Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Αριστοτελισμός και Νεοπλατωνισμός στο δόγμα του Θεού του Ακινάτη σαν «Ipsum Esse»

 

Enrico Berti

(ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ -- ΚΑΤΑ ΖΗΖΙΟΥΛΑ)

Ένα απο τα δόγματα στα οποία φανερώνεται πιό έντονα η στοχαστική πρωτοτυπία του Θωμά Ακινάτη σε σχέση με τον Αριστοτέλη, είναι χωρίς αμφιβολία η έννοια του Θεού σαν Esse ipsum subsistens, δηλ. σαν ένα ens per essentiam (ένα κατεξοχήν όν, ένα ουσιωδώς όν), του οποίου η ουσία είναι το ίδιο το Είναι. Πραγματικά αυτή η θεωρία δέν υποστηρίζεται καθόλου από τον Αριστοτέλη, για τον οποίο ο Θεός, δηλ. το πρώτο ακίνητο, δέν είναι το ίδιο το Είναι, αλλά είναι ένα κάποιο όν, του οποίου η ουσία δέν είναι το Είναι αλλά η σκέψη. Για να πούμε την αλήθεια, αυτό το δόγμα δέν μπορούμε να το καταχωρήσουμε εντελώς σαν μία πρωτότυπη προσφορά του Ακινάτη, διότι είναι ήδη παρόν, όπως και ο Ακινάτης εξάλλου θυμάται, σε πάρα πολλούς χριστιανούς στοχαστές της πατριστικής περιόδου, συμπεριλαμβανόμενου του Αυγουστίνου. Διότι όλοι αυτοί οι συγγραφείς αναφέρουν, για επιβεβαίωση της συλλήψεως του Θεού σαν το υπέρτατο Είναι, το ipsum esse, το διάσημο χωρίο της Εξόδου, στο οποίο ο Κύριος ξεκαθαρίζει στον Μωυσή ότι είναι «Αυτός που είναι» (Έξ. III,14). Ο Ετιέν Ζιλσόν ισχυριστηκε πως το συγκεκριμένο δόγμα δέν κατάγεται από την ελληνική φιλοσοφία, στην οποία ήταν απολύτως άγνωστο, αλλά από την Βίβλο, και συνιστά την λεγόμενη «μεταφυσική της Εξόδου». Αλλά ο πατήρ Κορνήλιος Φάμπρο έδειξε πως η έννοια του Ακινάτη, του απόλυτου Είναι ή του ουσιωδώς Είναι, είναι παρούσα, εάν όχι στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη, οπωσδήποτε στον Παρμενίδη. Έτσι ώστε να μπορούμε να πούμε ενάντια στον Χάϊντεγκερ, πως το Είναι με την πιό αληθινή έννοια του όρου, το οποίο ανεκαλύφθη από τον Ελεάτη, δέν έχει εντελώς ξεχαστεί κατά την διάρκεια της δυτικής σκέψεως, αλλά παρέμεινε παρόν, παρ’ όλα αυτά, σε έναν άλλον Χριστιανό στοχαστή, δηλ. στον Θωμά Ακινάτη.

Ένα ακόμη μεγαλύτερο ξεκαθάρισμα του θέματος έγινε απο την Cornelia de Vogel, η οποία αντέστρεψε εντελώς την θέση του Ζιλσόν και απέδειξε πως η αντίληψη του Θεού σαν ουσιωδώς είναι, την οποία εξέφρασαν οι Χριστιανοί στοχαστές, δέν προέρχεται απο την Έξοδο, στην οποία αγνοείται παντελώς, αλλά από την Ελληνική φιλοσοφία και συγκεκριμένα απο τον Παρμενίδη, τον Πλάτωνα και τον Νεοπλατωνισμό. Για τους Εβραίους ο τύπος της Εξόδου σημαίνει απλώς «Εγώ είμαι αυτό που είμαι», δηλ. «αυτό δέν σας αφορά, να έχετε μόνον εμπιστοσύνη και θα μάθετε ποιός είμαι». Και τελικώς οι εβδομήκοντα, οι οποίοι επηρεασμένοι από την Ελληνική φιλοσοφία, μετέφρασαν το χωρίο με τέτοιον τρόπο, ώστε να προτείνουν τελικώς στους Χριστιανούς την ταυτότητα του Θεού με το απόλυτο Είναι της Ελληνικής φιλοσοφίας, δηλ. με το Εόν του Παρμενίδη και το παντελώς Όν του Πλάτωνος. Η διάδοση αυτού του δόγματος στον Ακινάτη συμβαίνει, όπως επιβεβαίωσε ο Klaus Kremer, μέσω του Νεοπλατωνισμού, δηλ. του Πρόκλου και του ψευτο-Διονυσίου, σύμφωνα με τον οποίον, ανάμεσα σε όλα τα ονόματα που βρίσκονται στα κτίσματα, το Είναι (esse) είναι το πρώτο και το καταλληλότερο στον Θεό.

Μία επιβεβαίωση της θέσεως η οποία βλέπει και στον Πλάτωνα την έννοια ενός ουσιωδώς Είναι, συνίσταται και από μία ακόμη άγνωστη πολεμική αντιπλατωνική του Αριστοτέλη, η οποία αποδεικνύει επιπλέον πως, εάν χωρίς καμμία αμφιβολία η προκείμενη έννοια δέν έγινε αποδεκτή από τον Σταγειρίτη, αυτό δέν εξαρτήθηκε από μία άγνοιά του, όπως πίστεψαν μερικοί, αλλά από μία συνειδητή και ξεκάθαρη απόρριψή του. Αναφερόμαστε στην εξερεύνηση της ενδέκατης απορίας του IIIου βιβλίου της Μεταφυσικής, στην οποία ο Αριστοτέλης αποδίδει ανοιχτά στον Πλάτωνα την Θεωρία, σύμφωνα με την οποία το Όν και το Έν θα έπρεπε να είναι ουσίες, και θα υπάρχει επομένως οπωσδήποτε ένα υφιστάμενο καθ’ αυτό και το οποίο δέν διαθέτει άλλη ουσία από το ίδιο το Είναι, ακριβώς δηλ. ένα ουσιωδώς Είναι (Μεταφ.III4,1001 α 4-12,27-29) Αυτό το Είναι -πάντοτε κατά τον Αριστοτέλη- δέν είναι άλλο απο το Ένα ή το αγαθό, το οποίο στα λεγόμενα άγραφα δόγματα ο Πλάτων είχε τοποθετήσει σαν Αρχή των ιδεών και όλων των πραγμάτων (Μεταφ. Ι 6,987 α32b 18 και 988 α 7-14).Αυτή η ίδια η έκφραση εξάλλου, η οποία αποδίδεται από τον Αριστοτέλη στον Πλάτωνα σαν να σκιτσάρει αυτό το Είναι, δηλ. αυτό το Όν, αντιστοιχεί απολύτως και τελείως στο ipsum ens ή ipsum esse, για το οποίο μάς μιλά ο Ακινάτης.

Ο Αριστοτέλης, όπως έχουμε ξαναπεί, αποκρούει ξεκάθαρα αυτή την θεωρία, συνάγοντας εναντίον της πάρα πολλά επιχειρήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει εκείνο σύμφωνα με το οποίο, εάν υπήρχε ένα ipsum ens (τι αυτό όν), δέν θα μπορούσε να υπάρχει κανένα άλλο όν έξω απο αυτό, διότι ένα άλλο ενδεχόμενο όν διαφορετικό από αυτό θα ήταν διαφορετικό από το ίδιο το Είναι, και επομένως δέν θα ήταν Είναι και τοιουτοτρόπως θα επιστρέφαμε απολύτως στον μονισμό του Παρμενίδη (Μεταφ. ΙΙΙ 4,1001 α 29b 4). [Αυτό το ίδιο επιχείρημα, του οποίου γίνεται εδώ μόνο η διαλεκτική του επεξεργασία, το επεξεργάζεται ο ίδιος ο Αριστοτέλης στην Μεταφ. VII 16.1040b 16-19.]

Με αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης επιβεβαιώνει και την καταγωγή της θεωρίας αυτής από τον Παρμενίδη, αυτού του ουσιωδώς Είναι, και μάλιστα αιτιολογεί την απόρριψή της ακριβώς με τις συνέπειες, παρανοϊκές κατά την κρίση του, στις οποίες οδηγούσε στον Παρμενίδη.


Σχόλιο: Εδώ βρισκόμαστε επιτέλους στην πηγή της θεολογίας του προσώπου, διότι αυτό το Είναι (τί αυτό όν) είναι ο σύγχρονος Θεός, ο Πατήρ, του Ζηζιούλα και του Γιανναρά. Καταγωγής σχολαστικής και πέρα για πέρα πρωτόγονης, εφόσον επαναλαμβάνει την διδασκαλία του Παρμενίδη. Θα δούμε στην συνέχεια περισσότερες λεπτομέρειες. Ας σημειώσουμε για άλλη μία φορά τον άμεσο επηρεασμό αυτής της θεολογίας από τον Ετιέν Ζιλσόν και συγκεκριμένα από το κείμενο «Το όν και η ουσία», το οποίο είναι ήδη μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Θάνο Σαμαρτζή. Έναν επηρεασμό τον οποίο έχει ομολογήσει και ο ίδιος ο Γιανναράς. Με συνέπεια να διαλύεται σιγά-σιγά η θεολογία μας και η Εκκλησία μας απο μία φιλοσοφική προχειρότητα.

Πραγματικά λοιπόν δέν μπορεί να υπάρχει άλλο όν πέραν του Ενός και γι’ αυτό ο Χριστός είναι δεύτερος Θεός και το Άγιο Πνεύμα τρίτος. Το πρόσωπο Πατήρ-Θεός στηρίζεται επικίνδυνα στην θεολογία του Μεγάλου Αθανασίου, η οποία διδάσκει την Γένεση και εκπόρευση εκ της ουσίας του Πατρός, κάτι που καταργήθηκε στην Σύνοδο της Κων/πόλεως για να επικρατήσει το αληθινό ομοούσιο. Το οποίο καταργούν σήμερα Ζηζιούλας και Γιανναράς. Όπως είπαμε, θα επανέλθουμε σ’ ένα θέμα τόσο σοβαρό, το οποίο αποδέχθηκαν άκριτα όλοι και το οποίο δέν διαθέτει ούτε λογική βάση,  σε ένα θέμα όπως είναι το θέμα του προσώπου.

Αμέθυστος  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου