Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

επιστολη προς ενα ρωμαιοκαθολικο φιλο

Επιστολή προς έναν Ρωμαιοκαθολικό Φίλο

 
Μετάφραση: Κ.Ν.
Επιμέλεια: Θ.Φ.Δ.
Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια μικρή επιστολή που είχε δημοσιευθεί προ καιρού στην εφημερίδα μιας Ιταλικής Ορθόδοξης ενορίας.  Ο συγγραφέας της επιστολής, πρωτοπρεσβύτερος Γρηγόριος Κονιέττι, είναι Προϊστάμενος των Ιταλικών ενοριών που υπάγονται στο Πατριαρχείο της Μόσχας.
Η επιστολή αυτή είχε εν γένει αγαπηθεί από τους μεταστραφέντες Ιταλούς Ορθοδόξους, αλλά έτυχε και μεγάλου βαθμού αποδοχής ανάμεσα στους εκ γενετής Ορθοδόξους (για παράδειγμα, είχε μεταφραστεί στα Ρουμάνικα).  Ελπίζω να αποδειχθεί ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα και πηγή έμπνευσης σε όλους σας.
Τσάπελ Χιλλ (Η.Π.Α.), Μάρτιος 1982.
Αγαπητέ Μπιλ,
Αν και ποτέ δεν με ρώτησες ευθέως, νοιώθω από τα λόγια σου πως ακόμα δεν κατάλαβες γιατί άφησα την Λατινική Εκκλησία για να γίνω Ορθόδοξος.  Νοιώθω πως με ρωτάς: «μα εσύ ήσουν και μέλος μιας ελάχιστα εκλατινισμένης Βυζαντινής ενορίας – γιατί έφυγες λοιπόν;»   Υποθέτω πως σου χρωστάω μια εξήγηση, αφού πριν από πολύ καιρό, όταν ήμασταν και οι δυο μας μέλη της Λατινικής Εκκλησίας, μοιραζόμασταν τα ίδια συναισθήματα.  Αυτά τα ίδια συναισθήματα ήταν που μας έφεραν σε ενορία Βυζαντινού τελετουργικού (σημ. ΟΟΔΕ: δηλ Ουνίτικη), και μετά εμένα στην Ορθοδοξία.  Δεν είναι δυνατόν να έχεις ξεχάσει τις κριτικές που κάναμε στους Ρωμαιοκαθολικούς – για την συνεχή εισαγωγή νέων παραδόσεων στην θέση των παλαιών, για τον Σχολαστικισμό τους, για την νομικίστικη προσέγγιση στην πνευματική ζωή, για το δόγμα του Παπικού αλάθητου... 
Μαζί είχαμε λογαριάσει την νομιμότητα και την ορθότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Μια Ουνίτικη ενορία μας είχε φανεί τότε η πιο καλή λύση.  Θυμάμαι τι έλεγα εκείνη την περίοδο:  Σκέπτομαι σαν Ορθόδοξος, πιστεύω σαν Ορθόδοξος, άρα είμαι Ορθόδοξος.  Η επίσημη εισαγωγή στην Ορθόδοξη Εκκλησία μου φαινόταν σαν μια άχρηστη τυπικότητα.  Μέχρι που είχα σκεφτεί πως παραμένοντας σε κοινωνία με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ίσως να ήταν και θετικό στοιχείο, εν όψει του στόχου για την πιθανότητα επανένωσης των Εκκλησιών.
Ε, λοιπόν Μπιλ, είχα άδικο.  Πίστευα πως γνώριζα την Ορθόδοξη Πίστη, αλλά δεν γνώριζα παρά μόνο λίγα διάσπαρτα στοιχεία της – και αυτά μόνο επιδερμικά.  Αλλιώς, δεν θα είχε διαφύγει από την προσοχή μου η ουσιαστική αντίθεση ανάμεσα στο να νοιώθεις Ορθόδοξος και να μην αναγνωρίζεσαι ως Ορθόδοξος από την ίδια εκείνη Εκκλησία, της οποίας την Πίστη είχα δηλώσει πως μοιραζόμουν και εγώ.
Μόνο ένας μη-Ορθόδοξος θα μπορούσε να συλλάβει μια τέτοια ηλιθιότητα, όπως του να είναι κανείς Ορθόδοξος έξω από την Ορθοδοξία.
Η ατομική σωτηρία δεν αφορά το κάθε άτομο μεμονωμένα, όπως πιστεύουν πολλοί Δυτικοί. Πρέπει να υπολογίζεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της συνολικής Εκκλησιαστικής Κοινωνίας.  Ο κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός είναι σαν ένα φύλλο: πώς θα μπορέσει να λάβει τον ζωοδότη χυμό, αν δεν κοινωνεί με το κλήμα;  (Ιωάννης 15:5)
Η Ορθοδοξία είναι τρόπος ζωής, δεν είναι τελετουργία.  Η ομορφιά της τελετουργίας της προέρχεται από την έσω πραγματικότητα της Ορθοδόξου Πίστεως, και όχι μέσα από την αναζήτηση τύπων.  Η Θεία Λειτουργία της δεν είναι απλώς ένας πιο ειδυλλιακός τρόπος να εκτελείται το μυστήριο, αλλά πηγάζει από – και ενισχύει – μια θεολογική πραγματικότητα η οποία ακυρώνεται και καταντά ασυνεπής αν αποκοπεί από την Ορθοδοξία.  Όταν παρίσταται το πνεύμα της Ορθοδόξου Πίστεως, ακόμα και η πιο άθλια λειτουργία, που να τελείται μέσα σε παράγκα, με δύο χάρτινες εικόνες τοποθετημένες πάνω σε δύο καθίσματα εν είδει τέμπλου, και μια χούφτα παράφωνων πιστών για χορωδία, είναι ασύγκριτα πιο ανώτερη από τις λειτουργίες της Ουνίτικης πρώην ενορίας μου, εν μέσω υπέροχων Βυζαντινών μωσαϊκών του 12ου αιώνα και μια καλο-δασκαλεμένη χορωδία (όποτε αυτή υπήρχε). Η σχεδόν παρανοϊκή τήρηση των τελετουργικών τύπων είναι η μάταια προσπάθειά τους να αναπληρώσουν την έλλειψη του αληθινού Ορθοδόξου ήθους. 
Κορόϊδευα τον εαυτό μου, όταν πίστευα πως θα μπορούσα να είμαι ένας Ορθόδοξος μέσα στην Λατινική κοινωνία.  Ήταν μια παραίσθηση, επειδή ήταν κάτι το αδύνατο.  Η συνεχής επέμβαση της Ρώμης μέσα στην εκκλησιαστική ζωή σου θυμίζει με τον καιρό ποιος κάνει κουμάντο.  Το να κάνεις πως δεν του δίνεις σημασία, είναι αυταπάτη.  Προσπάθησα να αποφύγω το πρόβλημα, παριστάνοντας τον κουφό και τον μουγγό, και επαναλαμβάνοντας στον εαυτό μου πως ανήκα στην ιδανική «αδιαίρετη Εκκλησία».  Η θέση μου αυτή ήταν αρκετά αμαρτωλή.  Πρώτ’ απ΄ όλα, επειδή η αδιαίρετη Εκκλησία ήδη υπάρχει: είναι η Εκκλησία που δεν διέκοψε ποτέ τους δεσμούς με το παρελθόν Της, και που παραμένει απαράλλαχτα η ίδια.   Με άλλα λόγια, η Ορθόδοξη ΕκκλησίαΚαι μετά, επειδή αυτό το συναίσθημα του να είμαι μέλος της «Αδιαιρέτου Εκκλησίας» - την οποία θεωρούσα τόσο Χριστιανική και ειρηνική – ήταν στην πραγματικότητα μια βαριά αμαρτία υπερηφάνειας, καθότι τοποθετούσα τον εαυτό μου πιο πάνω από Πατριάρχες και Πάπες.  Πίστευα πως ήμουν από τους λίγους που πραγματικά κατανοούσαν την Αλήθεια, πέραν των παλαιών και στείρων πολεμικών.  Ένοιωθα πως είχα το δικαίωμα να λαμβάνω την Θεία Ευχαριστία και από τους Λατίνους και από τους Ορθοδόξους, και ένοιωθα τρομερά αδικημένος όταν οι δεύτεροι μου το αρνούνταν.  Έχω ένα μεγάλο χρέος ευγνωμοσύνης προς ένα ιερέα, ο οποίος, την εποχή εκείνη,  μου αρνήθηκε την Θεία Κοινωνία.  Αντί να μου μιλήσει με απαλούς τόνους για κανονικά εμπόδια – λες και το ζήτημα ήταν ένα απλό γραφειοκρατικό πρόβλημα – μου είπε έξω από τα δόντια: «Αν αληθεύει πως θεωρείς τον εαυτό σου Ορθόδοξο, πως τότε συνεχίζεις να ανήκεις σε αίρεση;»  Σοκαρίστηκα βαθύτατα από αυτά τα λόγια, και για μεγάλο διάστημα δεν ξαναπήγα στην Εκκλησία εκείνη.  Αλλά είχε δίκιο.  Εγώ είχα καταλάβει εκείνο που δεν είχαν καταλάβει επί αιώνες οι Άγιοι, οι Πατέρες και οι Ιερείς; Σύμφωνα με μένα, το Σχίσμα ανάμεσα στην Δύση και την Ανατολή ήταν μια τραγική παρεξήγηση, που απλώς βασίσθηκε πάνω σε πολιτικά προβλήματα και σε συλλογισμούς θεολόγων.  Με αυτήν την τακτική, εμμέσως κατηγορούσα πολλούς αγίους ανθρώπους για υπολογισμό, επιπολαιότητα και φανατισμό.  Και όλα αυτά τα εκλάμβανα ως Χριστιανική ευσπλαχνία....
Όχι, Μπιλ, είναι αδύνατον να είσαι ταυτόχρονα Ρωμαιοκαθολικός και Ορθόδοξος. Δεν είναι τόσο σημαντικό το τελετουργικό. Στο κάτω-κάτω, οι Λατίνοι ήσαν Ορθόδοξοι Δυτικού Τελετουργικού επί πολλούς αιώνες.  Συμφωνώ μαζί σου πως μετά τον διαχωρισμό, οι Λατίνοι και οι Ορθόδοξοι συνεχίζουν να έχουν πολλά κοινά σημεία, αλλά αυτό δεν αρκεί, για να θεωρούνται και οι δυο ως ανήκοντες στην ίδια Εκκλησία. Πέραν των γνωστών δογματικών διαφορών, υπάρχει και προσέγγιση του Υπερφυσικού, η ίδια εκείνη ζωή της Εκκλησίας που καθιστά αδύνατο να βιώνονται και οι δυο θρησκευτικές πραγματικότητες ταυτόχρονα.  Εμείς δηλώνουμε στο Πιστεύω: «...και εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν...».  Μέχρι να έρθει η ενότητα της Πίστεως, θα παραμείνουν δυο χωριστές εκκλησίες.  Η θεωρία (που επιβεβαιώθηκε από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο) πως οι Λατίνοι και οι Ορθόδοξοι παραμένουν η ίδια, μία Εκκλησία (παρά στο Σχίσμα, και με μυστηριακό τρόπο) ακούγεται ωραία, αλλά δεν στέκει.  Βασίζεται μόνο στα ωραία λόγια.  Οι διαφορές στην πίστη, από την άλλη, είναι υπαρκτές, και δεν πρόκειται καθόλου για λογοπαίγνια.
Ναι, ξέρω πως έχει ξεκινήσει ο θεολογικός διάλογος, και πως ακόμα είναι δυνατόν (τα πάντα είναι δυνατά παρά τω Θεώ) να επιτευχθεί η ενότητα.  Όμως προσοχή! Πολλοί καλοί Λατίνοι πιστεύουν πως οι διαφορές μπορούν να επιλυθούν μέσω μιας έξυπνης δήλωσης πως – λόγω της γενικότητας της διατύπωσής της – μπορεί να γίνει αποδεκτή από τα δυο μέρη.  Έχοντας φτάσει σε μια συμφωνία επί της δήλωσης αυτής, και τα δυο μέρη θα την ερμηνεύσουν σύμφωνα με την ιδιαίτερη κατανόησή τους, κατ’ ουσίαν διατηρώντας έτσι τις γνώμες τους.  Ακόμη χειρότερα, κάποιοι προτείνουν την ενότητα εν τη διαφορετικότητα, χωρίς καμία επίσημη δέσμευση πίστεως από τα μέρη, αλλά και κάτω από τον παγκόσμιο συντονισμό του Πάπα της Ρώμης.
Ε, όλα αυτά είναι αδιανόητα. Οι Πατέρες μας δίδαξαν πως η όποια συμφωνία επί μιας κοινής πίστεως πρέπει να είναι ομόφωνη και αναμφίβολη.  Η Ορθοδοξία τηρεί το πνεύμα του Νόμου μάλλον, παρά το γράμμα.  Και εφ’ όσον είναι αδύνατον για την Ορθόδοξη Εκκλησία να εισάγει νέα δόγματα, δεν μένει παρά να εγκαταλείψουν οι Λατίνοι τις καινοτομίες μιας χιλιετίας, και ανεπιφύλακτα να επιστρέψουν στην πίστη της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.  Αυτό είναι το μόνο εφικτό υπόβαθρο για συμφωνία.  Η Ιστορία έχει αποδείξει την σφαλερότητα των ενώσεων πάνω σε άλλες βάσεις.
Και τώρα, επίτρεψέ μου να σου θέσω μια ασήμαντη ερώτηση:  Μπιλ, είναι αλάθητος ο Πάπας (αφ’ εαυτού του, και όχι με την ομόφωνη γνώμη της Εκκλησίας, όπως προδιαγράφεται στο δόγμα του 1870), ή όχι;  Δεν γίνεται να είναι και σφαλερός και αλάθητος ταυτόχρονα, όπως θα εμφανιζόταν αν οι δυο εκκλησίες ήσαν ακόμα μέρος της ίδιας Εκκλησίας.  Ένα από τα δυο πρέπει να είναι λάθος.  Όμως, ίσως πεις: «Μα, το 2ο συμβούλιο του Βατικανού άφησε μεγάλο περιθώριο για ελεύθερες γνώμες.»  Αυτό όμως είναι ένας σοφισμός. Η αληθινή Εκκλησία δεν μπορεί να υποπέσει σε λάθος.  Αν πιστεύεις πως η Εκκλησία σου έχει κάνει λάθος, ή πως πράγματι σφάλλει, τότε δεν μπορείς να δέχεσαι πως είναι η «αληθινή Εκκλησία».
Σε αγκαλιάζω με αναλλοίωτη φιλία και εν Χριστώ αγάπη.
Γρηγόριος.
 
(ΥΓ.   Για την ιστορία, ο πατήρ Γρηγόριος με πληροφόρησε πως ο παραλήπτης της επιστολής αυτής, πολύ σύντομα μετά, μετεστράφη ο ίδιος στην Ορθοδοξία - έχει πλέον καρεί Αναγνώστης της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αμερικής στην Φλόριντα – και πως η επιστολή αυτή ήταν σημαντικός παράγοντας στην μεταστροφή του)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου