική Μαρτυρία", ὅπου καί εἰδικές μελέτες γιά τό ἔργο τοῦ Ἁγίου καί νεώτερη βιβλιογραφία.
31. - Γιά τό κείμενο τῆς γνώμης αὐτῆς τοῦ Ἁγίου, καθώς καί μία σύντομη πραγματεία περί τῆς διακρίσεως τῶν Μοναχικῶν Σχημάτων, βλ. Πηδάλιον, σ. 259 καί 260. Τό εἰδικώτερα ἐνδιαφέρον γιά τό παρόν ἄρθρο σημεῖο, ἔχει ὡς ἑξῆς: "(...) Τούτων οὕτως εἰρημμένων, ὅσοι μέν φθάσουν νά γένουν ῥασοφόροι, δέν δύνανται πλέον νά ῥίψουν τά ῥάσα καί νά ὑπανδρευθοῦν, ἄπαγε. Πῶς γάρ τοῦτο θέλουν τολμήσουν, εἰς καιρόν ὁποῦ καί τάς τρίχας τῆς κεφαλῆς των ἐκούρευσαν, τό ὁποῖον δηλοῖ πώς ἀπέῤῥιψαν ἀπό τήν κεφαλήν των κάθε φρόνημα κοσμικόν, καί ἀφιέρωσαν τήν ζωήν των εἰς τόν Θεόν; Πῶς, ὁποῦ καί ῥάσον μοναχικόν δι' εὐλογίας ἐφόρεσαν, καί καλυμαύχιον, καί τό ὄνομά των ἄλλαξαν, καί δύω (sic) εὐχαί παρά τοῦ ἰερέως ἀνεγνώσθησαν εἰς αὐτούς, εἰς τάς ὁποίας ὁ ἱερεύς εὐχαριστεῖ τόν Θεόν, διά τί τούς ἐλύτρωσεν ἀπό τήν ματαίαν καί κοσμικήν ζωήν, καί τούς ἐκάλεσεν εἰς τό σεμνόν ἐπάγγελμα τῶν Μοναχῶν, καί παρακαλεῖ αὐτόν νά τούς δεχθῇ εἰς τόν σωτήριόν του ζυγόν; Καί ἄν, ἐκεῖνος ὁποῦ μοναχά ὑποσχεθῇ νά γένῃ καλόγηρος, χωρίς νά ῥασοφορέσῃ, πρέπει νά μή παραβαίνῃ, ἀλλά νά τελειόνῃ (sic) τήν ὑπόσχεσίν του (καί ὅρα τήν ὑποσημείωσιν τοῦ κή. τοῦ Βασιλ.) κατά τό, τάς εὐχάς μου ἀποδώσω τῷ Κυρίῳ, πόσῳ μάλλον ὁ καί τά ῥάσα φορέσας; Διά τοῦτο καί ὁ Βαλσαμών (Ἑρμ. τοῦ έ. τῆς α'. καί β'.) λέγει, ὅτι ὁ ῥασοφόρος δέν ἔχει πλέον ἄδειαν νά γένῃ λαϊκός, ἀλλά θέλει ἀναγκασθῇ νά τελειώσῃ τόν α' σκοπόν του, ἤτοι νά λάβῃ τό σχῆμα τέλειον, ὄχι καί δέν θέλει, νά ἔχῃ νά τιμωρῆται, καθώς ὁ νόμος προστάζει εἰς τόν α' τιτλ. τοῦ δ' βιβλ. ὅρα καί τήν ὑποσημείωσιν τοῦ ιη' τοῦ Βασιλ. ὀποῦ λέγει τά αὐτά καί Βαλσαμών ὁ αὐτός. (...)".
32. - Τό κείμενο τοῦ κανόνος αὐτοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: "Ἐξόν ὑπάρχει παντί χριστιανῷ τόν ἀσκητικόν ἑλέσθαι βίον, καί τήν πολυτάραχον ζάλην τῶν βιοτικῶν πραγμάτων ἀποθέμενον, ἐν μοναστηρίῳ εἰσιέναι, καί κατά τό μοναχικόν σχῆμα ἀποκαρῆναι, κἄν ἐν οἱῳδήποτε πταίσματι ἀλῷ· ὁ γάρ σωτήρ ἡμῶν θεός ἔφη. "Τόν ἐρχόμενον πρός με, οὐ μή ἐκβάλω ἔξω"· ὡς οὖν τῆς μοναχικῆς πολιτείας, τήν ἐν μετανοίᾳ ζωήν στηλογραφούσης ἡμῖν, τῷ γνησίως ταύτῃ προστιθεμένῳ συνευδοκοῦμεν· καί οὐδείς αὐτόν παρεμποδίσει τρόπος πρός τήν τοῦ οἰκείου σκοποῦ ἀποπλήρωσιν.", Πηδάλιον, σ. 258 καί 259. Κριτική ἔκδοση τοῦ κειμένου τοῦ κανόνος, βλ. στό PériclèsPierre Joannou, Discipline Generale Antique, (IVeIXe s.), Tipografia ItaloOrientale "S. Nilo" Grattaferrata (Roma), 1962, σ. 181. Ὅπως προκύπτει ἀπό τό νόημα τοῦ κανόνος, τό περιεχόμενό του ἀφορᾶ στή δυνατότητα τοῦ καθενός, ὁ ὁποῖος τό ἐπιθυμεῖ, νά ἀποκτήσει τή μοναχική ἰδιότητα, ἀσχέτως προτέρου βίου καί ἁμαρτημάτων στά ὁποῖα εἶχε κατά τό παρελθόν ὑποπέσει. Βάσει τοῦ κανόνος αὐτοῦ ἀποδεικνύεται ὅτι δέν ὑπάρχουν κωλύματα γιά τήν πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος παρόμοια μέ αὐτά τῆς Ἱερωσύνης, ἀλλά ἐξετάζεται μόνον ἡ διάθεση τοῦ προσερχομένου σέ κάποια Μονή καί ἡ δυνατότητά του νά συμμορφωθεῖ μέ τίς μοναχικές ἐπαγγελίες. Πάντως πουθενά στόν κανόνα αὐτό δέ γίνεται λόγος γιά διάκριση τῶν Σχημάτων σέ Μικρό ἤ Μεγάλο, πολλῷ δέ μᾶλλον γιά πρόσκτηση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος μέ τήν τέλεση τῆς Ἀκολουθίας τῆς ρασοφορίας.
33. - Ἡ γνώμη τοῦ Βαλσαμῶνα ἔχει ὡς ἑξῆς: "Τινῶν γάρ εἰσελθόντων εἰς μοναστήρια, καί ῥασοφορησάντων, ἴσως καί μετά τρισαγίου ἐν ναῷ, καί μετονομασθέντων, καί ἀπλῶς κατά μοναχούς ἀναστρεφομένων ἐντός τε καί ἐκτός τῆς μονῆς· πρό δέ τοῦ τελειωθῆναι διά τῆς μοναχικῆς ἀποκάρσεως, μετασχηματισθέντων, καί εἰς κοσμικήν ὑποστρεψάντων διαγωγήν, ἔστι δ' ὅτε καί νομίμως γυναικί συζευχθέντων, εἶπόν τινες, μηδέν αὐτούς ἀπεικός ποιῆσαι, ἀλλ' ἔχειν ἐπ' ἀδείας, ἐντός τῆς κανονικῆς τριετίας, πρό τῆς ἀποκάρσεως δηλαδή, ἐξέρχεσθαι τῆς μονῆς ἀπροκριματίστως, καί ἀποτίθεσθαι μέν τά μοναχικά ἄμφια, λαϊκά δέ ἐνδύεσθαι· ὅτι καί ὁ κανών περί τῶν ἀποκειρομένων πρό τῆς τριετίας θεσπίζει, οὐ μήν περί τῶν δοκιμαζομένων, καί ἔτι ὄντων ῥασοφόρων. Ἕτεροι δέ εἶπον, ὡς ὁ κανών μέν μοναχικόν σχῆμα καλεῖ τήν ἀπόκαρσιν· οὐ διορίζεται δέ τήν δοκιμήν γίνεσθαι μετά μοναχικῶν, καί ῥίπτειν ταῦτα, καί κοσμικά ἐνδύεσθαι καί ἀναχωρεῖν· τῷ τοι καί ἀναφαίνεται ὀφείλειν τόν δοκιμαζόμενον μετά λαϊκῶν ἀμφίων δοκιμάζεσθαι· ὁ γάρ ἅπαξ τά μοναχικά ἐνδυσάμενος, οὐ παραχωρηθήσεται, χθές μέν κατά μοναχούς ἐπί ἀγορᾶς ἀναστρέφεσθαι, σήμερον δέ κατά λαϊκούς θεατρίζεσθαι, καί οἷον ἐμπαίζειν, κατά σκηνικούς, τό ἅγιον σχῆμα· μάλλον μέν οὖν ἀναγκασθήσεται καί ἄκων ἀποκαρῆναι. Λέγοντες δέ ταῦτα, κατεσκεύαζον τόν λόγον αὐτῶν ἀπό τοῦ γ' κεφ. τοῦ ια' τίτλου τοῦ παρόντος συντάγματος λέγοντος περί τάς ἀρχάς οὕτως· Ἡ δέ ιγ' διάτ. τοῦ α' τίτλου τῶν νεαρῶν φησιν, ὅτι οἱ παραγγέλλοντες εἰς μονήρη βίον, εἴτε ἐλεύθεροι, εἴτε δοῦλοι, πρότερον τριετίαν προσκαρτερείτωσαν, κουρᾷ τε καί ἐσθῆτι χρώμενοι τῶν λαϊκῶν, καί τάς Γραφάς μανθάνοντες, καί τήν τύχην αὐτῶν ὁμολογοῦντες, καί τήν αἰτίαν τοῦ θέλειν μονάσαι, μήποτε πονηρά ἐστι, καί νουθετείσθωσαν. Καί εἰ προσκαρτερήσουσι τήν τριετίαν, καί ἄξιοι φανῶσι τοῦ μονᾶσαι, τότε κειρέσθωσαν· καί ἤθελον ἐκ ταύτης τῆς νεαρᾶς, οὔσης Ἰουστινιανείου, τήν δοκιμήν γίνεσθαι μετά λαϊκῶν ἀμφίων. Προσετίθουν δέ ὡς ἐπί τό ιγ' κεφ. τοῦ α' τίτλου τοῦ δ' βιβλίου τῶν βασιλικῶν, ὅπερ ἐστί κεφ. ξδ' τῆς ρκγ' Ἰουστινειανείου νεαρᾶς, διορίζεται τούς τολμήσαντας μιμήσασθαι σχῆμα μοναχοῦ, ἤ ἀσκητρίας, καί κατά σκηνικούς ἐμπαῖξαι τοῦτο οἱῳδήτινι τρόπῳ, σωματικῶς τιμωρεῖσθαι, καί ἐξορίζεσθαι· πολλῷ δέ πλέον κολασθήσεται ὁ ἐπαγγειλάμενος μοναδικήν διαγωγήν, καί εἰς μοναστήριον ἀπελθών, καί μοναχικήν ἐσθῆτα περιβαλλόμενος, ἐάν ὕστερον ἀνερυθριάστως εἰς λαϊκούς μετασχηματισθῇ. Ἄλλοι δέ εἶπον, ὡς οἱ ῥασοφορήσαντες μετά τρισαγίου, οὐ παραχωρηθήσονται μετασχηματισθῆναι εἰς λαϊκούς· οἱ δέ χωρίς τούτου μετασχηματισθέντες, ἀδιστάκτως ἐντός τῆς τριετίας, τῶν μέν μοναχικῶν ἀμφίων σχολήν καταψηφίσονται, ἐνδυθήσονται δέ λαϊκά· ὅτι καί γυναῖκες πενθοῦσαι τούς ἀποβεβιωκότας ἄνδρας αὐτῶν, μελανειμονοῦσιν ἐπί καιρόν, καί ἀκινδύνως αὖθις τά κοσμικά περιτίθενται· καί αὐτοί μέν ταῦτα. Τοῖς πλείοσι δέ καί εὐλαβεστέροις, οὐ δοκεῖ τό ἔχειν ἐπ' ἀδείας τόν εἰσελθόντα εἰς μοναστήριον, καί, ὡς ἄν ἔχῃ τό πρᾶγμα, μελανειμονήσαντα, καί κατά μοναχούς διατρίβοντα, μετασχηματισθῆναι εἰς λαϊκούς (sic)· ἐξῆν γάρ, φασίν, αὐτῷ, μετά λαϊκῶν ἐσθήτων δοκιμασθῆναι κατά τόν τριετίας καιρόν. Ἐπεί δέ μοναχικά ἐνεδύσατο, ἀναγκασθήσεται περατῶσαι τήν οἰκείαν πρόθεσιν· εἰ δέ πρός τοῦτο ἀποδυσπετήσει, τιμωρηθήσεται, καθώς ὁ νόμος φησιν ἐν τῷ α' τίτλῳ τοῦ δ' βιβλίου.". Τό κείμενο αὐτό τοῦ Βαλσαμῶνος, ὡς τμῆμα εὑρύτερης πραγματείας του περί μοναχισμοῦ, βρίσκεται στό Σύνταγμα τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τῶν Γ.Α. Ράλλη Μ. Ποτλῆ, τ. β', Ἀθήνησι 1852, ἐκδ. Γρηγόρη, 1966 καί 1996 (Φωτοτυπική Ἀνατύπωσις), σ. 664667 (ἐφ' ἑξῆς, ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα).
34. - Τό κείμενο τοῦ κανόνος αὐτοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: "Τάς ἀκρίτους καί ἀδοκιμάστους ἀποταγάς ἐπί πολύ τήν μοναχικήν εὐταξίαν λυμαινομένας εὑρίσκομεν· προπετῶς τινὲς γὰρ εἰς τόν μονήρη βίον ἑαυτούς ἐπιῤῥίπτοντες, καί πρός τό τραχύ καί ἐπίπονον κατολιγωροῦντες τῆς ἀσκήσεως, ἐπί τόν φιλόσαρκον καί ἡδονικόν βίον, ἀθλίως πάλιν ἐπαναστρέφουσιν. Ὥρισεν οὖν διά τοῦτο ἡ ἁγία σύνοδος, μηδένα τοῦ μοναχικοῦ καταξιοῦσθαι σχήματος, πρίν ἄν ὁ τῆς τριετίας χρόνος εἰς πεῖραν αὐτοῖς ἀφεθείς, δοκίμους αὐτούς καί ἀξίους τῆς τηλικαύτης βιοτῆς παραστήσῃ. Καί τοῦτο κρατεῖν παντί τρόπῳ παρεκελεύσατο, πλήν εἰ μήπω τις βαρεῖα προσπεσοῦσα νόσος, τόν χρόνον ἀναγκάσῃ συσταλῆναι τῆς δοκιμασίας· ἤ εἰ μήπω τις εἴη ἀνήρ εὐλαβής, καί τόν μοναχικόν βίον ἐν τῷ κοσμικῷ διανύων σχήματι· ἐπί γάρ τοῦ τοιούτου ἀνδρός εἰς ἀπόπειραν παντελῆ καί ὁ ἑξαμηνιαῖος ἐξαρκέσει χρόνος. Εἰ δέ τις παρά ταῦτα διαπράξεται, τόν μέν ἡγούμενον τῆς ἡγουμενείας ἐκπίπτοντα, παιδείαν τῆς ἀταξίας, τήν ἐν ὑποταγῇ διαγωγήν ἐφευρίσκειν· τόν δέ μονάσαντα, ἐν ἑτέρᾳ μονῇ τήν μοναχικήν ἀκρίβειαν φυλαττούσῃ, παραδίδοσθαι.". Βλ. ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. β', σ. 662 καί 663. Κριτική ἔκδοση τοῦ κειμένου τοῦ κανόνος, βλ. στό PériclèsPierre Joannou, Discipline Generale Antique, (IVeIXe s.), Tipografia ItaloOrientale "S. Nilo" Grattaferrata (Roma), 1962, σ. 455. Παρατηρητέον ὅτι καί ὁ κανόνας αὐτός δέν ἀναφέρεται στή διάκριση τοῦ Σχήματος σέ Μικρό καί Μεγάλο, οὔτε κάν κάνει λόγο γιά Ρασοφόρους καί τήν πρόσκτηση ἀπό αὐτούς τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος· τό περιεχόμενό του ἀφορᾶ στίς βιαστικές κουρές καί τήν ἀνεξέταστη συναρίθμηση πολλῶν προσερχομένων σέ Μονές, χωρίς νά τηρεῖται ὁ καθορισμένος χρόνος δοκιμασίας, ὁ ὁποῖος εἶναι μία τριετία. Ὁ ἴδιος κανόνας ὅμως, προβλέπει ἐξαίρεση ἀπό τήν τριετῆ δοκιμασία γιά ὅσους ζοῦσαν μοναχική ζωή στόν κόσμο, οἱ ὁποῖοι πάντως πρέπει νά δοκιμασθοῦν ἐπί ἑξάμηνο. Ἐπίσης, σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία κάποιος κινδυνεύει νά πεθάνει καί ἐπιθυμεῖ νά λάβει τό Μοναχικό Σχῆμα, μπορεῖ ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς νά τόν κείρει Μοναχό, ἀσχέτως χρόνου δοκιμῆς. Τέλος, ὁ κανόνας προβλέπει ποινή ἐκπτώσεως ἀπό τό ἀξίωμα γιά ὅποιον Ἡγούμενο παραβεῖ τά ἀνωτέρω προβλεπόμενα περί χρόνου δοκιμασίας πρίν τήν κουρά.
35. - "Εἶπον τινές ... Ἕτεροι εἶπον ... Ἄλλοι δέ εἶπον ...". Βλ. ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. β', σ. 664667. Ἑρευνητέον τό κατά πόσον τό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα ἀποτελεῖ πράγματι γνώμη τοῦ Βαλσαμῶνος, ἤ πόσο σωστή θεωροῦνταν ἀπό τούς συγχρόνους του ἡ γνώμη αὐτή, μιᾶς πού κατά τόν Ἐπίσκοπο Κίτρο Ἰωάννη (σύγχρονο τοῦ Βαλσαμῶνος): "Ὁ ἱερός οὗτος ἀνήρ, ὁ Ἀντιοχείας, τρίβων μέν ἦν ἀκριβές τῶν νομικῶν καί κανονικῶν νομοθετημάτων, καί παρά πᾶσιν ἐν τούτοις περιαδόμενος. Τά μέν τοι συγγράμματα τούτου, ὅσα πρός κανονικά καί νομικά λήμματα ἐξηνέχθησαν, οὐκ ἐς τό πᾶν ἀκριβείας ἐχόμενα καταφαίνονται, τό παράδοξον· ἀλλ' ὡσπερανεί ἐκ λήθης μάλιστα καί παροράσεως προϊόντα, καί που καί ἐφ' ἑαυτά μεριζόμενα· καί οὐκ ἄν τις, ἐφιστῶν τούτοις, οὐκ ἀπορήσειεν, εὑρίσκων τῇ ἐκείνου ἀκριβείᾳ τά ἑαυτοῦ συγγράμματα μή συντρέχοντα. (...) Λείπεται οὖν εἰπεῖν ἡμᾶς κατά λόγον εἰκότα, ὡς τά εἰρημένα συγγράμματα ἐκεῖνον ἀναγινώσκειν χρεών, τόν ἀκριβῶς τό πολυσχιδές τῆς νομικῆς ἐπιστάμενον, καί ἐπιστημόνως τοῖς πολυειδέσι ἐλίξεσι τῶν κανονικῶν ἐγγυμνασάμενον περιλήψεων· ὁ τοιοῦτος ἀκριβῶς εἴσεται τό, τε ἀνεπιλήπτως, καί τό μή ὡσαύτως ἐν τούτοις γραφῆναι φαινόμενον· τόν γε μήν μή τοιαύτην αὐχοῦντα πεῖραν, μηδαμῶς αὐτοῖς ὁμιλεῖν, ἵνα μή κατά τούς ἀπειροτέρους τῶν ἐμπολούντων, κατ' ἶσον, τοῖς χρυσοῖς κάι ἀργυροῖς, καί τά χρυσοειδῆ καί ἀργυροειδῆ, καί τά ὑπόχαλκα, καί καττιτέρινα ἐμπολῶν, τήν ζημίαν καί εἰς αὐτό τό κεφάλαιον ὑποστῇ.", βλ. ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. ε', σ. 418419.
36. - Ἡ ἑρμηνεία του στόν Ε' κανόνα τῆς Δευτερόπρωτης Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται στό ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. β', σ. 663 καί 664.
37. - Ἡ ἑρμηνεία του στόν Ε' κανόνα τῆς Δευτερόπρωτης Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως βρίσκεται στό ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. β', σ. 667.
38. - Γιά τό ποινικό αὐτό ἀδίκημα, ὁ ἴδιος ὁ Βαλσαμών παραπέμπει στό ιγ' κεφάλαιο, τοῦ α' τίτλου, τοῦ δ' βιβλίου τῶν Βασιλικῶν, τοῦ Αὐτοκράτορος Λέοντος Στ' τοῦ Σοφοῦ, ὅπου ἔχει ἐνσωματωθεῖ ἡ παλαιότερη διάταξη τοῦ ξδ' κεφαλαίου τῆς ρκγ' Νεαρᾶς τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ. Τό κείμενο τῶν ἀνωτέρω διατάξεων μπορεῖ πλέον νά εὑρεθεῖ ὡς πρός τίς Νεαρές, στήν κριτική ἔκδοση τῶν R.SchöllW.Kroll, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τόν τρίτο τόμο στήν ἔκδοση Th.MommsenP.Krüger, Corpus Iuris Civilis, Berlin 1895 (τελευταία ἀνατύπωση, 12η: Hildesheim 1993), ὡς πρός τα Βασιλικά, στήν κριτική ἔκδοση τοῦ κειμένου τῶν Βασιλικῶν, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε ἀπό τήν ἑρευνητική ὁμάδα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Groningen Ὁλλανδίας ὑπό τόν τίτλο Basilicorum libri LX, Series A: Textus, Series B: Scholia, ὑπό H.J. Scheltema/D. Holwerda/N. van der Wal, Groningen 19531988, σέ δεκαεπτά τόμους, μέ πλήρεις εὑρετηριακούς πίνακες καί ὅλα τά σωζόμενα σχόλια. Περιττό νά σημειωθεῖ ὅτι ὑπό τό κράτος τοῦ ἰσχύοντος Ποινικοῦ Κώδικα, οἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἔχουν καταργηθεῖ, ἑπομένως δέν ὑπάρχει σήμερα σχετικό ποινικό ἀδίκημα ρητῶς προβλεπόμενο. Αὐτό ὅμως, δέ σημαίνει ὅτι ἡ προσβολή τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος στίς ἡμέρες μας μένει ἀτιμώρητη. Ἀνάλογα μέ τά πραγματικά περιστατικά, μπορεῖ νά πληρωθεῖ ἡ ἀντικειμενική ὑπόσταση τοῦ ἐγκλήματος τῆς καθυβρίσεως τῆς ἐπικαρατούσας στήν Ἑλλάδα θρησκείας (ἄρθρο 199 Π.Κ.)· βλ. Γεωργίου Πουλῆ, Θρησκευτικό Ποινικό Δίκαιο, ἔκδ. Ἀντ. Σάκκουλα, ἈθήναΚομοτηνή 1996.
39. - Ἀναλυτικῶς τήν ἄποψη τοῦ Π. Παναγιωτάκου, βλ. στό μνημειῶδες ἔργο του Σύστημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, τ. 4, Δίκαιο τῶν Μοναχῶν, ἐν Ἀθήναις 1957, σ. 96103· προσφάτως (1999) τόσο ὁ τρίτος τόμος ("τό Ποινικόν Δίκαιον τῆς Ἐκκλησίας"), ὅσο καί ὁ τέταρτος ("Δίκαιο τῶν Μοναχῶν") ἀνατυπώθηκαν ἀπό τίς ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ (Θεσσαλονίκη) ὑπό τήν ἐπιμέλεια καί μέ προλεγόμενα τοῦ Γεωργίου Α. Πουλῆ, Δρ Νομικῆς Δρ Θεολογίας, Καθηγητῆ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου στή Νομική Σχολή τοῦ Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
40. - "Ὁ Ῥασοφόρος ..., προσκτᾶται τήν Μοναχικήν Ἰδιότητα ἐν εἰδικῇ ἐκκλησιαστικῇ τελετῇ ..., γινόμενος τακτικόν καί μόνιμον μέλος τῆς Μοναχικῆς Ἀδελφότητος τῆς Ἱ. Μονῆς.", Π. Παναγιωτάκου, ὅ.π. σ. 97· "Αἱ ἐκ τῆς Μοναχικῆς Ὁμολογίας ἀνατέλλουσαι νομοκανονικαί συνέπειαι ἐπιφέρουσι τά αὐτά ἀποτελέσματα, ἅτινα συνεπάγεται ἡ εἰς τέλειον Μοναχόν κατάστασις. Τοῦτο, διότι καί ᾧδε πρόκειται περί προσκτήσεως τῆς Μοναχικῆς Ἰδιότητος κανονικῶς καί τελείως, δοθέντος ὅτι ὁ Ῥασοφόρος ἤ ἀρχάριος Μοναχός κατά τήν λαμβάνουσαν χώραν, κατά τόν χρόνον τῆς χειροθεσίας αὐτοῦ, ἐκκλησιαστικήν τελετήν, εἰς ἥν προσέρχεται μετά πλήρη καί κανονικήν δοκιμασίαν ὑπό τά Μοναχικά κάθεστῶτα, σιωπηρῶς παρέχει τήν συγκατάθεσιν αὐτοῦ εἰς τό περιεχόμενον τῆς Μοναχικῆς Ὁμολογίας, περί τῆς ὁποίας, εἰ καί συνοπτικῶς, διαλαμβάνει ἡ ἀναγινωσκομένη χάριν αὐτοῦ εὐχή (τρισάγιον, εὐλογία, ῥασοευχή), καί ὑφίσταται, ὡς καί οἱ τῶν ἑτέρων δύο τύπων Μοναχοί, ἤτοι ὁ Μεγαλόσχημος καί ὁ Μικρόσχημος, κανονικήν Μοναχικήν Κουράν.", Π. Παναγιωτάκου, ὅ.π. σ. 101· "Ἀκολούθως δέ μετά τήν πρόσκτησιν τῆς Μοναχικῆς Ἰδιότητος, ὑποχρεοῦται εἰς τήν τήρησιν τῶν θεσμῶν τῆς ὑπό τά Μοναχικά καθεστῶτα ἀσκήσεως, τελῶν ὑπό τήν ἐξουσίαν καί ἐπιταγήν τοῦ προεστῶτος τῆς Ἱ. Μονῆς καθάπερ οἱ ἕτεροι Μοναχοί, διανύων τόν βίον ἐν προσευχῇ καί ἐργασίᾳ ἐν τῇ Ἱ. Μονῇ.", Π. Παναγιωτάκου, ὅ.π. σ. 103.
41. - Γιά λόγους πληρότητος τοῦ παρόντος ἄρθρου ἀναφέρουμε ἀκόμη ἕνα ἐπιχείρημα τό ὁποῖο ὁ Π. Παναγιωτάκος προσάγει ὑπέρ τῆς ἀπόψεώς του. Αὐτό τῆς ποσοτικῆς συμφωνίας περισσότερων εἰδικῶν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ καί Κανονικοῦ Δικαίου μέ τήν ἄποψή του, τούς ὁποίους ἀπαριθμεῖ στή σημ. 3 τῆς σ. 101 τοῦ μνημονευθέντος ἔργου του καί ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: "Σύμφωνοι καί οἱ Μελ. Σακελλαρόπουλος, Ἐκκλ. Δίκαιον, σ. 325, σημ.4· Μελ. Ἀποστολόπουλος, ἐν J. Zhishman, Τό δίκαιον τοῦ γάμου, τ. ΙΙ, σ. 235. σημ. 19· Δημ. Πετρακάκος, Τό Μον. Πολίτευμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, σ. 9798, σημ. 53· Andreiu de Saguna, Ἐγχειρίδιον Κανονικοῦ Δικαίου, παρ. 195, σ. 159· Pl. de Meester, De Monachico Statu, σ. 9091.". Στή σημ. 1 τῆς σ. 102 ὁ Π. Παναγιωτάκος μνημονεύει ὅσους διαφωνοῦν μέ τήν ἄποψή του: "N. MilaschΜ. Ἀποστολόπουλος, Ἐκκλ. Δίκαιον, σ. 936· N. Suvorov, Ἐγχειρίδιον Ἐκκλ. Δικαίου, σ. 410 (ρωσσιστί), δ' ἔκδ. 1912· Εὐ. Φιλιππότης, Σύστημα Ἐκκλ. Δικαίου, τμ. Β', σ. 324, σημ. 4, 1915· Ἀλκ. ΚρασσᾶςΧρ. Πράτσικας, Σύστημα Ἀστικοῦ Δικαίου, τ. Δ', Οἰκογενειακόν Δίκαιον, παρ. 21, 1927· Κων. Ράλλης, Ἐγχειρίδιον Ἐκκλ. Δικαίου, τ. Ι, σ. 171172.". Κατ' ἀρχήν πρέπει νά παρατηρηθεῖ ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνωτέρω τάσσονται ὑπέρ τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ἀπόψεως χωρίς νά αἰτιολογοῦν τήν τοποθέτησή τους, θεωρώντας την λίγοπολύ αὐτονόητη. Ἔτσι, ὁ Κ. Ράλλης, στό ἀνωτέρω μνημονευθέν σύγγραμμά του, δογματίζοντας γράφει: "Ρασοφόροι καλοῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες μετά τήν τεθεσπισμένην ἐν τῇ μονῇ δοκιμασίαν ἄξιοι κριθέντες λαμβάνουσιν ἄνευ δόσεως ἐπαγγελίας τό μοναχικόν περίβλημα (ράσον) δι' ἰδίας ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς ἐν τῷ ναῷ ὑπό τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς, παρόντων καί τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν αὐτῆς. Οἱ ῥασοφόροι ὀφείλουσι νά τηρῶσι πρός τοῖς μοναστικοῖς καθόλου κανόσι καί τάς ἐκ τῆς ἐπαγγελίας ὑποχρεώσεις, καίπερ μή δόντες τοιαύτην. Ἀλλ' ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις ἔχει οὐχί νομικόν, ἀλλ' ἠθικόν μᾶλλον χαρακτῆρα, διότι τῷ ῥασοφόρῳ ἔξεστι καί τοῦ μοναστηρίου ἀπελθεῖν καί γάμον συνάψαι.". Ἰδίως ὁ Ἀρχιμ. Μελέτιος Σακελλαρόπουλος, στήν ἀνωτέρω μνημονευθεῖσα παραπομπή γράφει χαρακτηριστικῶς: "... Ἡ γνώμη τοῦ Βαλσαμῶνος..., ὅτι κἄν γάρ μή ἀποκαρῇ τις, ἀλλά ῥασοφορήσῃ, οὐ δυνήσεται μετασχηματισθῆναι καί εἰς γάμον ἐλθεῖν, ἀλλ' ἄκων ἀναγκασθήσεται ὑποστρέψαι εἰς τόν μοναχικόν βίον, ἡ γνώμη αὕτη δέν δύναται νά εἶνε ὀρθή· διότι ὁ μοναχός γίνεται τοιοῦτος διά τῆς ὑποσχέσεως καί ἀποκάρσεως, οὐχί δέ διά τῶν ἐνδυμάτων, τῶν ὁποίων ἀπεκδύεται, ἐάν μή δειχθῇ ἱκανός νά ὑποφέρῃ τήν μοναχικήν ἄσκησιν, καί ἀποπέμπεται ἐκ τοῦ μοναστηρίου, ὡς ἀλλαχοῦ σημειοῦται ὁ αὐτός Βαλσαμών". Παραδόξως ὅμως, τό συμπέρασμά του εἶναι τελείως διαφορετικό ἀπό αὐτό πού θά περίμενε κανείς βάσει τῆς ἀνωτέρω συλλογιστικῆς, ἴσως ἐπειδή δέν μπορεῖ νά κάνει τή διάκριση μεταξύ Μοναχικῆς Κουρᾶς καί ἁπλῆς Τριχοκουρίας: "Ὥστε ῥασοφόροι εἶνε καί οἱ μοναχοί οἱ ἀποκαρέντες καί οὐχί οἱ δοκιμάζοντες ἔτι τήν τριετίαν. Καί σήμερον δέ οἱ ῥασοφόροι καλούμενοι ὡς ὁμολογοῦντες τήν διά βίου ἐν τῷ μοναστηρίῳ διαμονήν καί ἀποκειρόμενοι εἶνε μοναχοί καί ὑπόκεινται εἰς τάς περί μοναχικῆς πολιτείας διατάξεις.". Ἐξάλλου, ἀπό τήν ἀνωτέρω παράθεση ὀνομάτων, εὔκολα προκύπτει ὅτι οἱ περισσότεροι τῆς πρώτης ὁμάδος τελοῦν ὑπό τήν ἄμεση ἐπιρροή τοῦ Corpus Juris Canonici, τῆς κωδικοποιητικῆς συλλογῆς κανόνων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ τῆς δεύτερης ὁμάδος ὅλοι ἀνήκουν στόν Ὀρθόδοξο χῶρο. Βλ. κατωτέρω περί εὐσεβιστικῶν, δυτικῶν ἐπιρροῶν στήν ἑρμηνεία τῶν Ἱερῶν Κανόνων.
42. - Γιά τό κείμενο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Βαλσαμῶνος στόν Ε' κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, βλ. ἀνωτέρω σημ. 33.
43. - Γιά τό κείμενο τοῦ Ε' κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, βλ. ἀνωτέρω σημ. 34.
44. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 144147.
45. - Βλ. Μικρόν Εὐχολόγιον ἤ Ἁγιασματάριον, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1996, σ. 89109, ὅπου στίς σ. 106109 περιλαμβάνονται ἡ εὐχή τῆς τριχοκουρίας καί οἱ σχετικές αἰτήσεις.
46. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 186187.
47. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 195 καί 213.
48. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 186187.
49. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 189.
50. - Ἀναγκαζόμαστε νά καταφύγουμε στήν εἰθισμένη πρακτική, διότι δέν ὑπάρχει οὔτε κανονική οὔτε νομοθετική διάταξη, ἡ ὁποία νά προβλέπει τά τῆς ἐνδύσεως τῶν Μοναχῶν. Τό ἄρθρο 54, παρ. 1 τοῦ Ν. 590/1977 "περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος", γιά τήν ἀμφίεση τῶν Κληρικῶν παραπέμπει στό Π.Δ. 2111931, "περί Κανονικῆς Περιβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὀρθοδόξου Κλήρου". Δέ συμβαίνει τό ἴδιο γιά τήν ἀμφίεση τῶν Μοναχῶν· ἡ ἱστορική ἐξέλιξη ὅμως, τῆς περιβολῆς τους καταλήγει στήν ταύτιση τῆς ἐνδύσεως Κληρικῶν καί Μοναχῶν, μέ μοναδική ἐξαίρεση τό κάλυμμα τῆς κεφαλῆς (καλυμμαύχιον), τό ὁποῖο προκειμένου γιά Κληρικούς φέρει στό ἄνω αὐτοῦ μέρος "κυκλικόν ἐλαφρότατα κωνοειδές κάλυμμα, προεξέχον περί τά 1 ἤ 2 ἑκατοστά τοῦ μέτρου" (Π.Δ. 2111931, "περί Κανονικῆς Περιβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὀρθοδόξου Κλήρου"). Βλ. Γεωργίου Πουλῆ, Θρησκευτικό Ποινικό Δίκαιο, ἔκδ. Ἀντ. Σάκκουλα, ἈθήναΚομοτηνή 1996, σ. 157 ἑπ..
51. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 196 καί 199, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι ἤδη ὁ Μικρόσχημος Μοναχός λαμβάνει πλεόν τοῦ ποδήρους χιτῶνα (ἰντερί) καί τοῦ καλυμμαυχίου, ζώνη, παλλίον, σανδάλια καινά καί μανδύα, ἐνῶ μετά τό Εὐαγγέλιο, Σταυρό καί "κηρίον ἀπτόμενον".
52. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 186.
53. - Ἤδη τό ὅτι ἡ περιβολή δέν ἀποτελεῖ πρόκριμα γιά τήν κτήση τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἐπαρκῶς ἀπό τόν Ἀντ. Μομφερράτο, στό ἔργο του Κληρονομικόν Δίκαιον τῶν Κληρικῶν καί Μοναχῶν, Ἀθήνησιν 1890, σ. 20 παρ. β', ὅπου καταληκτικῶς ἀναγράφεται ὅτι: "... ἡ γνώμη ὅμως αὔτη, ὅτι δῆλα δή οἱ ἀρχάριοι εἰσί μοναχοί, ἐάν δι' εὐλογίας περιβληθῶσι τά τοῦ μοναχοῦ ἐνδύματα (...) εἶναι παντελῶς ἐσφαλμένη νομικῶς, διότι τό ἔνδυμα δέν ἀποτελεῖ τόν μοναχισμόν· οἱ ρασοφόροι πρό τῆς δοκιμασίας καί τῆς κουρᾶς δέν δύνανται νά ὑποβληθῶσιν εἰς τά ἀποτελέσματα τοῦ τελείου μοναχοῦ, εἶναι ἀπλοί δόκιμοι, δέν εἶνε μοναχοί.".
54. - Βλ. Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπον κείμενον μέ νεοελληνικήν μετάφρασιν, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 19774.
55. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 190195 καί 206213.
56. - Πράγματι, εἶναι ἀληθές ὅτι κανείς ἀπό τούς εἰδικούς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἤ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, πρίν τόν Π. Παναγιωτάκο, δέν τόλμησε νά ἰσχυριστεῖ εἴτε σέ συστηματικό ἐγχειρίδιο, εἴτε δι' ἄρθρου, ὅτι ἡ σιωπηρή συγκατάθεση γίνεται ἀποδεκτή ὡς μόρφωμα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἤ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ἤ τουλάχιστον ὅτι τεκμαίρεται ὑφισταμένη σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις. Γεγονός εἶναι ὅτι ὅπου στό Ἐκκλησιαστικό ἤ Κανονικό Δίκαιο ἀπαιτοῦνται δηλώσεις βουλήσεως, αὐτές προβλέπεται νά εἶναι σαφεῖς, ἀπερίφραστες καί πανηγυρικές, ἐν ὄψει τῶν κανονικῶν συνεπειῶν πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτές.
57. - Γιά τήν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τή σχετική διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, βλ. τό κλασσικό ἔργο τοῦ Χρ. Ἀνδρούτσου, Σύστημα Ἠθικῆς, ἐκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 19642, σ. 139155 καί 253254, καθώς καί σέ πολλά νεώτερα συστηματικά ἐγχειρίδια δογματικῆς ἤ ἠθικῆς.
58. - Τοῦτο λέγεται ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι πολλοί ἀσχέτως προσωπικῆς σχέσεως μέ τήν Ἐκκλησία, συνηθίζουν νά ἐπισκέπτονται συχνά Ἱερές Μονές ἀντιμετωπίζοντάς τις ὡς μνημεῖα πολιτισμοῦ, χώρους περιπάτου καί ἀναψυχῆς κλπ, χωρίς νά ἔχουν κατά νοῦ τήν πραγματική ἀποστολή τῶν Μονῶν, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τή λειτουργία τους ὡς κέντρων προσευχῆς, ἀσκήσεως, νήψεως καί μετανοίας. Τό πρόβλημα αὐτό θά ἔπρεπε σοβαρῶς νά ἀπασχολήσει ὄχι μόνον τά Ἡγουμενοσυμβούλια τῶν κατά τόπους Μονῶν, ἀλλά καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, λόγω τοῦ ὅτι ἐξαιτίας τῆς καταστάσεως αὐτῆς, πολλά μοναστήρια ἀφίστανται τοῦ σκοποῦ τους μετατρεπόμενα σέ ἐμπορικά ἤ τουριστικά κέντρα, ἀποξενούμενα ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Ἡσυχασμό καί ἀναλαμβάνοντα κοσμικές φροντίδες.
59. - Ὁ σκανδαλισμός τῶν πιστῶν, κάτι τό τελείως διαφορετικό ἀπό τήν ὑπό ἐξέταση δημιουργία ἐντυπώσεων, ἀποτελεῖ κανονικό ἀδίκημα καί τιμωρεῖται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, ἐν ὄψει τῶν σχετικῶν περί σκανδαλισμοῦ χωρίων τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ματθ. ιη' 6, Μαρκ. θ' 42, Λουκ. ιζ' 2, Α' Κορ. η' 1 ἑπ., Ρωμ. ιδ' 20. Ἡ διαφορά τους ἔγκειται στό ὅτι ὁ σκανδαλισμός προξενεῖται διά πράξεως ἤ παραλείψεως, ἡ ὁποία ἔχει ἀρνητική ἀπαξία κατά τήν Ὀρθόδοξη ἠθική.
60. - Ἐνδιαφέρον θά εἶχε ἀπό ἀπόψεως Κανονικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ἡ περαιτέρω διερεύνηση τῆς ἀποδοχῆς ἤ μή ὡς ἐπιχειρήματος μέ νόμιμες καί κανονικές συνέπειες τῆς δημιουργίας ἐντυπώσεων. Μερικές παράμετροι τοῦ θέματος ἐξετάσθηκαν στά πλαίσια τῆς κριτικῆς, ἡ ὁποία ἀσκήθηκε κατά τοῦ Α.Ν. 214/1967 (Φ.Ε.Κ. Α´ 220), μέ τόν ὁποῖον ἀναγνωρίσθηκε ὡς κανονικό παράπτωμα ἐπιφέρον τήν ποινή τῆς καθαιρέσεως αὐτό τῆς ἀπωλείας τῆς ἔξωθεν καλῆς μαρτυρίας.
61. - Βλ. ΘΗΕ, τ. 10, σ. 774775.
62. - Βλ. ἀνωτέρω στήν θεματική ἑνότητα ὑπ' αριθ. 3. "Ἡ γνώμη τοῦ Βαλσαμῶνος".
63. - Στήν παροῦσα ὑποσημείωση παρατίθεται τό κείμενο τῶν δύο εὐχῶν τῆς Ἀκολουθίας εἰς Ἀρχάριον Ρασοφοροῦντα, ὅπως καταγράφονται στό Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 188189. Μέ τονισμένα καί πλάγια γράμματα ἐπισημαίνονται οἱ ἐκφράσεις διά τῶν ὁποίων ὑποστηρίζεται ὅτι ἀπονέμεται ἡ μοναχική ἰδιότητα. 1. "Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ κατά τό πολύ ἔλεός σου ῥυσάμενος τόν δοῦλόν σου (τόνδε) ἐκ τῆς ματαίας τοῦ κόσμου ζωῆς, καί καλέσας αὐτόν εἰς τό σεμνόν τοῦτο ἐπάγγελμα. Ἀξίωσον οὖν αὐτόν ζῆσαι ἀξίως ἐν τῇ Ἀγγελικῇ ταύτῃ πολιτείᾳ· καί φύλαξον αὐτόν ἐκ τῶν παγίδων τοῦ Διαβόλου, καί καθαράν αὐτοῦ τήν ψυχήν καί τό σῶμα διατήρησον ἔως θανάτου, καί ναόν ἅγιόν σου γενέσθαι καταξίωσον· συνέτισον αὐτόν μνημονεύειν σου διά παντός, καί τήν τῶν σῶν προσταγμάτων ταπείνωσιν, καί ἀγάπην, καί πρᾳότητα δώρησαι αὐτῷ· πρεσβείαις τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καί ἀειπαρθένου Μαρίας, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.". 2. "Εἰς τόν ζυγόν σου Δέσποτα, τόν σωτήριον, πρόσδεξαι τόν δοῦλόν σου (τόν δεῖνα), καί καταξίωσον αὐτόν ἐν τῇ ποίμνῃ συνταγῆναι τῶν ἐκλεκτῶν σου· ἔνδυσον αὐτόν ἁγιασμοῦ στολήν· σωφροσύνῃ περίζωσον τήν ἰσχύν αὐτοῦ· πάσης αὐτόν ἐγκρατείας ἀνάδειξον ἀγωνιστήν· ἐν αὐτῷ καί ἐν ἡμῖν τήν τῶν πνευματικῶν σου χαρισμάτων τελείαν δωρεάν ἐναπομένειν ἀξίωσον· πρεσβείαις τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.".
64. - Ἐνδεικτικῶς παραπέμπουμε στά ἑξῆς συστηματικά ἔργα: Σπ. Τρωιάνου, Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, σ. 170180 (μέ παραπομπές στήν κρατοῦσα νομολογία τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων ἐπί τοῦ θέματος), ἔκδ. Ἀντ. Ν. Σάκκουλα, ἈθήναΚομοτηνή 19842· Γεωργίου Α. Πουλῆ, Νομοθετικά κείμενα Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Σχόλια Βιβλιογραφία, ἔκδ. Σάκκουλα, Ἀθήνα Θεσσαλονίκη, 20004· Παν. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, σ. 151152, Ἀθήνα 20003.
65. - Γιά τό κείμενο τοῦ κανόνα αὐτοῦ, βλ. ἀνωτέρω σημ. 34.
66. - Βλ. Εὐχολόγιον τό Μέγα, ὅ.π. σ. 188 ἑπ..
67. - Δέν ἀποκτᾶ τή μοναχική ἰδιότητα ὅποιος δέχθηκε Κουρά σέ μή νομίμως καί κανονικῶς συνεστημένη Μονή· βλ. Σπ. Τρωιάνου, ὅ.π., σ. 170, ὅπου καί ἀναπτύσσεται ἡ ἄποψη ὅτι οὔτε οἱ καρέντες καί ἐγκαταβιοῦντες σέ Ἡσυχαστήρια ἔχουν τή μοναχική ἰδιότητα, ὡς πρός τίς συνέπειες πού αὐτή συνεπάγεται κατά τήν κειμένη νομοθεσία (δηλαδή τῆς ἰδιαίτερης νομικῆς μεταχειρήσεως τῶν Μοναχῶν), διότι δέν μποροῦν νά ἐγγραφοῦν σέ Μοναχολόγιο, τό ὁποῖο προβλέπεται μόνο γιά τίς νομίμως συνεστημένες Μονές. Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι δέν ἀποκτοῦν τή μοναχική ἰδιότητα ὅσοι ὡς μέλη "συλλόγων", ὑφίστανται τή μοναχική Κουρά καί ἐγκαταβιοῦν σέ χώρους ἰδιοκτησίας Νομικῶν Προσώπων Ἰδιωτικοῦ Δικαίου.
68. - Βλ. ΡάλληΠοτλῆ, Σύνταγμα, τ. δ', σ. 500.
69. - Ἤ τουλάχιστον ὑπῆρχε ἄγνοια, ἐν ὄψει τῆς μετά τήν δεκαετία τοῦ 1960 καταλυτικῆς ἐπιδράσεως τοῦ Ἁγιορείτικου Μοναχικοῦ Τυπικοῦ σέ πολλές Μονές τοῦ κλίματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
70. - Ἐκφραστική τῆς ἀνωτέρω ἀντιλήψεως εἶναι ἡ ἄποψη τοῦ Εὐ. Φιλιππότη, ἡ ὁποία παρατίθεται στό σύγγραμμά του Σύστημα Ἐκκλ. Δικαίου, τμ. Β', σ. 324, σημ. 4, 1915, κατά τήν ὁποία: "(...) Γ'. Οἱ ἀρχάριοι ῥασοφοροῦντες μοναχοί, τήν παρά τῶν κανόνων τεταγμένην τριετῆ δοκιμασίαν διαδραμόντες καί τόν μοναχικόν προσδεξάμενοι χιτῶνα, ταῖς μοναστικαῖς μέν διατάξεσι καί μάλιστα τῷ τῆς μονῆς κανονισμῷ τέλεον ὑποβάλλονται, ὑπό τε τήν ἀρχήν καί ἐπιταγήν τοῦ τῆς μονῆς προεστῶτος καί τοῦ κατά χώραν ἐπισκόπου τελοῦντες, οὐδέν δέ τῆς ἱερᾶς τοῦ μονασμοῦ βεβαιώσεως, ὑποταγῆς, δῆλον ὅτι, παρθενίας καί ἀκτημοσύνης ὁμολογίας ἐπαγγέλλονται, τοῖς ἀρχαρίοις δοκίμοις κατά τινα μορφήν καί τρόπον, ὡς πρός τόν ὅρον τοῦτον, ἀφομοιούμενοι. (...) Τούτων κατ' ἀνάγκην παρέπεται πόρισμα ὅτι, οὐδεμίαν τῆς ἐν τῇ μονῇ ἐμμονῆς καί τῷ μοναστικῷ βίῳ παραμονῆς ἀναλαμβάνει ὁ ῥασοφορῶν ἀρχάριος ὑποχρέωσιν, ἧς τυχόν ἀθετουμένης ἐπιζήμιός τις κατ' αὐτοῦ ποινῆς καί στερήσεως ἐπαπειλεῖται λόγος, ἀσφαλῶς καί ἐκτός πάσης ἀντιρρήσεως τεθειμένου ὅτι, οὐδέν ὑποταγῆς, παρθενίας καί ἀκτημοσύνης ἐπίσημον καί πανηγυρικόν ἱερᾶς ὑποσχέσεως ῥῆμα ἐπί τε τῇ ἀπλῇ καί τυπικῇ ἀποκάρσει καί τῇ ἀνεπισήμῳ τοῦ χιτῶνος περιβολῇ προδίδοται. (...) Τῇ ἡμετέρᾳ γνώμῃ συνηγορεῖ ὁ λόγος ὅτι, τό ἀπό τῆς ὁμολογίας παρθενίας ἀπαρτώμενον τοῦ μοναχοῦ κώλυμα γάμου, οὐδεμίαν ἐπί τῶν ῥασοφορούντων ἀρχαρίων μοναχῶν ἐφαρμογήν κέκτηται, ὅπερ ἐν τε τοῖς πρόσθεν, παντός δικαιολογητικοῦ παρατιθεμένου αἰτίου, ἐλέχθη καί παρά τῶν προεχόντων τοῦ τε ἀστικοῦ καί κανονικοῦ δικαίου ἐργατῶν ἀποδεκτόν ἐγένετο (...)".
71. - Γιά τό ζήτημα αὐτό τῆς χρήσεως νομοκανονικῶν συλλογῶν πρίν τήν ἐμφάνιση τοῦ Πηδαλίου, βλ. τήν ἐμπεριστατωμένη μελέτη τοῦ Θεοδώρου Γιάγκου, Ἀναπληρωτῆ Καθηγητῆ Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: "Τό πηδάλιον σέ σχέση μέ παλαιότερες νομοκανονικές συλλογές", στό Θ. Γιάγκου, Κανόνες καί Λατρεία, ἔκδ. Γ. Δεδούση, Θεσσαλονίκη 2001.
72. - Βλ. Ἱερομονάχου, Ἀρχιμανδρίτου καί Ἐπιτρόπου Ἰωαννίνων ΙΑΚΩΒΟΥ, Βακτηρία Ἀρχιερέων, 1645, κριτική ἐκδοση μέ σχόλια ἀπό τόν Πρόδρομο Ἀκανθόπουλο, τ. Α', Β' καί Γ', ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2000. Γιά περισσότερες πληροφορίες σχετικά μέ τό ἔργο αὐτό , βλ. τά "Εἰσαγωγικά" τῆς ἀνωτέρω ἐκδόσεως, σ. VIIXXI.
73. - Τό πλῆρες κείμενο τῆς Ἐκθέσεως αὐτῆς, βλ. Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Στράγκα, Ἐκκλησίας Ἑλλάδος Ἱστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν (18171967), τ. Α', Ἀθῆναι 1969, σ. 2155, ἀνατυπώθηκε δέ ἀπό τούς Σπ. Τρωιάνο καί Χαρ. Δημητρακοπούλου, Ἐκκλησία καί Πολιτεία. Οἱ σχέσεις τους κατά τό 19ο αἰώνα, ἈθήναΚομοτηνή, 1999, σ. 129166, ἰδίως σ. 146 ἑπ.. Παρά τήν προκατάληψη τῶν συντακτῶν της ἐναντίον βασικῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς δικαιολογεῖται ἀπό τό ἀντικληρικαλιστικό πνεῦμα τῶν ἰδεῶν τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ καί τοῦ ὀρθολογισμοῦ τῆς ἐποχῆς ἡ ἔκθεση ἀποδίδει τήν ἀντικειμενική πραγματικότητα τῆς ζοφερᾶς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως στήν Ἑλλάδα ἀμέσως μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, κατά τήν ἵδρυση τοῦ πρώτου ἑλληνικοῦ βασιλείου.
74. - Ἔστω καί μέ καθυστέρηση 94 ἐτῶν.
75. - Γιά τό πλῆρες κείμενο τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς, βλ. Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Θέμελη (ἤδη Μητροπολίτου Μεσσηνίας), Αἱ Συνοδικαί Ἐγκύκλιοι, τ. Α', ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 483.
76. - Γιά τό πλῆρες κείμενο τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς, βλ. Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Θέμελη (ἤδη Μητροπολίτου Μεσσηνίας), Αἱ Συνοδικαί Ἐγκύκλιοι, τ. Β', ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σ. 377378.
77. - Δυστυχῶς σέ πολλές Συνοδικές Ἐγκυκλίους, ἰδίως τίς παλαιότερες, παρατηρεῖται ἡ ἀόριστη χρήση τῶν Ἱερῶν Κανόνων, χωρίς σαφεῖς παραπομπές καί ἀναφορά σέ συγκεκριμένο κανόνα, προκειμένου νά τεκμηριωθεῖ κάποια συνοδική ἀπόφαση. Ἔτσι, στή συγκρεκριμένη περίπτωση μνημονεύονται ἀορίστως "αἱ Κανονικαί Διατάξεις", χωρίς ρητῶς νά κατονομάζονται οἱ συγκεκριμένες οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στήν ἰδιότητα τοῦ Ρασοφόρου καί οἱ ὁποῖες ὅπως ἀνωτέρω τονίσαμε ... δέν ὑφίστανται κάν. Εὐτυχῶς στά νεώτερα χρόνια καταβάλλεται σημαντική προσπάθεια ὥστε τά συνοδικά ἔγγραφα νά εἶναι νομοκανονικῶς κατοχυρωμένα καί οἱ συνοδικές ἀποφάσεις δεόντως αἰτιολογημένες.
78. - Βλ. ΘΗΕ, τ. 10, λῆμμα "Ρασοφορία", σ. 774775, ὑπό Σπ. Γ. Μακρῆ. Στό ἀμέσως ἑπόμενο λῆμμα "Ρασοφόρος", ἀναφέρεται ἡ ἀνωτέρω μνημονευόμενη γνώμη τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος καί τοῦ Ματθαίου Βλαστάρεως.
79. - Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀκωλύτως ἀποχωρεῖ ἀπό τή Μονή ὅποτε θέλει, χωρίς νά χρειάζεται κάποια πράξη τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς, ἤ ὁποιουδήποτε ἄλλου, οὔτε κάν ἁπλή "εὐλογία", ἐνῶ δέν ἐπέρχεται ἡ παραμικρή κανονική συνέπεια.
80. - Γιά τό κείμενο τοῦ Κανονισμοῦ αὐτοῦ, βλ. Ι.Μ. Κονιδάρη/Σ.Ν. Τρωιάνου, Ἐκκλησιαστική Νομοθεσία, κείμενα καί σχόλια, ἐκδ. Ἀντ. Ν. Σάκκουλα, ἈθήναΚομοτηνή 1984.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου