Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Η περί ψυχής διδασκαλία του βιβλίου της Γενέσεως (ιγ΄ μέρος)


6.  Μίσος.
Το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους είναι μία καθημερινή πραγματικότητα. Το βιβλίο της Γενέσεως αναφέρει την παρουσία του μίσους στην πρώτη κιόλας ανθρώπινη γενιά[1].
Οι πατέρες θεωρούν το μίσος «ως αποτέλεσμα της πτώσης» διότι το μίσος δεν είναι στην φύση του ανθρώπου, αλλά είναι επίκτητο, εισήλθε στον άνθρωπο μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, και αμέσως μετά από την εκδίωξή τους από τον παράδεισο. Επίσης οι πατέρες δέχονται ότι το μίσος είναι μέγιστο κακό, και καρπός της αμαρτίας[2].
Η τυπική περίπτωση του Κάϊν δείχνει καθαρά ποιά είναι η πορεία του μίσους, γεννιέται από τη ζήλια, τείνει στην εκμηδένιση του άλλου και οδηγεί στην ανθρωποκτονία. Όλα αυτά φθάνουν για να καταγγείλουν την σατανική προέλευση του μίσους, «η ψυχή γάρ υπό πειρασμών καταληφθείσα από πολλούς πειρασμούς εκτρέπεται»[3] όπως το εξηγούν οι πατέρες και μάλιστα  ο Μέγας Βασίλειος λέγει: «όπου γαρ ελλείπει η αγάπη, εκεί πάντως αντεισέρχεται το μίσος…ούτως ο το μίσος έχων τον διάβολον εν εαυτώ τρέφει»[4].
Ο Ησαύ[5] όσο και οι αδελφοί του Ιωσήφ[6] μίσησαν τους αδελφούς τους και το θεό όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Γραφή «εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισεί, ψεύτης εστίν˙ ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν, ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν;»[7]. Ο Αστέριος ο Σοφιστής λέγει «ότι ο μισών τον αδελφόν αυτού ούτος και τον Θεόν μισεί, καν τω στόματι βοά και κράζει ότι αγαπά Θεόν...»[8], ενώ ο Ωριγένης στην ερμηνεία του για το χωρίο αυτό λέγει: «ο μισών αδυνάτως έχει προς το ειρηνικόν τι λαλείν τω μισουμένω. Αποθώμεθα ουν το μίσος, ίνα λαλείν ειρηνικά δυνηθώμεν»[9]. Μίσος παρατηρούμε ακόμη και στις ψυχές των αδελφών της Δείνας, έναντι του Συχέμ, ο οποίος διέφθειρε την αδελφή αυτών[10].
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις «μίσους» βλέπουμε την φθορά του ανθρώπινου γένους και όπως μας λέγει ο Μ. Βασίλειος «εκακώθη δε η ψυχή παρεκτραπείσα του κατά φύσιν»[11], Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η πρωταρχική αιτία του μίσους, αλλά και όλων των παθών και αμαρτημάτων, δεν είναι τα συναισθήματα ή οι επιθυμίες αλλά η άγνοια του Θεού. Αυτή σκοτίζει τον νου του ανθρώπου που προσηλώνεται στις αισθήσεις[12] στο κακό.
Όταν υποταχθεί ο νους στις αισθήσεις, ακολουθεί η υποταγή των ψυχικών δυνάμεων. Με αυτόν τον τρόπο μολύνεται ολόκληρη η ψυχή, ανατρέπεται η ομαλή λειτουργία της και δημιουργούνται τα πάθη «το δυσάρεστον και λυπηρόν αποτέλεσμα προκαλεί πάντοτε το μίσος προς τους προκαλούντας αυτό»[13].
Κι επειδή η ανθρώπινη ψυχή είναι ενιαία και πολυδύναμη, ο ʺμολυσμόςʺ της προέρχεται από την κακή λειτουργία όχι μόνο του νου, αλλά και οποιουδήποτε μέρους της[14]. Το μίσος ως πάθος κατ’ εξοχήν αμαρτωλό, αμαυρώνει, αλλοιώνει και σκοτίζει το «κατ’ εικόνα» του ανθρώπου αλλά και χωρίζει τον άνθρωπο από άνθρωπο και τον άνθρωπο από τον Θεό.

7.     Φιλαυτία.
Η φιλαυτία, η αρχέγονη αυτή αμαρτία του ανθρώπου, χρησιμοποιεί τη γνώμη, η οποία γίνεται ταυτόσημη πλέον με αυτή την ανταρσία[15]. Η «Φιλαυτία της εκάστου γνώμης…»[16] προκαλεί την πτώση, η οποία παρασύρει τον άνθρωπο σε νέα πάθη. Η νοσηρά και υπέρμετρος αγάπη προς τον εαυτό μας, μας οδηγεί στην πραγματική ειδωλολατρία του «εγώ». Αυτό το βλέπουμε στους πρωτοπλάστους αλλά και στους απογόνους του Νώε:  «και είπαν˙ Δεύτε οικοδομήσωμεν εαυτοίς πόλιν και πύργον, ου η κεφαλή έσται έως του ουρανού, και ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα προ του διασπαρήναι επί προσώπου πάσης της γης»[17].Στο χωρίο αυτό φαίνεται ο εγωισμός του ανθρώπου όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: «Όρα πως η ανθρωπίνη φύσις ουκ ανέχεται ίστασθαι επί των οικείων όρων, αλλ ̉ αεί του πλείονος εφιεμένη ορέγεται των μειζόνων. Και τούτο εστιν ο μάλιστα απόλλυσι το ανθρώπινον γένος, το μη βούλεσθαι της οικείας φύσεως επιγινώσκειν τα μέτρα, αλλ ̉ αεί των μειζόνων εφίεσθαι, και τα υπέρ την αξίαν φαντάζεσθαι».[18] Το κακό αυτού του εγχειρήματος έγκειται στο ότι επιχείρησαν εγωιστικά να κάνουν αυτό το οικοδόμημα και μάλιστα όχι για να δοξάζουν τον Θεό, αλλά για τους εαυτούς τους[19], να υψώσουν οι φθαρτοί άνθρωποι με φθαρτά υλικά ένα τεράστιο οικοδόμημα «από τη γη έως τον ουρανό» για να καυχιόνται για την ανεξαρτησία τους αλλά και για το κατόρθωμά τους, ώστε να δοξάζονται εσαεί από τους απογόνους τους.
Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Είδες την ρίζαν της κακίας; Ίνα, φησί, μνήμης διηνεκούς απολαύσωμεν, ίνα εις το διηνεκές έχωμεν μνημονεύεσθαι»[20]. Ο υπέρμετρος εγωισμός που δείχνει το χωρίο αυτό είναι η άρνηση της βοήθειας του Θεού, η εξύψωση των δικών τους ικανοτήτων[21], που μας παραπέμπει και πάλι στο προπατορικό αμάρτημα[22], όπου  ο Αδάμ θέλησε  την ισοθεΐα, αλλά με την δική του δύναμη που τελικά τον απομάκρυνε  από την ζωοποιό πηγή, το Θεό.
Η στροφή αυτή του ανθρώπου στον εαυτό του γίνεται αναπόδραστα, η αδήριτη ανάγκη να κρατηθεί στη ζωή, αφού δεν στρέφεται στην πηγή της ζωής. Η φιλαυτία είναι η προς το σώμα άλογος φιλία[23], η κατάσταση της ψυχής που ενεργοποιεί την αμαρτία και αυτό οφείλεται στην άγνοια του Θεού, κατά τον άγ. Μάξιμο τον ομολογητή[24]. Η θεοποίηση της κτίσης (αρχή της ειδωλολατρίας) είναι ουσιαστικά  η θεοποίηση του ανθρώπου. Την φιλαυτία αυτή την βρίσκουμε μέσα στη βιβλική περι­γραφή, παρατηρούμε  την επιδίωξη του ανθρώπου για ισοθεΐα, του πρώτου και αρχικού πειρασμού: «του νοητού κάλλους της θείας ωραιότητος διαμαρτήσας, την φαινομέvηv κτίσιν εις Θεόν παρεγνώρισεν, δια την αυτής προς σύστασιν σώματος χρείαv, θεοποιήσας»[25]. Η συγγένεια του ανθρώπινου σώματος με την ορατή αισθητή κτίση οδηγεί, τον άνθρωπο στη θεοποίηση της κτιστής πραγματικότητας, προς την οποία και «διασπά» όλες του τις δυ­νάμεις : «ου γάρ άλλως δύναταί τις λατρεύειν τη κτίσει μη το σώμα περιποιούμενος»[26].
Η  φιλαυτία ως άλογη φιλία του σώματος γίνεται έτσι η αιτία της άγνοιας του Θεού. Αποξενώνει τον άνθρωπο από τον κατά φύση λόγο και την πηγή της ζωής: «Ο νόμος της φιλαυτίας κατ̉ αρχάς δι ̉ ηδονής ημάς απατηλώς Θεού και αλλήλων απαγαγών την του εν ημίν λόγου προς την σάρκα κατέρραξε δύvαμιν εις πολλάς την μιαν φύσιν κατατεμών μοίρας»[27]. Η ηδονή γίνεται εδώ το όργανο της φιλαυτίας, η μοναδική της ελπίδα και κα­ταφυγή. Η φιλαυτία μας αποξενώνει όχι μόνο από την πηγή της ζωής, τον Θεό, αλλά γκρεμίζει και τις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου αλλά ανθρώπου και συναθρώπου και μας οδηγεί και σε έναν διαρκή πόλεμο με τη φύση μας[28].

8.  Η ηδονή όργανο της φιλαυτίας
 Στην προηγούμενη ενότητα περιγράψαμε την παράλογη κίνηση του ανθρώπου, ο όποιος αγνοώντας το Θεό και χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις του όχι σύμφωνα με τον προορισμό του, στρέφε­ται στη φιλαυτία του σώματος και των αισθήσεων. Αν η απουσία ή η παράχρηση της δύναμης του λόγου οδηγεί στην άλογο της άγνοιας έξη, η πα­ράχρηση της επιθυμίας οδηγεί στη φιλαυτία μας λέγει ο αγ. Μάξιμος ο ομολογητής[29].
Η ηδονή δεν είναι τίποτε άλλο, πα­ρά ένα είδος αίσθησης που αποκτά μορφή µε κάποιο αισθητό, ή ένας τρόπος αισθητής ενέργειας που προ­κύπτει ύστερα από µία άλογη επιθυμία. Έτσι η επιθυμία, όταν συµµιχθεί µε την αίσθηση, ξεπέφτει στην ηδονή και πάλι η αίσθηση, όταν κινηθεί από την επιθυμία, δημιουργεί την ηδονή «και εγνετο μετ τα ρήματα ταύτα και επβαλεν η γυν του κυρου αυτού τους οφθαλμούς αυτής επί Ιωσήφ και είπεν˙ Κοιμθητι μετ̉ εμού»[30] και «ηνίκα δε ελάλει τω Ιωσήφ ημέραν εξ ημέρας»[31]. Πρέπει να τονιστεί εδώ ο λόγος ο οποίος ακριβώς οδηγεί την γυναίκα του Πετεφρή στην επιθυμία της ηδονής «κοιμθητι μετ̉ εμού».
Η επιθυμία, που συνδέεται με το πάθος της ηδονής, μας λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, αιχμαλωτίζει την ψυχή χωρίς να μπορεί να καταλάβει ή καλύτερα δεν επιθυμεί να καταλάβει το συμφέρον της και μοιάζει σαν να έχει νεκρή ακοή[32]. Η ηδονή δεν είναι από μόνη της καταστροφική δύναμη, παρά µόνο όταν στραφεί ή λειτουργεί μέσω των αισθήσεων.Αρχικά πρόκειται για µία φυσική δύναμη µε κέντρο το νου, ο οποίος είναι κέντρο όλων των κατά φύση δυνάμεων. Η δύναμη αυτή μάλιστα δίνεται για να μπορεί ο άνθρωπος να απολαμβάνει τον Θεό. Απαγορευμένη και εκ πάθους γίνεται όταν αναφέρεται δια μέσου της αίσθησης και όχι δια του λόγου στα αισθητά. Η επιθυμία, λοιπόν, που δένεται µε την αίσθηση και δεν καθοδηγείται από το λόγο, μεταπίπτει στη ηδονή των παθών, παρέχοντας στην αίσθηση τη μορφή του πάθους.Αντί να κατευθύνει ο άνθρωπος την κίνηση των φυσικών του δυνάμεων προς το τέλος και την ολοκλήρωσή τους, αναμιγνύει τη λογική και νοερά του δύναμη στις αισθή­σεις για την απόκτηση μιας αποσπασματικής και ολέθριας γvώσης.
 Η κίνηση αυτή των αισθήσεων εμπλέκει τον άνθρωπο σε ένα φαύλο κύκλο: «όσον κατά μόνην την αίσθησιν της των ορωµένων επεµελείτο γνώσεως ο άνθρωπος, τοσούτον επέσφιγγεν εαυτώ του Θεού την άγνοιαν˙ όσον δε της αγνοίας συνέσφιγγε τον δεσμόν τοσούτον της πείρας αντείχετο της των γνωσθέντωv υλικών αισθητικής απολαύσεως˙ όσον δε ταύτης εvεφο­ρείτο, τοσούτον της εκ ταύτης γενοµένης φιλαυτίας εξήπτε τον έρωτα˙ όσον δε πεφροντισµένως περιποιεί το της φιλαυτίας τον έρωτα, τοσούτον της ηδονής ως της Φιλαυτίας ούσης και γεννήματος και τέλους πολλούς επενόει τρόπους συστάσεως»[33].
 Το κείμενο που παραθέσαμε δείχνει κατά τον καλύτερο τρόπο το σύνδεσμο των παραγόντων και στοιχείων που συνιστούν αυτή την ίδια τη διαδικασία της πτώσης.  Η αδυναμία του ανθρώ­που να τραφεί µε το λόγο θα τον στρέψει, για να κρατηθεί στη ζωή, μάλιστα για να αποκτήσει σοφία και ανώτερη ζωή σ' αυτό που συνιστά την υπόλοιπη ζωή του και βρίσκεται άμεσα κοντά του, τις αισθήσεις. Η αύξηση της άγνοιάς του σ' αυτή την πορεία που πήρε, θα τον οδηγήσει στην απομόνωση και περιορισμό της ερωτικής του έκστασης στον εαυτό του.


[1] Γέν. 4, 8, «και είπεν Κάιν προς Άβελ τον αδελφόν αυτού˙ Διέλθωμεν εις το πεδίον˙ και εγένετο εν τω είναι αυτούς εν τω πεδίω και ανέστη Κάιν επί Άβελ τον αδελφόν αυτού και απέκτεινεν αυτόν»..
[2] Μακάριος ο Αιγύπτιος, ʺΑ’ Επιστολή, Λόγος Θ’, προς Μοναχούςʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ  τ. 42, σ. 264, «Οράς πως ου μόνον τα φανερά αμαρτήματα εξηγόρευσεν τα μόνα παρά ανθρώποις όντα βδελυκτά, αλλά συν τοις φανεροίς και τα κρύφια της ψυχής πάθη συνηρίθμησε, δόλον, υπερηφανίαν, έριν, κακοήθειαν, αλαζονείαν, μίσος, ασυνεσίαν…», και Γρηγόριος Νύσσης, ʺΕις τον Εκκλησιαστήνʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 65Α, σσ. 256-259, «Φίλτρον εστίν η ενδιάθετος περί το καταθύμιον σχέσις δι ̉ ηδονής και προσπαθείας ενεργουμένη, μίσος δε η προς το αηδές αλλοτρίωσις και η του λυπούντος αποστροφή…Αύτη δε η οδός, δι’ ης νυν τρέχετε, μίσους και αποστροφής αξία˙ αφεγγής γαρ εστι και σκότω διειλημμένη, εις κρημνούς δε άγει και βάραθρα και θηριώδεις τόπους και ληστών ενέδρας».
[3] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΥπόθεση Α’ʺ, PG 63, σ. 13.
[4] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΛόγος ασκητικόςʺ, ΒΕΠΕΣ τ. 53, σ. 135, Μακάριος Αιγύπτιος, ʺΑποφθέγματαʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 42, σ. 264, «ο δε εχθρός ημών διάβολος πτωχός εστι και μισεί ημάς», Ευσέβιος Εμέσης, ʺΕρμηνευτικά Αποσπάσματα εις την οκτάτευχονʺ, ΒΕΠΕΣ τ. 38, σ. 178 «μηδείς ημών έστω φίλος των του Θεού εχθρών˙ όσον γαρ τις αγαπά τον Θεόν, τοσούτον μισεί τους αντικειμένους Θεώ»
[5] Γέν. 27, 41, «ίνα αποκτείνω Ιακώβ τον αδελφόν μου».
[6] Γέν. 37, 4, «εμίσησαν αυτόν και ουκ ηδύνατο λαλείν αυτώ ουδέν, ειρηνικόν».
[7] Α’ Ιωάν. 4, 20,.
[8] Αστέριος ο Σοφιστής, ʺΕις τον ΙΓ’ ψαλμόνʺ,  Β.Ε.Π.Ε.Σ τ. 17, σ. 49, Α’ Ιωάν. 3, 15, «πας ο μισών τον αδελφόν αυτού ανθρωποκτόνος εστίν».
[9] Ωριγένης, ʺΕις την Γένεσιν εκλογαίʺ, Β.Ε.Π.Ε.Σ., τ. 15, σ. 143.
[10] Γέν. 34, 26, «τον τε Εμμώρ και Συνέχ τον υιόν αυτού απέκτειναν εν στόματι μαχαίρας…», και Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία ΝΘ’, Εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 4, σ. 525, «είδες όσον εστιν η νεότης κακόν επειδάν μη εχη χαλινόν του ευσεβη λογισμόν».
[11] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΌροι κατ ̉ επιτομήνʺ, Ε.Π.Ε. τ. 9, σ. 28.
[12]    Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος Θαλάσσιονʺ, PG 90, σ. 257.
[13] Βασίλειος Καισαρείας, ʺΌροι κατ ̉ επιτομήνʺ, Ε.Π.Ε. τ. 9, σ. 26, «Αεί εκ του αηδούς και λυπηρού αποτελέσματος το μίσος προς τους αιτίους των τοιούτων αγγίνεται».
[14] Γρηγόριος Παλαμάς, ʺΚεφάλαια περί προσευχής και καθαρότατος καρδίαςʺ, σ. 3, «μολύνεται τοίνυν όλη, κακίας εγγεγενημένης αφ ̉ ηστινοσούν των εν αυτή δυνάμεων, και κοινωνούσι πάσαι της μίας τω ενιαίω της ψυχής».
[15] Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, ʺΕπιστολή 3, προς τον αυτόν περί ελέους και βοηθείαςʺ, PG 91, σ. 408, «Η των ανθρώπων φιλαυτία δια της γνώμης εξώπλισε την φύσιν καθ ̉ εαυτής».
[16] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος Θαλάσσιονʺ, PG 90, σ. 397, βλ. Γέν. 11, 3, «και είπεν άνθρωπος τω πλησίον».
[17]  Γέν. 11, 4
[18] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλίαι εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 3, σ. 270.
[19] Ψαλμ. 126,  1, «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες αυτόν».
[20] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλίαι εις την Γένεσινʺ, Ε.Π.Ε. τ. 3, σ. 272.
[21] Βλ. Γιαννακόπουλος Ιωήλ, ʺΗ Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο’ʺ,  τ. 1, σ. 105.
[22] Πόποβιτς Ιουστίνος, ʺΟδός θεογνωσίαςʺ, σ. 52 «η αμαρτία είναι η δύναμη που εξηγεί το εγώ με το εγώ και όχι με το Θεό».
[23] Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, ʺΚεφάλαια περί αγάπης Γ’ 57ʺ, PG 90, σ. 1033, πρβλ. Βίττης Ευσέβιος  , ʺΠρος ηδονής – οδύνης υπέρβασηʺ, τ. 2, σ. 72.
[24] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΚεφάλαια περί αγάπης Γ’ 57ʺ, PG 90, σ. 1020, Μάξιμος Ομολογητής ʺΕπιστολή προς Ιωάννην Κουβικουλάριονʺ, PG 91, σ. 397.
[25] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος θαλάσσιον, πρόλογοςʺ, PG 90, σ. 257.
[26] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος θαλάσσιον, πρόλογοςʺ, PG 90, σ. 257.
[27] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΕπιστολή 27, Προς Κυρισίκιον επίσκοπον περί των χαρακτηριζόντων την αρχιερωσύνηνʺ, PG 91, σ. 620.
[28] Βλ. Βλέτσης Β. Αθανάσιος, ʺΤο προπατορικό αμάρτημα στη θεολογία Μάξιμου του ομολογητούʺ, σσ. 262-264.
[29] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΕπιστολή 2, Προς Ιωάννην κουβικουλάριον, περί αγάπηςʺ, PG 91, σ. 397.
[30] Γέν. 39, 7
[31] Γέν. 39, 10
[32] Ιωάννης Χρυσόστομος, ʺΟμιλία ΙΘ’ Γένεσινʺ,  Ε.Π.Ε. τ. 2, σ. 540 «η ψυχή επειδάν άπαξ αιχμάλωτος γένηται, και εαυτήν εκδώ ώτινι δήποτε πλημμελήματι, και μη βούληται το εαυτής συμφέρον συνιδείν, καν μυρία τις ενοχής…αλλά καθάπερ νεκράς ακοάς κεκτημένη…».
[33] Μάξιμος Ομολογητής, ʺΠρος θαλάσσιον, πρόλογοςʺ,  PG 90, σ. 253.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου