Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ

Πλαστογραφίες των παπικών
Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ
 ΚΑΙ ΟΙ ΨΕΥΔΟΙΣΙΔΩΡΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


 
 

ΑΧΙΛΛΕΑ Β. ΠΙΤΣΙΛΚΑ
Η ΑΛΗΘΙΝΗ "ΠΕΤΡΑ" ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" 

 
Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΨΕΥΔΟΪΣΙΔΩΡΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
      Το εντελώς ασύστατο, αντιευαγγελικό, αντιπατερικό και αντίθετο προς κάθε έννοια Δογματικής για το πρωτείο εξουσίας του πάπα, το στηριζόμενο στην παρερμηνεία της λέξης «πέτρα» των λόγων του Κυρίου προς τον Απόστολο Πέτρο, γίνεται τελικά φανερό και από την χρήση της πλαστογραφίας εκ μέρους των παπικών. Όταν δηλαδή, οι παπικοί είδαν ότι οι αξιώσεις τους για κυριαρχία δεν γίνονταν με κανένα τρόπο δεκτές από την Ανατολή, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την αντιχριστιανική μέθοδο της πλαστογράφησης της Ιστορίας, με την βοήθεια της οποίας παρουσίασαν σε κάποια στιγμή την λεγόμενη ψευδο-Κωνσταντίνεια Δωρεά και κατόπιν τις λεγόμενες ψευδο-Ισιδώρειες Διατάξεις, που είχαν σκοπό την υποστήριξη των περί πρωτείου εξουσίας αντιλήψεων των παπών και ταυτόχρονα την καταπολέμηση των θεοκρατικών ιδεών των αυτοκρατόρων. Για τούτο, κατά τον Β. Στεφανίδη, «παρομοιάσθηκαν προς το πελώριον μαγικόν ξίφος του θρυλικού Ζείγκφρειδ», που σφυρηλατήθηκε στα μέσα της θ'  εκατονταετηρίδας, για να χρησιμοποιηθεί σαν αποτελεσματικό όπλο, στον αγώνα των παπών, το στρεφόμενο εναντίον κάθε άλλης εκκλησιαστικής εξουσίας. (Βλ. Β. Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1959, 300).
 
Α. Η ΨΕΥΔΟ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕΙΟΣ ΔΩΡΕΑ 
      Ως ψευδο-Κωνσταντίνειος Δωρεά χαρακτηρίστηκε η πλαστή εκείνη «Δωρεά», που έγινε δήθεν από τον Μ. Κωνσταντίνο, όταν αναχώρησε από την Δύση, παραχωρώντας στον τότε πάπα Σίλβεστρο, που θεράπευσε τον αυτοκράτορα από την αρρώστια της λέπρας, «την διοίκηση του δυτικού κράτους, αυτοκρατορική εξουσία, αυτοκρατορικές τιμές και αυτοκρατορικά διάσημα» (Κ. Μουρατίδη, Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εξ επόψεως ορθοδόξου και των νεοτέρων κατευθύνσεων εν τη εκκλησιολογία και τη πολιτειολογία, Αθήναι 1965, σ. 140).
 
Α) Πότε πρωτοπαρουσιάσθηκε στο προσκήνιο της Ιστορίας. 
      Η δήθεν δωρεά του Μ. Κωνσταντίνου προς τον πάπα Σίλβεστρο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, ως δήθεν αληθινή, από τον πάπα Ανδριανό στην επιστολή που έστειλε προς τον Κάρολο το Μέγα στα τέλη του όγδοου μ.Χ. αιώνα (771-795), ώστε να αναγνωρίσει και να αποδώσει στο πρόσωπό του όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα, που περιλαμβάνονται σ' αυτήν. Από την εποχή εκείνη, και για 800 και περισσότερα χρόνια η «Δωρεά» αυτή προβαλλόταν από τους παπικούς ως αληθινή, παρά τα καταφανή ψεύδη, που περιλαμβάνονταν σ' αυτήν, μέχρις ότου αποδείχθηκε και από Δυτικούς ερευνητές η νόθευση και η πλαστογράφησή τους. «Όσον ανεπιτήδειος και αν ήτο ο δόλος ούτως, σημειώνει για τούτο ο ιστορικός Fleury, ηπάτησεν όμως άπασαν την Λατινικήν Εκκλησίαν και εν διαστήματι 800 ετών εθεώρουν τούτον ως αληθή και μόλις εγκατέλιπον αυτόν κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα, σήμερον δε πας τις, οποσούν καλώς ανατεθραμμένος, πείθεται ευκόλως περί της δολιότητος ταύτης» (Livre quaranfe quatrieme C.XXII, vol. III, ρ157).
 
Β) Το περιεχόμενο της ψευδο-Κωνσταντίνειας Δωρεάς.
      Σύμφωνα με τον μύθο αυτόν, ο πάπας της Ρώμης Σίλβεστρος (313-335) θεράπευσε, όπως είπαμε, τον Μ. Κωνσταντίνο από την αρρώστια της λέπρας, από την οποία έπασχε, και τον βάπτισε Χριστιανό. Για τον λόγο αυτόν δήθεν ο Μ. Κωνσταντίνος του παρέδωσε σαν δωρεά, τη διοίκηση ολόκληρης της Εκκλησίας, στην οποία περιλαμβάνονται ιδιαίτερα τα εξής:
  1. Η αρχική εξουσία του πάπα, υπεράνω της βασιλείας και όλων των γήινων θρόνων!
  2. Το πρωτείο εξουσίας επάνω σε όλους τους εκκλησιαστικούς θρόνους της Ανατολής, δηλ. υπεράνω του θρόνου της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων και της Κωνσταντινουπόλεως, και γενικότερα όλων των εκκλησιών της οικουμένης!
  3. Η δωρεά του παλατίου του Λατεράνου, του βασιλικού διαδήματος, του λώρου και του ωμοφορίου, που «περικυκλοί» το βασιλικό τράχηλο, της πορφυράς χλαμύδας, του κόκκινου χιτώνα και όλων των βασιλικών ενδυμάτων και των αξιωμάτων των βασιλικών αλόγων. Στα πιο πάνω περιλαμβάνονται επίσης και πολλά άλλα και μάλιστα τα βασιλικά σκήπτρα, οι σφραγίδες και τα λοιπά κοσμήματα της βασιλικής μεγαλειότητας!
  4. Η δυνατότητα να φορεί ο πάπας Σίλβεστρος το βασιλικό διάδημα, δηλ. το χρυσό στεφάνι, στολισμένο μα ατίμητα μαργαριτάρια «εις αίνεσιν του Θεού και εις τιμήν του αγίου και κορυφαίου των Αποστόλων»!
  5. Η υποχρέωση των βασιλέων και ηγεμόνων των κρατών να κρατούν τα λουριά του αλόγου του ώστε να δοξάζεται «πλέον παρά την βασιλείαν την γήινην και κράτους δόξης κοσμήται»!
  6. Η μεταφορά της βασιλείας στα μέρη της Ανατολής, διότι θεωρήθηκε δήθεν άδικα να έχει ο επίγειος βασιλιάς την έδρα του εκεί, όπου εστίν η αρχική ιερατεία και η κεφαλή της αληθινής θρησκείας»! (βλ. Ράλλη και Ποτλή, Σύναξις ιερών Κανόνων, τομ. 6ος, σελ. 261).
     
Γ) Πως αποδεικνύεται το πλαστό της ψευδο-Κωνσταντίνειας Δωρεάς. 
Το ψεύδος και η πλαστότητα της δωρεάς αυτής γίνονται φανερά από πάρα πολλούς λόγους και μάλιστα από τους εξής:



1.
Από ιστορικά λάθη
      Στη δωρεά αυτή γίνεται λόγος για Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, ενώ δεν υπήρχε όχι μονάχα πατριάρχης, αλλά ούτε ακόμη και η πόλη της Κωνσταντινούπολης! Γίνεται επίσης λόγος στην δωρεά αυτή και για σύμφωνη γνώμη και συγκατάθεση της γερουσίας με τον αυτοκράτορα, ενώ την εποχή εκείνη η Γερουσία ήταν ακόμη ειδωλολατρική και μέχρι τον αυτοκράτορα Ουαλεντιανό πρόσφερε θυσίες στα είδωλα! (Αγ. Νεκταρίου Αιγίνης, ο.π. 202). Ο Μ. Κωνσταντίνος, κατά την δωρεά αυτή, διένειμε στους τρεις γιούς του τις περιοχές που ανέλαβαν να διοικήσουν, δωρίζοντας στον τότε πάπα και τα αναφερόμενα στην δωρεά μέρη, ενώ και κατά την εποχή ακόμα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565) οι περιοχές της Νότιας Ιταλίας, της Σικελίας κ.α. ήταν κάτω από την διοίκηση του αυτοκράτορα!
     Εξαιτίας των ιστορικών αυτών λαθών ακριβώς παρατηρήθηκε πολύ σωστά αργότερα ότι «ουδέν εστι ψευδέστερον της φανταστικής δωρεάς της Ρώμης και της δυτικής βασιλείας προς τον πάπα Σίλβεστρον τον Α' υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου» (Νεκταρίου Πενταπόλεως, Ιστορική μελέτη περί των αιτιών του Σχίσματος, τ. Α', Αθήναι 1998, 199).
 
2. Από τους αρχαίους ιστορικούς που αναιρούν τους ισχυρισμούς της Ψευδο- Κωνσταντίνειας Δωρεάς. 
      Κατά τον ιστορικό Ευσέβειο Καισαρίας, ο Μ. Κωνσταντίνος δε βαπτίσθηκε από τον πάπα Σίλβεστρο (314-335), αλλά από τον εξάδελφο του αυτοκράτορα Ευσέβιο Νικομηδείας με την συμπαράσταση και άλλων Επισκόπων σε ένα προάστιο της Νικομήδειας λίγο πιο μπροστά από το θάνατό του (Περί του βίου του Μ. Κωνσταντίνου, βιβ. Δ' κεφ. 61,62,63) από τον ιστορικό Σωζόμενο (Εκκλ. Ιστορία, βιβ.β, κεφ. λβ) από τον ιστορικό Σωκράτη (Εκ. Ιστ., βιβ. Α, κεφ. 39) κ.α. Σύμφωνα με τους πιο πάνω αναφερόμενους ιστορικούς, δηλαδή, η βάπτιση του Μ. Κωνσταντίνου δεν έγινε πριν τη μεταφορά της πρωτεύουσας από την Δύση στην Ανατολή, αλλά μετά από αυτήν και ακριβέστερα πριν από το τέλος της ζωής του. Όσον αφορά δε την ασθένεια, δε θεραπεύθηκε από αυτήν ποτέ, εφόσον εξ' αυτής οδηγήθηκε το 337 στο θάνατο. Όλα επομένως εκείνα, που αναφέρονται στην λεγόμενη Κωνσταντίνεια Δωρεά είναι ψευδή και για τούτο δίκαια χαρακτηρίζεται ως Ψευδο-Κωνσταντίνεια.
 
3. Από τους νεότερους ερευνητές, που αρνούνται τη γνησιότητα της Ψευδο-Κωνσταντίνειας Δωρεάς.
      Ο πρώτος από τους νεότερους ερευνητές της Δύσης, που αρνήθηκε τη γνησιότητα της Ψευδο-Κωνσταντίνειας Δωρεάς, ήταν ο Λαυρέντιος Βάλλα, που έζησε κατά τον ιε' αιώνα μ.Χ. Στη συνέχεια δε έγραψαν για την νοθεία αυτή ή ακριβέστερα την πλαστογράφηση και πάρα πολλοί άλλοι και μάλιστα ο περίφημος Döllinger, που εξέδωσε το έργο του «οι περί παπισμού μύθοι των μέσων αιώνων» το 1863 στο Μόναχο, διαχωρίζοντας την θέση του από τον Παπισμό, εξαιτίας κυρίως του πρωτείου.
 
4. Από την σιωπή των παπών μέχρι τον 8ο μ.Χ. αιώνα.
      Όλοι οι διάδοχοι του Σιλβέστρου πάπες, που έδρασαν μέχρι την εποχή του Αδριανού Α' (771-795), δε χρησιμοποίησαν ποτέ ούτε έκαναν λόγο για την λεγόμενη του Μ. Κωνσταντίνου δωρεά, παρότι ήλθαν σε έριδες και προστριβές με πολλούς αυτοκράτορες. Αν, δηλαδή, η δωρεά είχε κάποια ιστορική βάση, τότε κάποιοι υπερφίαλοι πάπες θα τη μεταχειρίζονταν ασφαλώς, σαν όπλο, στις αντιδικίες που είχαν κάθε τόσο με τους αυτοκράτορες του βυζαντίου.
 
5. Από το αντιευαγγελικό περιεχόμενο και το ύφος της.
      Όταν οι πλαστογράφοι των παπών κατασκεύασαν την Ψευδο- Κωνσταντίνεια Δωρεά, δε σκέφθηκαν ασφαλώς ότι με το κατασκεύασμά τους αυτό ανέτρεπαν στην πραγματικότητα ολόκληρη τη διδασκαλία του Κυρίου, που είχε διακηρύξει απερίφραστα το «μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11,29). Όποιος δηλ., από τους πιστούς μελετήσει την Αγία Γραφή και κατόπιν τη λεγόμενη «Κωνσταντίνεια Δωρεά», θα αντιληφθεί ευθύς αμέσως από το περιεχόμενο και το ύφος της τελευταίας ότι οι εκάστοτε πάπες θωρακιζόταν με τη «Δωρεά» αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν στο εξής σ' αυτούς να ζουν, όπως προδιέγραψε για τους μαθητές Του ο Κύριος, «ως πρόβατα εν μέσω λύκων», δηλαδή χωρίς να στηρίζονται σε βαλάντια και σε ραβδιά για την υπεράσπισή τους. Για τούτο σημείωσε χαρακτηριστικά ο Κ. Μουρατίδης ότι η τοιαύτη αλλοίωσις της φύσεως του κατ' εξοχήν πνευματικού και υπερκοσμικού της Εκκλησίας οργανισμού απετέλει πλήρη παρεκτροπήν από του χρυσού κανόνα επί τη βάσει του οποίου ερρυθμίζοντο αι προς την πολιτείαν σχέσεις της αρχαίας Εκκλησίας» (Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εξ επόψεως ορθοδόξου..., τ. Α', Αθήναι 1965, 141). Η νόθευση δε αυτή της ευαγγελικής διδασκαλίας, κατά τον πιο πάνω συγγραφέα, αποτέλεσε την αρχή «της μακραίωνος τραγωδίας», συντελώντας στην απορρόφηση του Επισκόπου της Ρώμης «υπό των κοσμικών μεριμνών» και «εις την εκτροπήν από της κύριας αποστολής του».
 
6. Από το ότι το πρωτείον το «νομοθέτησε» δήθεν ο Μ. Κωνσταντίνος.
      Το πρωτείο, σύμφωνα με την «Δωρεά» αυτή, δεν το είχε λάβει ο πάπας ούτε από τον Απόστολο Πέτρο ούτε γενικότερα από την Εκκλησία, αλλά από ένα κοσμικό άρχοντα. Ο Μ. Κωνσταντίνος όμως, ως αυτοκράτορας, δεν ήταν δυνατόν να χαρίζει κανένα πρωτείο, διότι στην πραγματικότητα δεν είχε λάβει από το Θεό τέτοια εξουσία.
 
Β. ΟΙ ΨΕΥΔΟ-ΙΣΙΔΩΡΕΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 
      Σαν να μην έφθανε όμως η μία γκάφα, στην οποία περιέπεσαν οι παπικοί, για να στηρίξουν τα αστήρικτα, προχώρησαν δυστυχώς και σε μία άλλη παρόμοια, ανακατεύοντας, όπως θα φανεί πιο κάτω, αλήθειες και ψεύδη, με την δημιουργία των Ψευδο-Ισιδώρειων Διατάξεων.
 
α) Γιατί ονομάσθηκαν Ψευδο-Ισιδώρειοι Διατάξεις. 
      Ως Ψευδο-Ισιδώρειοι Διατάξεις χαρακτηρίσθηκε η συλλογή των νόθων παπικών Δεκρεταλίων, των οποίων η κατάρτιση αποδόθηκε στον Ισπανό Ισίδωρο τον Μερκάτορα (ΘΗΕ 12,482). Το όνομα αυτό προέκυψε από την ένωση των ονομάτων δύο συγγραφέων, από τον Ισίδωρο της Σεβίλλης και από τον συγγραφέα μεταφράσεων εκκλησιαστικών αποφάσεων Μάριο Μερκάτορα (Β. Στεφανίδου, Εκ. Ιστορία, Αθήναι 1959, σ.299). Με το όνομα του Ισιδώρου της Σεβίλλης (560-636) υπήρχε παλαιότερη συλλογή γνήσιων κανόνων και παπικών διατάξεων. Στη συλλογή εκείνη στα μέσα του ενάτου μ.Χ. αιώνα αναμίχθηκαν με τρόπο σατανικό τα αληθινά με 94 ψεύτικα δεκρετάλια, ώστε να ενισχυθεί η παπική εξουσία έναντι των αυτοκρατόρων και των ηγετών των άλλων εκκλησιών. Για τον λόγο αυτό αναφέρεται από τον ιστορικό Β. Στεφανίδη, ότι «Ουδεμία άλλη νοθεία εν τη παγκοσμίω ιστορία συνετελέσθη μετά τόσης τέχνης και ουδεμία άλλη είχε τόσο μεγάλα αποτελέσματα» (ο.π.). Από την επισταμένη μελέτη, δηλαδή, των θεολογικών πηγών, κατά τον πιο πάνω συγγραφέα, «ελήφθησαν στοιχεία», τα οποία παραμορφώθηκαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να λάβουν το ποθούμενο από τους παπικούς νόημα, χωρίς να γίνεται εύκολα αντιληπτή η φοβερή νόθευσή τους (ο.π. 299-300).
 
  β) Τα περιεχόμενα των πλαστών διατάξεων. 
      Σύμφωνα με τα κείμενα των Ψευδο-Ισιδώρειων Διατάξεων, η ιερωσύνη είναι υπεράνω της πολιτικής εξουσίας. Για το λόγο αυτό ο πάπας, ως κεφαλή δήθεν της ιερωσύνης, είναι η ορατή κεφαλή ολόκληρης της Εκκλησίας, δηλαδή caput totius orbi (κεφαλή ολόκληρης της οικουμένης), έχοντας την απόλυτη κυριαρχία όχι μόνο στα εκκλησιαστικά, αλλά και στα πολιτικά ζητήματα. Κάθε δε επίσκοπος είναι αντιπρόσωπος του Πάπα, από τον οποίο λαμβάνει την εξουσία. Για τον λόγο αυτό από τον κάθε επίσκοπο και από οποιαδήποτε σύνοδο είναι δυνατόν να γίνει έκκληση προς τον πάπα για την λύση του προβλήματός τους, διότι αυτός, ως βικάριος δήθεν του Χριστού επί της γης, έχει το  προνόμιο να δικάζει και να επιλύει όλες τις διαφορές. Ουδεμία σύνοδος επίσης είναι δυνατόν να συγκληθεί και να πραγματοποιηθεί, είτε αυτή είναι τοπική είτε οικουμενική, χωρίς την προηγούμενη άδεια του πάπα! Οι αποφάσεις δε όλων των συνόδων δεν έχουν κανένα κύρος, αν δεν εγκριθούν τελικά από τον εν ενεργεία πάπα, που είναι ο ανώτατος δικαστής και διοικητής της Εκκλησίας υπερκείμενος των Συνόδων!
 
γ) Πότε παρουσιάσθηκαν. 
      Οι Ψευδο-Ισιδώρειες Διατάξεις παρουσιάσθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον πάπα Νικόλαο Α' (858-867), για τον οποίο είχε ειπωθεί ότι «όλου του κόσμου αυτοκράτορα εαυτόν εποίει». Ο πάπας αυτός διεκήρυσσε αλαζονικά ότι ο αυτοκράτορας έλαβε την εξουσία του από τον απόστολο Πέτρο και για τούτο είναι οπωσδήποτε υποτελής σ' αυτόν. Για τον λόγο αυτόν μάλιστα, κατά τον Κ. Μουρατίδη, θεωρούσε τόσο επιτακτική και αναγκαία την χρίση, την στέψη και την επικύρωση του αυτοκράτορα από τον πάπα, «όσο και την εκ βασιλικού γένους καταγωγήν» (Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, τ. Α' Αθήναι 1965, σ.138) για τους βασιλείς.

 
δ) Τι αποδεικνύει το πλαστό και ψευδές των Διατάξεων αυτών. 
      Το ψευδές και πλαστό των Ψευδο-Ισιδώρειων Διατάξεων αποδεικνύουν πολλοί λόγοι και μάλιστα οι πιο κάτω:
 
  1. Η αναφορά των παπικών εγκυκλίων του α', β', γ' μ.Χ. αιώνων.
      Ο πλαστογράφος των διατάξεων αυτών περιέπεσε στο λάθος να συμπεριλάβει και εγκυκλίους παπικές του α, του β' και γ' μ.Χ. αιώνων, δηλαδή και του Κλήμεντα, του Ανέγκλητου, του Ευάρεστου κ.α., ενώ κανένας από τους αρχαίους ιστορικούς δεν κάνει λόγο για αυτές. Ο Διονύσιος ο Μικρός, που έδρασε το έκτο μ.Χ. αιώνα, είχε περισυλλέξει, κατά τον άγιο Νεκτάριο Αιγίνης, αρχαίους Κανόνες και παπικές εγκυκλίους, που εκδόθηκαν από το 398 και εξής, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν βρήκε παπικές διατάξεις πριν από το έτος αυτό (Μελέτη Ιστορική..., τ. Α', Αθήναι 1998, σ. 190-191).
 
2. Λόγοι εσωτερικοί.
     Σε κάθε μελετητή απροκατάληπτο οι παπικές αυτές Διατάξεις παρουσιάζονται ως πλαστές για λόγους εσωτερικούς, από τους οποίους σπουδαιότεροι είναι οι πιο κάτω:
 
α. Οι παρουσιαζόμενοι αναχρονισμοί
     Ο επίσκοπος της Ρώμης Μιλτιάδης, που ήταν πάπας από το 311 μέχρι το 314, στις Διατάξεις αυτές κάνει λόγο για τις αποφάσεις της Α' Οικουμενικής Συνόδου (325), που έγινε μετά τον θάνατό του, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι ο πάπας, ως κεφαλή, είχε δήθεν το πρωτείο εξουσίας επάνω στα άλλα τέσσερα πατριαρχεία! Ο τίτλος όμως του πατριάρχη επικράτησε, κατά τους ιστορικούς πολύ αργότερα, δηλ. στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β' του μικρού (408-450). Από τους αναχρονισμούς αυτούς γίνεται ολοφάνερο ότι ο πλαστογράφος των Διατάξεων αυτών έγραφε με βάση δεδομένα των δικών του χρόνων, χωρίς να σκεφθεί επακριβώς τα ιστορικά πλαίσια των προσώπων , που παρουσίαζε.
 
β. Το ύφος των Δεκρεταλίων.
     Το ύφος των Ψευδο- Ισιδώρειων Διατάξεων είναι για τους πάπες τόσο υπεροπτικό, που δεν εκφράζει το ήθος των παπών της εποχής εκείνης, αλλά πολύ μεταγενέστερης. Για το λόγο αυτό αναγκάσθηκαν και πολλοί από τους Ρωμαιοκαθολικούς, όπως για παράδειγμα, ο Baronius, o Bellarminus κ.α., να παραδεχθούν την νοθεία των Διατάξεων αυτών.
 
3. Οι έρευνες των νεότερων ιστορικών.
      Την νοθεία των Διατάξεων αυτών απέδειξαν στα νεότερα χρόνια για πρώτη φορά οι Λουθηρανοί συγγραφείς των Μαγδεβουργικών εκατονταετηρίδων Φλάκιος και οι λοιποί του 16ου μ.Χ. αιώνα (βλ. Νεκταρίου Αιγίνης, ο.π. 190). Μετά δε από τους πιο πάνω, για την νοθεία αυτή έγραψαν και πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και καθολικοί ερευνητές. Για το λόγο αυτό σήμερα οι Διατάξεις αυτές δε χαρακτηρίζονται ως Ισιδώρειες αλλά ως Ψευδο- Ισιδώρειες. «Μετ' επιμελούς ερεύνης, λέγει για τούτο ένας από τους ερευνητές αυτούς ο Abbe Fleury, ευρέθησαν εν αυτοίς (δηλ. εν τοις Δεκτρεταλίοις) διάφορα αποσπάσματα των αγίων Λέοντος και Γρηγορίου και άλλων παπών, ζησάντων πολύ ύστερον εκείνων, οίτινες αναφέρονται ως εκδόντες τα δεκρετάλια. Πάσαι δε σχεδόν αι χρονολογίαι αυτών εισίν επινενοημέναι και το ψεύδος καταφαίνται εν τω περιεχομένω τρανότατα» (Livre quarante quatrieme C.XXII, τομ., ΙΙΙ σελ. 157).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου