Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Οι βασικές διαφορές τής αρχαίας Φιλοσοφίας και τής Θεολογίας

Οι βασικές διαφορές τής αρχαίας Φιλοσοφίας και τής Θεολογίας
Η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, παρά την ανωτερότητά της από τις πολυθεϊστικές πλάνες, δεν έπαυε να είναι μια "από κάτω προς τα πάνω" αναζήτηση, και όχι Αποκάλυψη τού ιδίου τού Θεού. Περιείχε λοιπόν κάποια βασικά σημεία, που ήταν εσφαλμένα. Στο άρθρο αυτό, θα δούμε τις βασικές διαφορές τής αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, και τής Χριστιανικής Θεολογίας.
  Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία κάνει σαφή διάκριση μεταξύ ύλης και πραγματικότητος. Θεωρεί, δηλαδή, ότι άλλο είναι η πραγματικότης και άλλο η ύλη και ο κόσμος, όλα αυτά τα οποία βλέπουμε και αισθανόμαστε. «Βασική προϋπόθεσις της φιλοσοφίας είναι ότι μόνον το αγέννητον και αναλλοίωτον είναι αθάνατον και πραγματικόν. Πάν ό,τι έχει αρχήν εν χρόνω έχει και τέλος".
Ξεκινώντας η αρχαία φιλοσοφία από αυτήν την διαπίστωση έφθανε σε διάφορα συμπεράσματα τα οποία είναι διαμετρικά αντίθετα πρός την διδασκαλία της Εκκλησίας. Κατά τους αρχαίους φιλοσόφους, «η δημιουργία είναι η μία φυσική απόρροια της ουσίας του ενός (πανθεϊσμός), ή μία φαινομενική ή και πεπτωκυία αντανάκλασις ενός αγέννητου πραγματικού κόσμου υποστατικών ιδεών (ιδεαλισμός), ή μία αδιάσπαστος ένωσις μορφής και ύλης, κατά την οποίαν η ύλη είνα η αρχή πολλαπλασιασμού της μορφής, αλλά χωρίς ανεξάρτητον ύπαρξιν και χωρίς απαρχήν (Αριστοτέλης)». Έτσι οι φιλόσοφοι ή κατέληγαν σε έναν πανθεϊσμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός ταυτιζόταν με τον κόσμο, ή σε έναν αφηρημένο ιδεαλισμό σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός είναι ένα τέλειο, ανυπόστατο και ανενέργητο όν, που έχει σύντροφο ένα «αγέννητον συγκρότημα υποστατικών ιδεών και αξιών», ή ακόμη ένα «αεί ακίνητον κινούν το αεί κινούμενον άνευ επαφής μετά του κόσμου».
  Καρπός αυτής της θεωρήσεως του Θεού και της δημιουργίας του κόσμου είναι ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι αφ’ ενός μεν ο ηδονισμός, αφ’ ετέρου δε ο ευδαιμονισμός. Κατά τον ηδονισμό, οι φυσικές ορμές είναι αναπόφευκτες και η ικανοποίησή τους οδηγεί τον άνθρωπο στην λύτρωση από τις κατώτερες πιεστικές ανάγκες, ενώ κατά τον ευδαιμονισμό, η ικανοποίηση της δίψας του ανθρώπου βρίσκεται όταν ο άνθρωπος επιστρέψη στα αγέννητα και αμετάβλητα, που είναι ο κόσμος των ιδεών. Αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει ότι, κατά την φιλοσοφία, η λύτρωση του ανθρώπου έγκειται στην φυγή από την φθαρτή ύλη και την προσκόλλησή του στα αγένννητα (Ιωάννου Ρωμανίδου: Προπατορικόν αμάρτημα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1989, σελ. 30-32).
  Με μιά πρόχειρη ματιά φαίνεται ότι ο θεός των φιλοσόφων και της φιλοσοφίας δεν είναι ο Θεός της Εκκλησίας, ότι ο θεός της φιλοσοφίας είναι ένας αφηρημένος και ανύπαρκτος θεός και ότι ο άνθρωπος της φιλοσοφίας δεν είναι ο ίδιος με τον άνθρωπο της Εκκλησίας. Αυτό θα το δούμε αναλυτικότερα πιό κάτω και θα διαπιστώσουμε την αντίθεση των αγίων Πατέρων πρός την φιλοσοφία και τους φιλοσόφους.
  Προηγουμένως μιλήσαμε για τον ιδεαλισμό. Δεν ξεχνούμε ότι αυτός ο κόσμος των ιδεών είναι η βασική διδασκαλία του Πλάτωνος. Κατά τον Πλάτωνα, ο κόσμος τον οποίο βλέπουμε, ακόμη και η ψηχή του ανθρώπου είναι ένα αντίγραφο του πραγματικού κόσμου, του κόσμου των ιδεών και επί πλέον ο κόσμος αυτός των φαινομένων είναι πτώση εκ του κόσμου της πραγματικότητος που είναι ο κόσμος των ιδεών. Ο Πλάτων με τον όρο ιδέα δηλώνει "τας καθόλου ή γενικάς εννοίας, τας αποτελούσας το μόνιμον ποιόν της ουσίας των όντων, αίτινες ου μόνον είνε πρότυπα ή παραδείγματα των επί μέρους όντων, αλλ’ υπάρχουσι και πράγματι καθ’ εαυτάς" (Χρήστου Ανδρούτσου: Λεξικόν Φιλοσοφίας, εκδ. Ρηγοπούλου, έτος 1965, σελ. 186).
Ο Πλάτων δίδασκε ότι οι ιδέες είναι «ουσίαι αυθυπόστατοι, άυλοι, και αμετάβλητοι, πλήν απρόσιτοι εις τας ημετέρας αισθήσεις και μόνον δια του νού θεαταί». Τα αντικείμενα τα οποία μας περιβάλλουν, επειδή εύκολα μεταβάλλονται, δεν μας δίνουν ακριβή εικόνα των αναλλοιώτων και μονίμων αυτών ιδεών. Η ψυχή διατηρεί στην μνήμη της αναμνήσεις αυτών των ιδεών, κατά τον χρόνο της προϋπάρξεώς της, πρίν, δηλαδή, φυλακισθεί στο σώμα.
Επομένως, η λύτρωση του ανθρώπου επιτυγχάνεται όταν η ψυχή γνωρίσει και ενωθεί με τα αρχέτυπα αυτά, με τις ιδέες αυτές, και όταν φυσικά η ψυχή ελευθερωθή από το σώμα, που είναι το δεσμωτήριό της. Κατά τον Πλάτωνα, ο θεός είναι το άναρχο και απόλυτο όν το οποίο είναι «αεί όν και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε αυξανόμενον, ούτε φθίνον». Έτσι ονομάζει τον θεό άλλοτε «αγαθόν», άλλοτε «ιδέαν του αγαθού», άλλοτε «αμήχανον κάλλος», άλλοτε «αρχήν ανυπόθετον», ήτοι απόλυτον, άλλοτε «αρχήν των πάντων» (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμος 10ος, σελ. 424, 425).
  Ο Αριστοτέλης δεχόταν την θεωρία περί των ιδεών του Πλάτωνος. Όμως δεν δεχόταν τις ιδέες σαν αυθυπόστατες και υπεραισθητές ουσίες, αλλά σαν είδη που υπάρχουν στα αισθητά και σαν δυνάμεις που διαμορφώνουν την ύλη. Το είδος μαζί με την ύλη «αποτελεί την ουσίαν των όντων» (Χρήστου Ανδρούτσου: Λεξικόν Φιλοσοφίας, εκδ. Ρηγοπούλου, έτος 1965, σελ. 51).
Στα φυσικά συγγράμματά του ο Αριστοτέλης εξετάζει τί είναι η ύλη, η κίνηση, ο τόπος, το κενό, το άπειρο, ο χρόνος. Λέγει ότι φυσικά είναι όσα έχουν μέσα τους «αρχήν κινήσεως». Με την κίνηση εξέρχεται η ύλη από την ακαθοριστία της και λαμβάνει ορισμένη μορφή, είδος. Αλλά η πρώτη αρχή της κινήσεως δεν βρίσκεται στην ύλη. Η αρχή της πηγάζει από τον θεό ο οποίος είναι το πρώτο ακίνητον κινούν. Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον θεό, αλλά ταυτόχρονα διδάσκει ότι ο κόσμος υπάρχει προαιωνίως. Ακόμη δε και ο χρόνος και η κίνηση θα έχουν αιώνια διάρκεια. Λέγει επί πλέον ότι η ύλη καταλαμβάνεται από κάποιον έρωτα πρός τον θεό, που είναι «το κινούν ακίνητον», και είναι η πηγή κάθε μορφοποιήσεως. Ο θεός είναι εκείνος που εμπνέει τον ερωτα στην ύλη και την θέτει σε λειτουργία ώστε να λάβη ωρισμένη μορφή. Αυτό θα συνεχίζεται αιωνίως (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 3ος, σελ. 145-146).
  Σε όλες αυτές τις θεωρίες των φιλοσόφων και της φιλοσοφίας μπορούμε να δούμε την αντίθεση της θεολογίας και γενικότερα της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και ζωής σε δυό συγκεκριμένα σημεία. Το ένα είναι το περιεχόμενο της διδασκαλίας των φιλοσόφων και το άλλο η μεθοδολογία που χρησιμοποίησαν οι φιλόσοφοι για να καταλήξουν σ’ αυτά τα συμπεράσματα.
  Όλες οι απόψεις των φιλοσόφων απεδοκιμάσθησαν από τους Πατέρας της Εκκλησίας. Στην Εκκλησίας δεν δεχόμαστε την διδασκαλία περί ιδεών, ούτε την οντολογία του Θεού, όπως την περιγράφουν οι φιλόσοφοι, ούτε την προΰπαρξη της ψυχής, ούτε την αιωνιότητα του κόσμου και του χρόνου, ούτε τα περί λυτρώσεως του ανθρώπου -ότι πρέπει, δηλαδή, να φύγη η ψυχή από το σώμα, που είναι δεσμωτήριο της ψυχής- ούτε ότι ο θεός είναι το πρώτον ακίνητον κινούν κ.λ.π. Αντίθετα, οι άγιοι Πατέρες εκφράζουν την αλήθεια της Εκκλησίας, ότι ο Θεός δεν είναι η ιδέα του αγαθού, όπως έλεγε ο Πλάτων, αλλά ο προσωπικός Θεός που εμφανίσθηκε στους Προφήτας, Αποστόλους και αγίους.
Η ψυχή δεν προϋπήρχε, αλλά δημιουργείται από τον Θεό ταυτόχρονα με το σώμα. Το σώμα δεν είναι το δεσμωτήριο της ψυχής, αλλά μαζί με την ψυχή αποτελεί τον άνθρωπο, αφού το σώμα δεν είναι ο πλήρης άνθρωπος, αλλά το σώμα του ανθρώπου, και η ψυχή δεν είνσι ο πλήρης άνθρωπος, αλλά η ψυχή του ανθρώπου. Διδάσκουν επίσης οι άγιοι Πατέρες ότι ο κόσμος δεν ήλθε στην ύπαρξη από την πτώση του από τον λεγόμενο πραγματικό κόσμο, δηλαδή τον κόσμο των ιδεών, αλλά δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά θετικό τρόπο. Επίσης διδάσκουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε «εκ του μηδενός» και ότι διευθύνεται από την άκτιστη Πρόνοια και την άκτιστη κυβερνητική ενέργεια του Θεού. Επίσης διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες ο έρωτας δεν είναι μόνον μιά κίνηση του ανθρώπου πρός τον Θεό, όπως έλεγε ο Πλάτων, ούτε εκφράζει την αδυναμία του ανθρώπου που κινείται πρός το πρώτον ακίνητον κινούν για να αισθανθή πληρότητα, αλλά ότι είναι θετική ενέργεια. Ο Θεός δεν είναι απλώς το ακίνητον κινούν, αλλά συγχρόνως κινείται πρός τον άνθρωπο. Κινεί και κινείται. Και ο έρωτας δεν είναι στοιχείο αδυναμίας του ανθρώπου, αφού έρως ονομάζεται και αυτός ο Ίδιος ο Θεός, ο οποίος είναι έρως και εραστόν, που κινεί και κινείται. Ανέφερα τηλεγραφικά τις κεντρικές απόψεις των αγίων Πατέρων που αντιτίθεται στην φιλοσοφία. Δεν τις αναλύω περισσότερο γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός μου εδώ.
  Το ότι η Εκκλησία απέρριψε όλες αυτές τις θεωρίες των φιλοσόφων μπορεί να το δή κανείς συνοπτικά στο «Συνοδικόν» της Ορθοδοξίας, ένα κείμενο το οποίο διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μάλιστα όχι μόνον απορρίπτονται αυτές οι θεωρίες ως κακόδοξες, αλλά ρητώς και επανειλημμένως λέγεται ότι όσοι δέχονται τις θεωρίες των φιλοσόφων αναθεματίζονται από την Εκκλησία. Αναθεματίζονται όσοι δέχονται «τας Πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς» και όσοι λέγουν και δέχονται «ως αυθυπόστατον την ύλην». Επίσης αναθεματίζονται όσοι δέχονται και μεταδίδουν «τα μάταια και ελληνικά ρήματα», όσοι ισχυρίζονται ότι «προΰπαρξίς εστι τών ψυχών, καί ουκ εκ τού μη όντος τα πάντα εγένετο, καί παρήχθησαν». Ακόμη αναθεματίζονται όσοι δογματίζουν «την ύλην άναρχον, και τας ιδέας, ή συνάναρχον τώ Δημιουργώ πάντων και Θεώ» και ότι όλα τα κτίσματα «αΐδιά τε εισι και άναρχα, και διαμένουσιν αναλλοίωτα». Επίσης αναθεματίζονται όσοι προτιμούν «την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν» όσοι ακολουθούν "τοίς καθηγηταίς αυτών» και όσοι δέχονται «τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών" (Τριώδιον, εκδ. ΦΩΣ, σελ. 159-160).
Απόσπασμα από το βραβευμένο βιβλίο τού σεβ. Ναυπάκτου Ιεροθέου: "Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση" Γ΄ έκδοση Ιεράς Μονής Γενεθλίου τής Θεοτόκου (Πελαγίας) σελ. 25-30.
Μεταγραφή Θ. Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου