Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

Χριστιανική Ενότητα: Μια Ορθόδοξη Άποψη
Ανταποκρινόμενοι στο πρόσφατο έγγραφο από το Βατικανό [*], παραθέτουμε μια Ορθόδοξη άποψη για την «Ενότητα», η οποία άποψη, αν και διατυπώθηκε πριν από 50 χρόνια, αξίζει να την μελετήσουμε...
Δήλωση των Εκπροσώπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Συνέδριο για την Μελέτη της Πίστεως και την Τάξεως που έλαβε χώρα στο Oberlin, Ohio των Η.Π.Α. από την 3η  έως την 10η  Σεπτεμβρίου του έτους 1957:


Ως εκπρόσωποι για το Συνέδριο Μελέτης της Πίστεως και της Τάξεως επιθυμούμε να κάνουμε τις ακόλουθες προκαταρτικές δηλώσεις.
Χαιρόμεθα που συμμετέχουμε σε ένα συνέδριο μελέτης που είναι αφιερωμένο σε μια τόσο βασική ανάγκη του Χριστιανικού Κόσμου όπως η Ενότητα.  Όλοι οι Χριστιανοί οφείλουν να επιδιώκουν την Ενότητα. Από την άλλη όμως, αισθανόμαστε πως το όλο πρόγραμμα της επικείμενης συζήτησης έχει πλαισιωθεί από μια οπτική γωνία που εμείς δεν μπορούμε συνειδητά να παραδεχθούμε. «Η Ενότητα που εμείς επιζητούμε» είναι σε εμάς μια δεδομένη Ενότητα, που δεν έχει ποτέ απωλεσθεί, και, σαν Θείο Δώρο και ουσιαστικό σημείο της Χριστιανικής ύπαρξης που είναι, δεν θα μπορούσε ποτέ να απωλεσθεί. Αυτή η ενότητα εν τη Εκκλησία του Χριστού είναι για εμάς μια Ενότητα εν τη Ιστορική Εκκλησία, εν τη πληρότητι της Πίστεως, εν τη πληρότητι της συνεχούς μυστηριακής ζωής. Για εμάς, η Ενότητα αυτή είναι ενσωματωμένη μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η Οποία διατήρησε – καθολικώς και ανελλειπώς – και την ακεραιότητα της Αποστολικής Πίστεως και την ακεραιότητα της Αποστολικής Τάξεως.
Η δική μας συμμετοχή στην μελέτη της Χριστιανικής Ενότητας είναι καθορισμένη, από την ακλόνητη πεποίθησή μας ότι η Ενότητα αυτή μπορεί να υπάρχει μόνο μέσα στην αδελφότητα της Ιστορικής Εκκλησίας, με την πιστή διατήρηση της καθολικής Παράδοσης, του Δόγματος και της Τάξεως. Δεν δυνάμεθα να δεσμευθούμε σε οποιαδήποτε συζήτηση επ’ αυτών των βασικών αξιώσεων, σαν αυτές να είναι υποθετικές ή προβληματικές. Ξεκινούμε με μια ξεκάθαρη κατανόηση της Ενότητας της Εκκλησίας, η οποία εμείς πιστεύουμε έχει ενσωματωθεί και πραγματωθεί μέσα στην μακραίωνη ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, χωρίς καμία αλλαγή ή διακοπή από τους καιρούς όταν η ορατή Ενότητα της Χριστιανοσύνης ήταν ένα φανερό δεδομένο και επιστοποιείτο και μαρτυρείτο από μια οικουμενική ομοφωνία, κατά την εποχή των Οικουμενικών Συνόδων.
Φυσικά παραδεχόμαστε πως η Ενότητα της Χριστιανοσύνης έχει διασπασθεί, και πως η ενότητα της Πίστεως και η ακεραιότητα της Τάξεως έχουν βάναυσα καταπατηθεί. Όμως δεν παραδεχόμαστε πως η Ενότητα της Εκκλησίας – και συγκεκριμένα της «ορατής» και ιστορικής Εκκλησίας – έχει ποτέ διασπασθεί ή απωλεσθεί, ώστε σήμερα να αποτελεί ζήτημα για διερεύνηση και ανακάλυψη. Το ζήτημα της Ενότητας είναι, συνεπώς, για εμάς, ζήτημα επιστροφής στην πληρότητα της Πίστεως και της Τάξεως, με πλήρη πιστότητα προς το μήνυμα της Γραφής και της Παράδοσης, και σε υπακοή του θελήματος του Θεού: «ίνα πάντες έν ώσι».
Πολύ πριν την διάσπαση της ενότητας της Δυτικής Χριστιανοσύνης, η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ήδη μια οξύτατη αίσθηση της ουσιαστικής σημασίας του «ενός» σώματος των Χριστιανών πιστών, και από την πρώτη στιγμή της έναρξής Της, απεχθανόταν τις διαιρέσεις εντός του Χριστιανικού κόσμου. Όπως στο παρελθόν, έτσι και στο παρόν, οδύρεται για την μη-ενότητα ανάμεσα σε αυτούς που δηλώνουν οπαδοί του Ιησού Χριστού, των οποίων ο σκοπός στον κόσμο ήταν να ενώσουν όλους τους πιστούς σε ένα σώμα.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία αισθάνεται πως, εφ’ όσον Αυτή δεν σχετίζεται με τα γεγονότα που αφορούν στην διάσπαση της θρησκευτικής ενότητας στην Δύση, η Ίδια έχει ειδική ευθύνη να προσφέρει υπέρ της αποκατάστασης της Χριστιανικής ενότητας – πράξη που θα καταστήσει αποτελεσματικό το μήνυμα του Ευαγγελίου μέσα σε ένα κόσμο που απειλείται από παγκόσμιες συγκρούσεις και γενική αβεβαιότητα για το μέλλον.
Με ταπείνωση εκφράζουμε την πεποίθηση πως η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να συνεισφέρει κάτι ειδικό υπέρ του αγώνα για την Χριστιανική Ενότητα, διότι μόνο Αυτή διαθέτει, από την ημέρα της Πεντηκοστής, την αληθινή ενότητα που ήθελε ο Χριστός. Με αυτή την πεποίθηση είναι πάντα διατεθειμένη η Ορθόδοξη Εκκλησία να συναντηθεί με τους Χριστιανούς άλλων κοινοτήτων, στις δια-ομολογιακές συσκέψεις. Χαίρεται με το γεγονός ότι είναι ικανή να ενώσει εκείνους των άλλων δογμάτων σε οικουμενικές συζητήσεις, με σκοπό την αφαίρεση των φραγμών προς την Χριστιανική ενότητα. Όμως, νοιώθουμε υποχρεωμένοι, με κάθε ειλικρίνεια, ως εκπρόσωποι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, να ομολογήσουμε πως πρέπει να διευκρινίσουμε την συμμετοχή μας, όπως απαιτείται από την ιστορική πίστη και πράξη της Εκκλησίας μας, και επίσης να δηλώσουμε την γενική θέση που πρέπει να λάβουμε στο δια-ομολογιακό αυτό συνέδριο.
Μελετώντας πρωτίστως «την φύση της ενότητας που επιζητούμε», επιθυμούμε να αρχίσουμε λέγοντας πως η δική μας προσέγγιση αποκλίνει εκείνης που συνήθως συνηγορείται και κανονικά θεωρείται ως αναμενόμενη από τους συμμετέχοντες εκπροσώπους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει πως η ενότητα της Εκκλησίας δεν έχει απωλεσθεί, επειδή Εκείνη είναι το Σώμα του Χριστού, και ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν ποτέ να διαιρεθεί. Ο Χριστός, που είναι η κεφαλή Της, και η ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος μέσα Της, είναι αυτά που εξασφαλίζουν την ενότητα της Εκκλησίας διαχρονικά.
Η παρουσία ανθρώπινης ατέλειας ανάμεσα στα μέλη Της είναι ανίσχυρη για να εξαλείψει την ενότητα, καθ’ ότι ο Ίδιος ο Χριστός είχε υποσχεθεί πως «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Ο Σατανάς έχει σπείρει ζιζάνια στο χωράφι του Κυρίου και οι δυνάμεις της διάσπασης έχουν συχνά απειλήσει την Εκκλησία, χωρίς όμως ποτέ να έχουν πετύχει την διαίρεσή της.  Καμία δύναμη δεν υπάρχει μεγαλύτερη από το παντοδύναμο θέλημα του Χριστού, ο Οποίος ίδρυσε μία μόνο Εκκλησία, για να φέρει τους ανθρώπους σε ενότητα με τον Θεό.  Το «έν» είναι ένα ουσιαστικό στίγμα της Εκκλησίας
Αν είναι αλήθεια πως ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία ως μέσον ενώσεως των ανθρώπων των διαιρεμένων από την αμαρτία, τότε είναι λογικό επακόλουθο πως και η ενότητα της Εκκλησίας συντηρείται από την θεία παντοδυναμία Του.  Η Ενότητα, συνεπώς, δεν είναι απλώς μια υπόσχεση, ή μια δυνατότητα, αλλά κάτι που ανήκει στην ίδια την φύση της Εκκλησίας.  Δεν είναι κάτι που απωλέσθηκε και που πρέπει να ανακτηθεί, αλλά μάλλον είναι ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της δομής της Εκκλησίας.
Η Χριστιανική αγάπη μας παρακινεί να μιλήσουμε ελεύθερα για την πεποίθησή μας ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει χάσει την ενότητα της Εκκλησίας όπως την ήθελε ο Χριστός, διότι Αυτή αντιπροσωπεύει το «έν», το οποίο για την Δυτική Χριστιανοσύνη ήταν μονάχα μια δυνατότητα.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει πως δεν έχει ανάγκη να αναζητήσει κάποια «χαμένη ενότητα», επειδή η δική Της ιστορική συνείδηση υπαγορεύει πως Εκείνη είναι η «Μία Αγία», και πως όλες οι Χριστιανικές ομάδες έξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία μπορούν να ανακτήσουν την ενότητά τους, μόνο με την είσοδό τους στον κόρφο εκείνης της Εκκλησίας που διατήρησε την ταυτότητά Της με την αρχαία Χριστιανοσύνη.
Όλα αυτά είναι δηλώσεις που πηγάζουν, όχι από υπεροψία, αλλά από μια έσω, ιστορική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Μάλιστα, είναι το κατ’ εξοχήν μήνυμα της Ανατολικής Ορθοδοξίας προς την διαιρεμένη Δυτική Χριστιανοσύνη.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστή στην ιστορική Της συνείδηση, δηλώνει πως έχει διατηρήσει μια αδιάκοπη συνέχεια με την Εκκλησία της Πεντηκοστής, με το να διατηρεί ανόθευτη την Αποστολική Πίστη και πολιτεία.  Έχει διατηρήσει την «άπαξ δοθείσα τοις αγίοις πίστη», απαλλαγμένη από τις διαστρεβλώσεις των ανθρωπίνων καινοτομιών.  Τα ανθρωποποίητα δόγματα ποτέ δεν κατέληξαν μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθ’ όσον δεν είχε καμία υποχρεωτική σχέση στην Ιστορία με το όνομα ενός μόνο Πατρός ή θεολόγου.  Οφείλει την πληρότητα και την εγγύηση της ενότητας και του αλάθητου στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και όχι στην υπηρεσία ενός ατόμου. Αυτός είναι ο λόγος που δεν έχει νοιώσει ποτέ την ανάγκη για αυτό που είναι γνωστό ως «επιστροφήν στην καθαρότητα της Αποστολικής πίστεως».  Η Εκκλησία διατηρεί την απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα σε ελευθερία και κύρος, αποφεύγοντας έτσι τα άκρα - της απολυταρχίας και του ατομικισμού - που έχουν αμφότερα επιφέρει βία στην Χριστιανική ενότητα.
Δηλώνουμε και πάλι όσα δηλώθηκαν στο Έβανστον και όσα είχαν γνωστοποιηθεί στο παρελθόν σε όλα τα δια-ομολογιακά συνέδρια στα οποία είχαν συμμετάσχει εκπρόσωποι της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δεν είναι χάριν της προσωπικής μας αξίας, αλλά χάριν θείας συγκατάβασης που αντιπροσωπεύουμε την Ορθόδοξη Εκκλησία και έχουμε την ευκαιρία να εκφράσουμε τις αξιώσεις Της. 
Δεσμευόμεθα συνειδησιακά να δηλώσουμε με σαφήνεια αυτό που λογικά συμπεραίνεται: πως όλα τα άλλα μέλη έχουν άμεσα ή έμμεσα αποκοπεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία.  «Ενότητα» από την Ορθόδοξη άποψη σημαίνει επιστροφή των αποκομμένων μελών στην ιστορική Ορθόδοξη, Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Η Ενότητα που αντιπροσωπεύεται από την Ορθοδοξία στηρίζεται στην ταυτότητα της πίστεως, της τάξεως και της λατρείας.  Και οι τρεις αυτές πλευρές της ζωής της Εκκλησίας είναι εξωτερικά διασφαλισμένες από την πραγματικότητα της αδιάκοπης διαδοχής των επισκόπων, που αποτελεί εγγύηση για την αδιάκοπη συνέχεια της Εκκλησίας, με Αποστολική προέλευση.  Αυτό σημαίνει πως η ασυμβίβαστη πληρότητα της Εκκλησίας απαιτεί την διατήρηση και της επισκοπικής Της δομής, καθώς και της μυστηριακής ζωής. Καθώς είναι προσκολλημένη γερά στην Αποστολική Της κληρονομιά, η Ορθόδοξη Εκκλησία διατείνεται πως δεν είναι δυνατή μια πραγματική ενότητα όπου απουσιάζει η Επισκοπεία και τα Μυστήρια, και θλίβεται με το γεγονός ότι και οι δύο αυτοί θεσμοί έχουν είτε απορριφθεί είτε διαστρεβλωθεί σε ορισμένα μέρη της Χριστιανοσύνης. Κάθε συμφωνία επί της Πίστεως οφείλει να στηρίζεται στο κύρος των αποφάσεων των επτά Οικουμενικών Συνόδων, που αντιπροσωπεύουν την γνώμη της μίας αδιαιρέτου Εκκλησίας της αρχαίας εποχής, καθώς και στην διάδοχη Παράδοση όπως αυτή διατηρήθηκε μέσα στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Λυπούμεθα, που το τόσο ζωτικό ζήτημα του Ιερατείου καθώς και της Αποστολικής Διαδοχής – χωρίς τα οποία κατά την γνώμη μας δεν υπάρχει ούτε ενότητα, ούτε εκκλησία – δεν είχαν συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα του Συνεδρίου αυτού. Όλα τα προβλήματα που αφορούν την Τάξη φαίνεται να απουσιάζουν από το πρόγραμμα.  Αυτά, κατά την γνώμη μας, είναι βασικά για οποιαδήποτε μελέτη της Ενότητας.
Η ορατή ενότητα - όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από την οργανωτική ενότητα – δεν καταστρέφει την κεντρικότητα του πνεύματος ανάμεσα στους πιστούς, αλλά μάλλον μαρτυρεί υπέρ της πραγματικότητας της ενότητος του Πνεύματος. Όπου υπάρχει η πληρότητα του Πνεύματος, εκεί θα βρίσκεται και η έξωθεν φιλικότητα.  Από τους Αποστολικούς κιόλας χρόνους, η ενότητα των Χριστιανών πιστών εκδηλωνόταν από την ορατή οργανωτική δομή τους.  Η ενότητα εν Αγίω Πνεύματι είναι αυτό που εκφράζεται σε ένα ενοποιημένο ορατό οργανισμό.
Η Θεία Ευχαριστία, ως κύρια πράξη λατρείας, είναι η εξωτερική επιβεβαίωση της εσωτερικής σχέσεως που προκύπτει από την ενότητα εν Αγίω Πνεύματι. Όμως αυτή η ενότητα προϋποθέτει ομοφωνία πίστεως ανάμεσα σε εκείνους που μετέχουν εν τη Θεία Κοινωνία, οπότε, είναι δυνατή μόνο όταν υπάρχει συμφωνία πίστεως.  Η κοινή λατρεία σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχει ως προϋπόθεση την κοινή πίστη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία υποστηρίζει πως η πάσης φύσεως λατρεία δεν μπορεί να είναι ειλικρινής αν δεν υπάρχει η ίδια πίστη ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Αυτή είναι η βάση επάνω στην οποία οι Ορθόδοξοι διστάζουν να συγκοινωνούν σε κοινές προσευχές και λειτουργίες και απέχουν αυστηρά από το να συμμετάσχουν σε δια-ομολογιακές Λειτουργίες Θ. Κοινωνίας.
Κοινή πίστη και κοινή λατρεία είναι αδιαχώριστα στην ιστορική συνέχεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Όμως ούτε η μία, ούτε η άλλη δεν μπορούν να διατηρηθούν ακέραιες και ανέπαφες, μεμονωμένα. Και οι δύο πρέπει να διατηρούνται σε μια οργανική και εσωτερική σχέση μεταξύ τους. Αυτός είναι ο λόγος που η Χριστιανική ενότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με το να καθορίζονται απλώς τα άρθρα της πίστεως ή ποιό σύμβολο πίστεως θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί την βάση της ενότητας. Πέραν της αποδοχής κάποιων δογμάτων της πίστεως, είναι απαραίτητο να επιτευχθεί και η εμπειρία της κοινής παράδοσης ή «communis sensus fidelium» (=κοινό αίσθημα πίστεως) το οποίο να διατηρείται μέσω μιας κοινής λατρείας εντός του ιστορικού πλαισίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πραγματική ομοφωνία πίστεως, αν η πίστη εκείνη δεν παραμείνει μέσα στην ζωή και την ιερή παράδοση της Εκκλησίας, η οποία μένει ίδια και απαράλλακτη διαχρονικά.
Μέσα από την εμπειρία της λατρείας επιβεβαιώνουμε την αληθινή πίστη, και αντιστρόφως, μέσα από την αναγνώριση μιας κοινής πίστεως εξασφαλίζουμε την πραγματικότητα της εν πνεύματι και εν αληθεία λατρείας.
Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία σε κάθε τόπο επιμένει στην συμφωνία επί της πίστεως και της λατρείας πριν σκεφθεί καν να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε δια-θρησκειακή δραστηριότητα.  Οι δογματικές διαφορές αποτελούν εμπόδιο για την απεριόριστη συμμετοχή σε δραστηριότητες τέτοιου είδους. Προκειμένου να διασφαλιστθεί η καθαρότητα της πίστεως και η ακεραιότητα της λειτουργικής και πνευματικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενθαρρύνεται σε τοπικό επίπεδο η αποχή από δια-θρησκειακές δραστηριότητες. Δια-κοινωνία με μια άλλη εκκλησία πρέπει να θεμελιώνεται πάνω σε ομοφωνία πίστεως και κοινής κατανόησης της μυστηριακής ζωής.  Ειδικότερα, η Θεία Ευχαριστία πρέπει να είναι η λειτουργική επίδειξη της ενότητας της πίστεως.
Είμεθα απολύτως ενήμεροι για τις βαθειές αποκλίσεις που χωρίζουν τις Χριστιανικές ομολογίες μεταξύ τους, σε κάθε τομέα της Χριστιανικής ζωής και ύπαρξης, στην κατανόηση της πίστεως, στη διαμόρφωση της ζωής, στις συνήθειες της λατρείας. Και εμείς επιζητούμε ανάλογα μια ομοφωνία στην πίστη, μια αναγνώριση της τάξεως, μια αδελφοσύνη στην προσευχή. Όμως για εμάς, τα τρία αυτά είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους.  Κοινωνία στην λατρεία είναι δυνατή, μόνο εν τη ενότητι των πίστεων. Η Κοινωνία προϋποθέτει Ενότητα.  Συνεπώς ο όρος «Δια-Κοινωνία» μας φαίνεται ως επιτομή εκείνης της ιδέας που είμαστε υποχρεωμένοι να απορρίψουμε.  Μια «δια-κοινωνία» προϋποθέτει την ύπαρξη μια σειρά χωριστών και χωρισμένων ομολογιών, οι οποίες περιστασιακά ενώνονται σε κάποιες κοινές πράξεις ή κινήσεις. Στην πραγματική Ενότητα της Εκκλησίας του Χριστού δεν υπάρχει χώρος για μια σειρά «ομολογιών».  Συνεπώς, δεν υπάρχει χώρος και για την «δια-κοινωνία».  Όταν όλοι θα είναι πραγματικά ενωμένοι στη Αποστολική Πίστη και Τάξη, θα υπάρξει η τα πάντα περιλαμβάνουσα Κοινωνία και Αδελφοσύνη, στα πάντα.
Είχε ήδη δηλωθεί από τους Ορθοδόξους εκπροσώπους στο Εδιμβούργο το 1937, πως πολλά προβλήματα παρουσιάζονται στα Συνέδρια Πίστεως και Τάξεως κατά τέτοιον τρόπο και σε τέτοιο περιβάλλον, ώστε να είναι εντελώς ανάρμοστα στους Ορθοδόξους.  Οφείλουμε να επαναλάβουμε την ίδια δήλωση και τώρα.
Αλλά και πάλι όπως στο Εδιμβούργο προ ετών, θέλουμε να αποδείξουμε την ετοιμότητά μας και την προθυμία μας να συμμετάσχουμε στην μελέτη προκειμένου η Αλήθεια του Ευαγγελίου και η πληρότητα της Αποστολικής Παράδοσης να έλθει εις γνώση όλων εκείνων που αληθινά, ανιδιοτελώς και ευσεβώς επιζητούν την Ενότητα, στον Ευλογημένο Κύριό μας και στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Του Εκκλησία.

Επίσκοπος Αθηναγόρας Κοκκινάκης, Πρόεδρος
Πρωτοπρεσβ. Π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ
Πρωτοπρεσβ. Π. Ευσέβιος Α. Στεφάνου
π. Γεώργιος Τσούμας
π. Ιωάννης Α. Πούλος
π. Ιωάννης Χόνδρας
π. Γεώργιος Π. Γάλλος
 
* Ο Πάπας Βενέδικτος 16ος έχει επαναβεβαιώσει το παγκόσμιο πρωτείο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, εγκρίνοντας ένα έγγραφο που λέει πως οι Ορθόδοξες Εκκλησίες ήσαν αποστατικές και πως τα άλλα Χριστιανικά δόγματα δεν ήσαν πραγματικές εκκλησίες. 
Το έγγραφο αυτό έλεγε πως οι Ορθόδοξες εκκλησίες ήσαν πράγματι «εκκλησίες» επειδή έχουν Αποστολική διαδοχή και πως «απολάμβαναν πολλά στοιχεία αγιασμού και αληθείας». Όμως έλεγε πως κάτι έλειπε από  αυτές, επειδή δεν αναγνωρίζουν το πρωτείο του πάπα – ένα ελάττωμα, ή μια «πληγή» που τις έβλαψε, λέει...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου