Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς: Η βουλή των "Σοδόμων και Γομόρας" και ο νόμος της ντροπής



 



Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς: Η βουλή των
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 18η Ιανουαρίου 2016 
Η ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ «ΣΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΓΟΜΟΡΑΣ» ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
Η πρόσφατη, (22.12.2015), ψήφιση του επαίσχυντου, υβριστικού και βλάσφημου νόμου περί του «Συμφώνου Συμβιώσεως ομοφύλων ζευγαριών» γέμισε για άλλη μια φορά με πικρία, λύπη, αλλά και κατά Θεόν οργή και αγανάκτηση τον πιστό λαό του Θεού. Ένα αντίθεο και αντίχριστο νομοθέτημα, που στρέφεται με πολλή ιταμότητα και θρασύτητα εναντίον του αιώνιου και ακατάλυτου νόμου του Θεού και του ευαγγελίου, έρχεται να γίνει με τον πιο επίσημο τρόπο νόμος του Κράτους με την μεγάλη πλειοψηφία του Ελληνικού Κοινοβουλίου, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ορθόδοξης πατρίδας μας. Η εκτροπή, ο κιναιδισμός, που ακόμη και από τους αρχαίους έλληνες προγόνους μας εθεωρείτο ως ένα πάθος βδελυρό και σιχαμερό, αναγνωρίζεται από τους πολιτικούς μας εθνοπατέρες ως μια φυσιολογική «διαφορετικότητα». Η σεξουαλική αυτή επιλογή, που ανατρέπει εκ θεμελίων την οντολογία της ανθρωπίνης φύσεως, γίνεται πλέον έννομο αγαθό, που προστατεύεται από την Ελληνική Πολιτεία. Και αυτά ακόμη τα επικρατήσαντα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, τα οποία θεωρούν την ομοφυλοφιλία ως  ψυχιατρική διαταραχή, ως κοινωνιοπαθητική διαταραχή προσωπικότητας, διαγράφονται με μια μονοκονδυλιά και ρίπτονται στον κάλαθο των αχρήστων από τους έλληνες πολιτικούς μας με πρωτοβουλία την ελληνικής κυβέρνησης!
Πραγματικά δεν βρίσκουμε λόγια να περιγράψουμε το μέγεθος του ατοπήματος, την βαρύτητα του ανοσιουργήματος, το βάθος των κακών στο οποίο φθάσαμε, ως κυβέρνηση, ως ελληνικό κοινοβούλιο, ως διοικούσα Εκκλησία, ως κοινωνία. Θα έπρεπε όλοι μας να θρηνήσουμε όπως κάποτε ο προφήτης Ιερεμίας θρηνούσε για την αποστασία των συμπατριωτών του Εβραίων, γι’ αυτό το πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία της Πατρίδα μας, ένα γεγονός που δεν έχει προηγούμενο. Είναι όντως αξιοδάκρυτο το κατάντημά μας, για το οποίο όμως φταίμε όλοι μας, άρχοντες, κλήρος και λαός. Πικραίνεται κανείς όταν αναλογίζεται ότι η πατρίδα αυτή, που δέχθηκε και εγκολπώθηκε το μήνυμα του ευαγγελίου περισσότερο από κάθε άλλο λαό της γης, που δάνεισε την γλώσσα της για να γραφούν στη γλώσσα αυτή για πρώτη φορά τα θεόπνευστα κείμενα της Καινής Διαθήκης, που κάποτε έστησε παρθενώνες, που δίδαξε στους λαούς την φιλοσοφία και την δημοκρατία, που γέννησε Θερμοπύλες και Μαραθώνες, ήρωες και μάρτυρες της πίστεως και της πατρίδος, που έγραψε αθάνατες σελίδες δόξης, τώρα πλέον έφθασε στο έσχατο κατάντημα να μεταβάλλεται σε Σόδομα και Γόμορρα! Ω της διαστροφής! Είναι θαύμα πως δεν έπεσε ακόμη φωτιά να μας κάψει, όπως κάποτε στα Σόδομα και τα Γόμορρα. Πόσο θα μας ανέχεται όμως ακόμη η μακροθυμία του Θεού;
Στην άθλια κατάσταση που φθάσαμε, ταιριάζουν απόλυτα οι λόγοι του αείμνηστου Στρατηγού Μακρυγιάννη στα «Απομνημονεύματά» του: «Πατρίδα, πατρίδα ήσουνε άτυχη από ανθρώπους να σε κυβερνήσουν! Μόνος ο Θεός, μόνος ο αληθινός αυτός και δίκαιος κυβερνήτης σε κυβερνεί και σε διατηρεί ακόμα!». Καθώς πάλι έβλεπε με πόνο ψυχής τους έλληνες της εποχής του, άρχοντες και λαό, να ναυαγούν περί την πίστιν, να πνίγονται στα θολερά νερά των παθών των και της φιληδονίας των, να έχουν απογυμνωθεί από τον φωτεινό χιτώνα της Ορθοδοξίας, να βαδίζουν χωρίς πυξίδα και χωρίς Θεό, έλεγε: «Αν ηξέραμεν ότι θα είχαμεν τέτοιαν λευτερίαν, θα περικαλούσαμεν τον Θεόν να μας αφήση κάτω από τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια να μάθουμε τι θα πη θρησκεία, ηθική, δικαιοσύνη και τιμιότη…».
Και άλλοτε μας δόθηκε η ευκαιρία να γράψουμε για το σιχαμερό αυτό πάθος, καθώς με πόνο ψυχής παρακολουθούσαμε τις διοργανώσεις Gay Pride, τα φεστιβάλ και τις παρελάσεις ομοφυλοφίλων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Φωνάζαμε, παρακαλούσαμε τους υπευθύνους να κινητοποιηθούν και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, κρούαμε τον κώδωνα του κινδύνου για να προλάβουμε τα χειρότερα. Πλην ματαίως! Η φωνή μας, όπως και οι φωνές ορισμένων ακόμη αρχιερέων, κληρικών και λαϊκών, που αποτελούν φωτεινές επαινετές εξαιρέσεις, ήταν «φωνή βοώντος εν της ερήμω». Και να τώρα ήρθαν τα χειρότερα! Και ποιος ξέρει τι θα δούμε ακόμη στο μέλλον, διότι το κατρακύλισμα της χώρας μας δεν έχει τελειωμό.  
Έγραφε τότε ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ σε επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό της χώρας κ. Αντώνη Σαμαρά, με αφορμή το υπό ψήφιση αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, (άλλο επαίσχυντο νομικό έκτρωμα αυτό!), τα εξής: «Διαμαρτυρόμεθα διότι αναλάβατε Εσείς μετά του φίλου κ. Ευάγγελου Βενιζέλου και ρόλο ‘Δημιουργού’ αφού με το υπό κρίση Σχέδιο Νόμου καθιερώνεται στην έννομη τάξη της Ορθοδόξου Χριστιανικής Ελλάδος από την δική Σας Κυβέρνηση και έτερος γενετήσιος-σεξουαλικός προσανατολισμός και ετέρα ταυτότητα φύλου εκτός του ανδρός και της γυναικός και ανακηρύσσεται η ψυχοπαθολογική εκτροπή και η αντιαισθητική μίμηση του ετέρου φύλου ως προστατευόμενο έννομο αγαθό από την Ελληνική έννομη τάξη. Βεβαίως γνωρίζετε καλώς ότι αυτό είναι το πρώτο βήμα για την εν συνεχεία προώθηση του Συμφώνου συμβίωσης των λεγομένων ‘ομοφύλων ζευγαριών’». Αλλά και τώρα που επρόκειτο να ψηφισθεί ο εν λόγω νόμος-έκτρωμα «άστραψε και βρόντησε» για μια ακόμη φορά ο ομολογιακός λόγος του. Στην τηλεοπτική εκπομπή «Ανατροπή» του Γιάννη Πρετεντέρη στον τηλεοπτικό σταθμό Mega ομίλησε με παρρησία και θάρρος, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Με το στόμα του ομίλησε η Εκκλησία, η στρατευομένη και η θριαμβεύουσα, ομίλησε η διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας, ομίλησε ο Χριστός! Και όπως πολύ ωραία παρατήρησε ο ομότιμος καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης: «εκεί ήταν η Εκκλησία, και όχι στο Συνοδικό Μέγαρο ούτε στην Αρχιεπισκοπή». Σάστισαν οι αντίπαλοί του, τους κόπηκε η φωνή, δεν ήξεραν τι να απαντήσουν, μασούσαν τα λόγια τους. Και αυτός ακόμη ο συντονιστής κ. Πρετεντέρης βρέθηκε σε αδιέξοδο. Αλλά και τότε, όπως και τώρα οι πάντες τον εχλεύασαν, όλα τα πληρωμένα κανάλια, όλοι σχεδόν οι δημοσιογράφοι, οι κονδυλοφόροι της ντροπής, έστρεψαν τα πυρά τους εναντίον του. Τον διέσυραν, τον παρουσίασαν ως φονταμενταλιστή, ακραίο και φανατικό. Και τι δεν είπαν, αυτοί οι ταλαίπωροι και αξιολύπητοι. Έριξαν τόνους λάσπη κατά πάνω του, για να παύσει να ακούγεται η φωνή του, η φωνή του ευαγγελίου, η φωνή της αλήθειας!
Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, ούτε και η τελευταία. Καθένας που τολμάει να στηλιτεύσει την πλάνη και το σκότος,  προκαλεί, εξοργίζει, ερεθίζει, (όπως ακριβώς ερεθίζει το βλαμμένο μάτι η ακτίνα του ήλιου), εκείνους που αγαπούν το σκότος, που δεν θέλουν να έρθουν στο φως της αλήθειας, που δεν θέλουν να αλλάξουν ζωή, να μετανοήσουν. Αυτό είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο που πάντοτε θα επαναλαμβάνεται, όπως επιβεβαιώνει άλλωστε και ο λόγος της Γραφής: «αύτη δε εστιν η κρίσις, ότι το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον, και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος η το φως· ην γαρ πονηρά αυτών τα έργα» (Ιω.3,19). Επειδή αδυνατούν να ανατρέψουν τον θεόπνευστο λόγο της Εκκλησίας μας, αδυνατούν να συγκαλύψουν την αλήθεια με το ψεύδος, καταφεύγουν σε ύβρεις, αφρίζουν, κραυγάζουν, ωρύονται. Επιτίθενται, λοιδωρούν, χλευάζουν όσους διαφωνούν με τις ιδεοληψίες τους, όσους τολμούν και επιμένουν να ξεσκεπάζουν και να στηλιτεύουν την αισχρότητα, τις παρά φύσιν ορμές, τις σεξουαλικές διαστροφές, τον σοδομισμό. Έτσι επαληθεύεται ο λόγος της Γραφής που παρομοιάζει τα αξιοθρήνητα αυτά πτώματα της αμαρτίας και του διαβόλου ως «κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας» (Ιουδ.13), η ως«δένδρα φθινοπωρινά, άκαρπα, δις αποθανόντα, εκριζωθέντα» (Ιουδ.12).
   Δεν έχει, πιστεύουμε κανένα νόημα, να παραθέσουμε και πάλι την διδασκαλία της Εκκλησίας μας σχετικά με το πάθος αυτό, διότι το έχουμε πράξει σε παλαιότερα δημοσιεύματά μας. Υπάρχει εξ’ άλλου μια πληθώρα παρομοίων δημοσιευμάτων, παλαιοτέρων και νεωτέρων, από καταξιωμένους  κληρικούς και λαϊκούς, στα οποία παραπέμπουμε τον αναγνώστη. Ούτε έχει κανένα νόημα να παρουσιάσουμε την ιατρική και την κοινωνιολογική πλευρά του θέματος, διότι και αυτό το έχουμε πράξει σε παλαιότερο δημοσίευμά μας. Υπάρχει εξ’ άλλου μια πληθώρα δημοσιευμάτων, παλαιοτέρων και νεωτέρων, από καταξιωμένους κληρικούς και λαϊκούς, στα οποία παραπέμπουμε τον αναγνώστη.
 Με πολύ πόνο και οδύνη ψυχής θεωρήσαμε χρέος μας να σύρουμε τις παραπάνω γραμμές. Ο πόνος μας δεν έγκειται κυρίως στο γεγονός της μανίας των εκκλησιομάχων κατά της Εκκλησίας μας. Αυτός είναι δεδομένος και πάντοτε θα υπάρχει, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας «ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν· ει τον λόγον μου ετήρησαν, και τον υμέτερον τηρήσουσιν» (Ιω.15,20). Ο πόνος μας έγκειται στο γεγονός ότι η πλειονότης μας, παρακολουθεί άφωνη και ουσιαστικά αδιάφορη τα γεγονότα, λες και έχουν παραλύσει τα ηθικά και πνευματικά αντανακλαστικά μας. Ενώ βλέπουμε να ψηφίζονται αντιχριστιανικοί νόμοι, ο ένας μετά τον άλλον, με αποκορύφωμα το «Σύμφωνο Συμβιώσεως ομοφυλοφίλων», σφυρίζουμε αδιάφορα σαν να μην συμβαίνει τίποτε. Παραμένουμε αδρανείς, ενώ θα έπρεπε να απαιτήσουμε την άμεση σύγκληση της Ιεραρχίας, προκειμένου να εξετάσει συνοδικά το φλέγον αυτό θέμα και στη συνέχεια να λάβει τις αναγκαίες συνοδικές αποφάσεις, να  προχωρήσει σε δυναμικές κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια, να καταγνώσει συνοδικά το ηθικό έγκλημα, αναθεματίζουσα αυτό, αλλά και σε κάθε άλλο επιβαλλόμενο ποιμαντικό μέτρο.
Φαίνεται ότι ζούμε σε χρόνους αποκαλυπτικούς και εσχατολογικούς. Εάν δεν συνέλθουμε από το λήθαργο της αναισθησίας και της πωρώσεως στο οποίο βρισκόμαστε, θα ξεσπάσει αναπόφευκτα η οργή του Θεού «επί τους υιούς της απειθείας» (Κολ.3,5). Τα πάθη αυτά που διασαλπίζονται στις μέρες μας, επισύρουν περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο τη οργή του Θεού. Η φωτιά του πολέμου στη Συρία, αντί να υποχωρήσει όλο και περισσότερο γιγαντώνεται. Πολλοί ομιλούν, και δικαιολογημένα, ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός Τρίτου Παγκοσμίου πολέμου, την σφοδρότητα του οποίου ούτε καν μπορούμε να συλλάβουμε με την φαντασία μας. Όλα δείχνουν ότι έρχονται «ημέραι εκδικήσεως του πληρωθήναι πάντα τα γεγραμμένα» (Λουκ.21,22). Και τότε αλλοίμονο σ’ αυτούς που τώρα γελούν και χλευάζουν και καταπατούν με θρασύτητα τον νόμο του Θεού! Θα κλαίνε και θα οδύρονται απαρηγόρητα χωρίς να μπορεί κανείς να τους λυτρώσει από τα επερχόμενα κακά…
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

"Εξάψαλμος" Σεραφείμ για την καύση των νεκρών: Ούτε ο Μάο με τον Λένιν δεν την ήθελαν


"Εξάψαλμος" Σεραφείμ για την καύση των νεκρών: Ούτε ο Μάο με τον Λένιν δεν την ήθελαν

 


Αμαρτία και μηδενισμό χαρακτήρισε την καύση των νεκρών σε εγκύκλιό του ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ κα ισμυπληρώνει με σαφές μήνυμα προς τους άθεους κυβερνώντες: "Ακόμη και οι άθεοι υπεγράμμιζον την ανάμνησι των επιγείων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους όπως εις τις περιπτώσεις του Λένιν και του Μάο Τσε Τούνγκ".
Αναλυτικά: 
Εξόδιος Ακολουθία και καύσις νεκρών
Τυγχάνει γνωστόν ότι ένιοι εντόπιοι κύκλοι του διεθνιστικού περιπαίγματος μη κηδόμενοι της πατροπαραδότου Χριστιανικής παραδόσεως της αμωμήτου ημών πίστεως διεισδύουν εις παν μέσον επικοινωνιακής μορφής και δι’ αυτών εις τας συνειδήσεις του συγχρόνου ανθρώπου, δηλητηριάζουν αυτάς και κλονίζουν τας βάσεις της πίστεως. Ωσαύτως η αδιαφορία περί την πίστι και τας χριστιανικάς παραδόσεις, υπό την επίδρασι των ανωτέρω αποκτά οσημέραι ρίζωμα εις τας ηθικώς ατόνους και θρησκευτικώς καχεκτικάς συνειδήσεις.
Η Αγία ημών Εκκλησία, ως μήτηρ φιλόστοργος αντιλαμβανομένη τα σημεία των καιρών και την συστροφήν των πονηρευομένων κατ’ Αυτής, προς διαφύλαξι της Ορθοδόξου παραδόσεως σήμερον, που υλοποιείται πλήρως και ετοιμάζεται καταλλήλως η διαδικασία καύσεως και αποτεφρώσεως των νεκρών σωμάτων, διά καταλλήλου ενημερώσεως διεφώτισε το χριστεπώνυμον πλήρωμα Αυτής προς καταρτισμόν των Αγίων και οικοδομήν του σώματος του Χριστού κατά τους θεοπνεύστους λόγους του αποστόλου Παύλου (Εφεσ. Δ 12) και ετόνισε τας πνευματικάς διαστάσεις και τας συνεπείας μιάς τοιαύτης επιλογής εις την πνευματικήν ζωήν του πιστού απορρίπτουσα την καύσι των νεκρών διά τα πιστά Της μέλη ως πράξι απάδουσαν προς την παράδοσι Αυτής, οριοθετούσα την πίστι
Αυτής και τον σεβασμόν εις το ανθρώπινον πρόσωπον και κατ’ επέκτασι εις το σώμα του ανθρώπου, το οποίον αποτελεί ναόν και κατοικητήριον του Παναγίου Πνεύματος δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2959/29.10.2014 Εγκυκλίου Αυτής.
Κατόπιν της προτάσεως υπό της Κυβερνήσεως του άρθρου 21 «Επιλογή τόπου ενταφιασμού» στο Σχέδιο Νόμου «Μέτρα για την επιτάχυνση του Κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις» διά του οποίου θεσμοθετείται διά της γενικότητος της διατάξεως η υποχρεωτικότητα κατά την βούλησι του αποθανόντος εκκλησιαστικής εξοδίου ακολουθίας και εις περιπτώσεις εκπεφρασμένης βουλήσεώς του διά την αποτέφρωσι του σώματός του, επαγόμεθα τα κάτωθι: Το ανθρώπινον σώμα είναι εικόνισμα της αθανάτου ψυχής και προβολή της αιωνιότητος εις αυτόν τον κόσμον. Η καύσις του σώματος αποτελεί εικονοκλαστικήν πράξι που προσβάλλει την πίστι εις την αιωνιότητα της Εκκλησίας. Η διαδικασία της φθοράς του σώματος πρέπει να είναι φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Η φύσις αναλαμβάνει την φθορά του σώματος. Η καύσις είναι πράξις βίας επί του σώματος. Η εμπειρία της Εκκλησίας προερχομένη εκ της τιμής των αγίων λειψάνων πείθει ότι τα λείψανα πνευματικώς ζούν, δι’ αυτό διά την Εκκλησίαν η ταφή αποτελεί αιωνία αξία και η καύσις δεν θεωρείται ως ατομικόν δικαίωμα διά τα πιστά μέλη της Εκκλησίας, διότι είναι μία καθαρά μηδενιστική πράξις, που σηματοδοτεί το τέλος του ανθρώπου ενώ αντιθέτως η ταφή σηματοδοτεί την ελπίδα και την προσδοκίαν της Αναστάσεως.
Η καύσις των νεκρών εις οιαδήποτε επιχειρήματα και αν θεμελιούται κείται εκτός της Ορθοδόξου αληθείας που καθορίζεται από το Αποστολικόν λόγιον: «Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη· σπείρεται εν ασθενεία, εγείρεται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν. ούτω και γέγραπται· εγένετο ο πρώτος άνθρωπος ᾽Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος ᾽Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν». (Α΄ Κορ. IE, 42-45).
Η κοινωνία με την καύσι των νεκρών προσυπογράφει τον μηδενισμόν της. Μία κοινωνία που δεν αποδέχεται τον άνθρωπον εις την ασθένειάν του, την αδυναμίαν του και τον θάνατόν του, μία κοινωνία που αποτεφρώνει τους νεκρούς της, μία κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνησι της ζωής και την ενθύμισι των μελών της, μία κοινωνία που θεωρεί την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και επιλεκτική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μία κοινωνία που αρνείται την πνοήν του αιωνίου και εγκλωβίζεται εις την ασφυξίαν του εφημέρου τι σχέσι δύναται να έχη αυτή η κοινωνία με τη ζωήν; Ακόμη και οι άθεοι υπεγράμμιζον την ανάμνησι των επιγείων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους όπως εις τις περιπτώσεις του Λένιν και του Μάο Τσε Τούνγκ.
Το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεόν, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπόν, το αποτέλεσμα της συγχύσεως της αθείας είναι η εξαφάνισις του ανθρώπου, η καύσις και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύσις των νεκρών σωμάτων οδηγεί εις την καύσι της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας.Εις την αναζωπύρωσι του όλου θέματος με τις διατάξεις του σχετικού Σχεδίου Νόμου οδηγεί ασφαλώς και μία προσπάθεια σταδιακής νεκρώσεως του αισθητηρίου της πίστεως. Η έννοια της αιωνιότητος απομακρύνεται από την εμπειρίαν της ζωής μας. Κάθε τι που την υπενθυμίζει και διακριτικώς την υπογραμμίζει βαθμιαίως γίνεται ανεπιθύμητον εις την αποδοχήν του και ενοχλητικόν εις την πρακτικήν του. Σύγχρονος διανοητής, υπεστήριξε εις άρθρον του αναφορικώς με το παρατηρούμενον αντιμεταφυσικόν μένος ότι όλη η δήθεν εκσυγχρονιστική νοοτροπία των τελευταίων ετών, αποτελεί «συμπλεγματικήν αντιμεταφυσικήν μονομανίαν», που εδράζεται εις μίαν «βασανιστικήν ψυχολογικήν ανασφάλειαν».
Η πρακτική και χρηστική αντίληψι έχουν επικρατήσει και έχουν ατονίσει την πνευματικήν και βιωματικήν διάστασι των γεγονότων. Το αληθές και το ωραίον έχουν υποταγεί εις την γυμνότητα και την σκληρότητα της ορθολογιστικής πρακτικής.
Η λεπτομερής αναφορά που γίνεται εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου μας και υπό των τεσσάρων Ευαγγελιστών, καταδεικνύει με αδιαμφισβήτητον τρόπον την μεγίστην σημασίαν της. Το ίδιο παρουσιάζεται εις την υμνογραφίαν και υμνολογίαν η κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου, του Μ. Βασιλείου, του Οσ. Εφραίμ, των αγίων Μαρτύρων και φυσικά όλων των πιστών εις τας υπερόχους επικηδείους ακολουθίας. Αι εορταί της ανακομιδής των τιμίων λειψάνων και η παράδοσις και εμπειρία της Εκκλησίας αποδεικνύουν αδιασείστως τον σεβασμόν του ανθρωπίνου σώματος που αποτελεί το ένα στοιχείον της υποστάσεως του ανθρώπου και επομένως η καύσις αυτού του σώματος υποκρύπτει την περιφρόνησι προς αυτό, την απιστίαν εις την ανάστασι των νεκρών σωμάτων, την εξωχριστιανικήν πίστι εις την μετεμψύχωσι ή την άρνησι της υπάρξεως της ψυχής. Συνεπώς η Αγία μας Εκκλησία δεδικαιολογημένως διακηρύσσει ότι η καύσις του νεκρού σώματος αποτελεί έργω άρνησι της Αναστάσεως και προκλητικήν διακήρυξι μηδενιστικής αποχρώσεως.
Η εξόδιος Ακολουθία συνδέεται αρρήκτως με όρασι ανθρωπίνου σώματος και όχι τέφρας. Όλα τα τροπάρια κάμουν λόγον διά κεκοιμημένον και όχι αποτεφρωμένον, διά τελευταίον ασπασμόν και δι’ ενταφιασμόν του σώματος και όχι της τέφρας. Οπότε εξάγεται ευχερώς ότι δεν είναι δυνατόν να γίνη εξόδιος Ακολουθία προ της καύσεως, ούτε μετ’ αυτήν, εφ’ όσον εις την πρώτην περίπτωσι δεν θα ακολουθήση ταφή και εις την δευτέραν δεν θα υπάρχει σώμα.
Η Εκκλησία ανεπηρέαστος εκ του κοσμικού πνεύματος θα εξακολουθή να κηδεύη και να ενταφιάζη τα σώματα των πιστών μελών Της, τα οποία είναι δυνατόν να αποτελούν και λείψανα διότι η αφθαρσία και η θαυματουργία των λειψάνων αποτελούν τεκμήριον θεώσεως του ανθρώπου εφ’ όσον η χάρις του Θεού διαπορθμεύεται και εις ολόκληρον το σώμα.
Η επιλογή της αποτεφρώσεως είναι αμαρτία και αποδεικνύει την λανθασμένην σχέσι μας με την Εκκλησία. Κάθε απόκλισις από την διδασκαλία Της είναι αποξένωσις από την χάρι του ζώντος Θεού. Δι’ όσους θα επιλέξουν την καύσι του νεκρού σώματός των, μάλιστα με δημοσία δήλωσι απιστίας εις την αιώνιον ζωήν ή ασεβείας και περιφρονήσεως της Εκκλησίας ευλόγως φρονούμεν ότι δεν υπάρχει κανείς απολύτως λόγος να τελεσθή εξόδιος Ακολουθία ή επιμνημόσυνος δέησις διότι αυτό που πρέπει να σεβασθή η Εκκλησία είναι η απόρριψις της διδασκαλίας της από τον ίδιον τον μεταστάντα και όχι η ενδεχομένη επιθυμία των συγγενών, συνήθως διά κοινωνικούς λόγους, της τελέσεως επικηδείου ή επιμνημοσύνου Ακολουθίας. Αι Ακολουθίαι αυταί προϋποθέτουν την πίστι και την ελπίδα του αποθανόντος εις την μετά θάνατον ζωήν και τον σεβασμόν του εις την Εκκλησίαν. Δεν τελούνται διά κοινωνικούς λόγους αλλά αποτελούν προσευχάς και εκτενείς δεήσεις της Εκκλησίας ενώπιον του Θεού, η οποία εκφράζει την αγάπην Της εις τον αποθανόντα ως πίστι εις τον Κύριον, ελπίδα εις την σωτηρίαν, πόθον μετοχής εις την αιώνιον εξανάστασι και αίτησι συγχωρήσεως των αμαρτιών παρά του Κυρίου. Πως να ψάλωμεν «Μακαρία η οδός...» εις κάποιον που δηλώνει πίστι εις την μετά θάνατον ανυπαρξίαν του;
Συνεπώς η Αγιωτάτη ημών Εκκλησία δεν επιτρέπεται να απομειώση τον απόλυτον χαρακτήρα αυτής της διδασκαλίας Της, διότι μία ενδεχομένη σχετική πράξις θα αποδυναμώση την σχέσι αυτής με την Αλήθειαν. Κατά ταύτα εν τη καθ’ ημάς θεοσώστω Μητροπόλει σεβόμενοι απολύτως την ελευθερίαν επιλογής των ελευθέρων ανθρώπων αλλά και τα θέσφατα και δόγματα της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, γνωρίζομεν εις πάντας, ότι δεν θα επιτρέψωμεν την τέλεσι επικηδείου ή επιμνημοσύνου Ακολουθίας εις οιονδήποτε θα επιλέξη συνειδητώς την αποτέφρωσι του νεκρού σώματός του, αρνούμενος έργω την εκ νεκρών Ανάστασι και αυτό αποτελεί και την πλέον αποστομωτικήν απάντησι εις τας συκοφαντικάς σπερμολογίας ότι δήθεν η άρνησι της Εκκλησίας έχει οικονομικούς λόγους.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ  
- See more at: http://ekklisiaonline.gr/eipan/item/10255-eksapsalmos-serafeim-gia-tin-kaysi-ton-nekron-oyte-o-mao-me-ton-lenin-den-tin-ithelan#sthash.YsgGECqt.dpuf

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΩΣ ΚΑΘΕ ΕΜΠΟΔΙΟ ΕΙΝΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ (Ἃγιος Σεραφείμ τῆς Βίριτσα)


Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι όλα που αφορούν εσένα, αφορούν και Εμένα; Διότι αυτά που αφορούν εσένα αφορούν την κόρη του οφθαλμού Μου; Είσαι πολύτιμη στα μάτια Μου και σε έχω αγαπήσει, για αυτό είναι ιδιαίτερη χαρά για Μένα να σε εκπαιδεύσω.
Όταν οι πειρασμοί έρχονται επάνω σου και ο πολέμιος, σαν το ποτάμι, θέλω να ξέρεις ότι, Από Μένα ήταν αυτό.

Θέλω να ξέρεις ότι η αδυναμία σου έχει ανάγκη από τη δύναμη Μου, και η ασφάλεια σου βρίσκεται στο να Με αφήσεις να σε προστατεύω. Θέλω να ξέρεις ότι, όταν βρίσκεσαι σε δύσκολες συνθήκες, μεταξύ των ανθρώπων που δεν σε καταλαβαίνουν, δεν λογαριάζουν αυτά που σου είναι ευάρεστα, και σε απομακρύνουν Από Μένα ήταν αυτό. Είμαι ο Θεός σου, οι περιστάσεις τις ζωής είναι στα χέρια μου, δεν βρέθηκες τυχαία στη θέση σου, είναι ακριβώς η θέση που σου έχω ορίσει. Δε Με παρακαλούσες να σου μάθω την ταπείνωση;



Και να, σε έβαλα σ’ αυτό ακριβώς το περιβάλλον, στο σχολείο όπου διδάσκουν αυτό το μάθημα. Το περιβάλλον σου, και αυτοί που ζουν γύρω σου, μόνο εκτελούν το θέλημά Μου. Έχει οικονομικές δυσκολίες και μόλις τα βγάζεις πέρα, να ξέρεις ότι, Από Μένα ήταν αυτό.
Θέλω να ξέρεις ότι Εγώ διαθέτω τα χρήματα σου και να καταφεύγεις σε μένα, και να γνωρίζεις ότι εξαρτάσαι από Μένα. Θέλω να ξέρεις ότι τα αποθέματά Μου είναι ανεξάντλητα, και να βεβαιωθείς ότι είμαι πιστός στις υποσχέσεις Μου. Να μη συμβεί ποτέ να σου πουν την ανάγκη σου «Μην πιστεύεις στον Κύριο και Θεό σου».

Έχεις περάσει ποτέ νύχτα μέσα στη θλίψη; Είσαι χωρισμένος από τους συγγενείς σου, τους ανθρώπους που αγαπάς; Σου το επέτρεψα για να στραφείς σε Μένα, και σε Μένα να βρεις την αιώνια παρηγοριά και ανακούφιση. Σε ξεγέλασε ο φίλος σου ή κάποιος που του είχες ανοίξει την καρδιά σου, Από Μένα ήταν αυτό.

Εγώ επέτρεψα να σε αγγίξει αυτή η απογοήτευση, για να μάθεις ότι ο καλύτερος φίλος σου είναι ο Κύριος. Θέλω να τα φέρνεις όλα σε Μένα και όλα να Μου τα λες. Σε συκοφάντησε κάποιος, να το αφήσεις σ’ εμένα, σε Μένα να προσκολληθείς, σε Μένα η καταφυγή σου, για να κρυφτείς από την αντιλογία εθνών. Θα κάνω την δικαιοσύνη σου να λάμψει σαν το φως και την ζωή σου, σαν μέρα μεσημέρι. Καταστράφηκαν τα σχέδιά σου, λύγισε η ψυχή σου και είναι εξαντλημένη, Από Μένα ήταν αυτό.
Έκανες σχέδια και είχες δικούς σου σκοπούς Μου, τα έφερες να τα ευλογήσω. Αλλά Εγώ θέλω να αφήσεις σε Μένα, να κατευθύνω και να χειραγωγώ τις περιστάσεις της ζωής σου, διότι είσαι το ορφανό, και όχι ο πρωταγωνιστής. Σε βρήκαν απροσδόκητες αποτυχίες, και η απελπισία κατέλαβε την καρδιά σου, να ξέρεις, Από Μένα ήταν αυτό.

Διότι μ’ αυτή την κούραση και το άγχος δοκιμάζω πόσο ισχυρή είναι η πίστη σου στις υποσχέσεις Μου και την παρρησία σου στη προσευχή για τους συγγενείς σου. Δεν ήσουν εσύ που εμπιστεύτηκες τις φροντίδες γι’ αυτούς στην προνοητική αγάπη Μου; Δεν είσαι συ που και τώρα τους αφήνεις στην προστασία της Πανάγνου Μητέρας Μου; Σε βρήκε σοβαρή ασθένεια, που μπορεί να γιατρευτεί ή είναι αθεράπευτη και σε κάρφωσε στο κρεβάτι σου, Από Μένα ήταν αυτό.

Επειδή θέλω να Με γνωρίσεις πιο βαθιά, μέσω της σωματικής ασθένειας και να μην γογγύζεις γι’ αυτή την δοκιμασία που σου στέλνεται και να μην προσπαθείς να καταλάβεις τα σχέδια Μου, της σωτηρίας της ψυχής των ανθρώπων με διάφορους τρόπους, αλλά αγόγγυστα και ταπεινά να σκύψεις το κεφάλι σου μπροστά στην αγαθότητά Μου. Ονειρευόσουν να κάνεις κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο για Μένα και αντί να το κάνεις έπεσες στο κρεβάτι του πόνου Από Μένα ήταν αυτό.

Διότι τότε θα ήσουν βυθισμένος στα δικά σου έργα, και Εγώ δεν θα μπορούσα να προσελκύσω τις σκέψεις σου σε Μένα, αλλά Εγώ θέλω να διδάσκω τις βαθύτατες σκέψεις και τα μαθήματα Μου, για να Με υπηρετείς.Θέλω να σε μάθω να συναισθάνεσαι πως είσαι τίποτα χωρίς Εμένα.
Μερικοί από τους καλύτερους υιούς Μου είναι αυτοί, οι οποίοι είναι αποκομμένοι από την δραστική ζωή, για να μάθουν να χειρίζονται το όπλο της αδιάλειπτης προσευχής. Κλήθηκες απροσδόκητα να αναλάβεις μία δύσκολη και υπεύθυνη θέση, στηριγμένη σε Μένα. Σου εμπιστεύομαι τις δυσκολίες αυτές, και γι’ αυτό θα σε ευλογήσει Κύριος ο Θεός σου σ’ όλα τα έργα σου, σ’ όλους τους δρόμους σου, σ’ όλα, Καθοδηγητής και Δάσκαλος σου θα είναι ο Κύριος σου.
Την ημέρα αυτή, στα χέρια σου, τέκνο Μου έδωσα αυτό το δοχείο με το θείο μύρο, να το χρησιμοποιείς ελεύθερα. Να θυμάσαι πάντοτε ότι κάθε δυσκολία που θα συναντήσεις, κάθε προκλητική λέξη, κάθε διαβολή και κατάκριση, κάθε εμπόδιο στα έργα σου, που θα μπορούσε να προκαλέσει αγανάκτηση και απογοήτευση,κάθε φανέρωση της αδυναμίας και της ανικανότητας σου, θα χρίεται μ’ αυτό το έλαιο. Από Μένα ήταν αυτό.
Να θυμάσαι πως κάθε εμπόδιο είναι νουθεσία από τον Θεό, και γι’ αυτό να βάλεις στην καρδιά σου αυτόν τον λόγο, που σου έχω αποκαλύψει την ημέρα αυτή. Από Μένα ήταν αυτό. Να ξέρεις και να θυμάσαι - πάντα, όπου και να είσαι, ότι οποιοδήποτε κεντρί, θα αμβλυνθεί μόλις θα μάθεις σε όλα να βλέπεις Εμένα Όλα σου στάλθηκαν από Μένα, για την τελείωση της ψυχής σου, Όλα αυτά ήταν από μένα.


Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου «Ἀπολογία Χριστιανική» πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό.







Κυκλοφόρησε προσφάτως ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Γρηγόρη τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου «Ἀπολογία Χριστιανική». Τὸ κείμενο παρατίθεται μὲ ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική, ἐνῶ τὰ προλεγόμενα καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια, ἔγιναν ἀπὸ τὸν πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό.



Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, Διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ἡγέτες τοῦ Φιλοκαλικοῦ κινήματος τῶν «Κολλυβάδων», ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, πολυτάλαντος καὶ πολυμερής. Ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων, συνέγραψε ἔργα ἀνταποκρινόμενα πάντοτε σὲ συγκεκριμένες ἀνάγκες ἢ προκλήσεις γιὰ τὴν πληροφόρηση, οἰκοδομὴ καὶ νουθεσία τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου.



Τὸ ἔργο του «Ἀπολογία Χριστιανική», καταγγέλλει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Εὐρώπης –καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Γαλλίας– καὶ τὴ διαμετρικὴ ἀποστασιοποίησή της ἀπὸ κάθε ἔννοια Χριστιανικότητας σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς ἰδεολογικῆς, πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς πραγματικότητάς της, κάτι ποὺ ἐνσαρκώνεται στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1789. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση ἀπέρριψε τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὸν ἀντικατέστησε μὲ τὴν «θρησκεία τῆς λογικῆς», μὲ τὴν λατρεία τοῦ «Ὑπερτάτου Ὄντος», ποὺ δὲν ἦταν παρὰ πρόσχημα γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῆς κατηγορίας τῆς ἀθεΐας καὶ στὴν οὐσία τεκτονικὸ ἐφεύρημα (Ροβιεσπέρος). Ἡ «φυσικὴ θρησκεία» ὅμως, δὲν εἶναι παρὰ ἄρνηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἀπόρριψή Του. Ἐπισημαίνει ὅτι πηγὴ τῆς γαλλικῆς ἀθεΐας εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ θείου φόβου («ἀφοβοθεΐα») καὶ ἡ «παντελὴς ἀλησμονησία τοῦ Θεοῦ». Ἦταν ἑπόμενο συνεπῶς, ἡ ἐσωτερικὴ διαστροφὴ νὰ ὁδηγήσει σὲ ψευδεῖς καὶ ἀπατηλὲς διακηρύξεις γιὰ τὴν ἐξαπάτηση τοῦ κόσμου.



Σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο βλέπει καὶ τὶς γαλλικὲς διακηρύξεις γιὰ ἐλευθερία καὶ ἰσότητα. Οἱ κατ᾽ οὐσίαν Χριστιανικὲς αὐτὲς ἔννοιες ἔχουν λάβει τὴν φόρτιση, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν γαλλικὴ ἐπαναστατικὴ ἰδεολογία. Ἡ ψευδὴς ἐλευθερία καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δοῦλο τῶν ἐπιθυμιῶν του, ἐνῶ ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἀποδεχομένη τὴν «ὑπακοή» στὴν ἐξουσία δὲν παύει νὰ σώζει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου (ἀδούλωτο φρόνημα), ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία.



Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος πολέμησε μὲ σφοδρότητα τὶς ἰδέες τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔγινε στόχος τῶν ἡγετῶν τοῦ φιλοδυτικοῦ ρεύματος καὶ κυρίως τοῦ «πατριάρχη» του Ἀδαμαντίου Κοραῆ.



Ἄς ἀφήσουμε ὅμως τὸ ἴδιο τὸ κείμενο νὰ μᾶς μιλήσει:



«Πῶς μποροῦν δυὸ ἄνθρωποι νὰ λέγονται ἴσοι, ὅταν ὁ ἕνας εἶναι πάμπλουτος καὶ ὁ ἄλλος στενάζει ἀπὸ τὴν πεῖνα του καὶ ἀναγκάζεται νὰ κλέβει ἐξαιτίας τῆς φτώχειας του; Αὐτὲς οἱ διακηρύξεις εἶναι ἐφεύρημα ἀνθρώπων πονηρῶν καὶ ἐπίβουλων, οἱ ὁποῖοι, θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ πάθη τους καὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὶς κακές τους ἐπιθυμίες, ἐμφύσησαν στὰ μυαλὰ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ αὐτὸν τὸν ἀσύστατο ἄνεμο τῆς ἰσότητας, γιὰ νὰ ἔχουν βοήθεια γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τους. Μπορεῖ ποτὲ νὰ ὑπάρξει ἰσότητα σὲ κοινωνίες ποὺ κυριαρχεῖ ἡ πλεονεξία, ποὺ βασιλεύουν τὰ πάθη, ποὺ δὲν ἀκούγεται ἄλλη ἔκφραση συχνότερα ἀπὸ «τὸ δικό μου» καὶ «τὸ δικό σου»;



Ἰσότητα, ναί, πράγματι ὑπῆρξε κάποτε! Ποῦ ὅμως; Στὴν νεοσύστατη Ἐκκλησία τῶν καλῶν ἐκείνων Χριστιανῶν, τῶν ἁπλῶν καὶ εὐλαβεστάτων! Ἐκεῖ, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ ἱερὸς Λουκᾶς, (Πράξ. Δ, 32), κανένας δὲν ἔλεγε ὅτι ἔχει κάτι δικό του, ἀλλὰ ἦταν ὅλα κοινά, χρήματα, ἐνδύματα καὶ τροφές.



Γιατί ὅμως ἦταν ὅλα κοινά; Γιατί, λέει, ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ τῶν πιστῶν ἦταν μία! Ὅλοι γιὰ τὸν Θεὸ εἶχαν μία γνώμη καὶ ἕνα θέλημα καὶ ἦταν ὅλοι δεμένοι μεταξύ τους μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, τόσο σφικτά, ὥστε, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν πολὺς λαὸς καὶ διαφόρων ἡλικιῶν, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἡλικιωμένοι καὶ νέοι, ἦταν ὅλοι τόσο μονιασμένοι ὥστε ἔμοιαζαν ν’ ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, ποὺ τὸ κινοῦσε μία ψυχή.



Ἡ ἴδια ἰσότητα καὶ ὁμοψυχία ὑπῆρξε ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες καὶ στὰ Κοινόβια τῶν παλαιῶν Ὁσίων, τοῦ Παχωμίου, τοῦ Σάββα, τοῦ Εὐθυμίου, τοῦ Θεοδοσίου καὶ ἄλλων πολλῶν, γιατί καὶ σ’ αὐτοὺς διασωζόταν ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὁμοψυχία. Ἐκείνη, πράγματι, ὑπῆρξε ἀληθινὴ Ἰσότητα!



Ἡ ἰσότητα ὅμως ποὺ προβάλλουν οἱ νέοι δημοκρατικοὶ εἶναι ψευδεπίγραφη, εἶναι ψιλὸ ὄνομα, ὅπως καὶ ἡ ἐλευθερία τους. Ἔχουν ἐπινοηθεῖ ἀπὸ πονηροὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ πετύχουν τὰ σχέδιά τους μὲ τὴ δύναμη τοῦ λαοῦ.»



«Ἂν κάποιος, λοιπόν, ὁδηγηθεῖ στὴν ἔπαρση ἐξαιτίας τῶν γνώσεών του καὶ ἐπιχειρήσει νὰ ὑποτάξει σὲ κάποιους κανόνες καὶ τὰ οὐράνια καὶ νὰ κρίνει τὰ ὑπερφυσικὰ μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο ποὺ κρίνει καὶ τὰ φυσικὰ φαινόμενα, τότε ἡ σοφία του αὐτὴ δὲν εἶναι σοφία, ἀλλὰ μᾶλλον ἀνοησία, ἀφροσύνη καὶ τρέλλα, χειρότερη μάλιστα καὶ ἐπιβλαβέστερη ἀπὸ

κάθε ἄλλη τρέλλα.



Ἡ ἀνθρώπινη διάνοια ἔχει μάθει νὰ ἐννοεῖ, νὰ κρίνει καὶ νὰ συλλογίζεται μὲ βάση τὶς ἀρχὲς ποὺ αὐτὴ ἡ ἴδια ἀνακάλυψε καὶ ρύθμισε. Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, νὰ κρίνει καὶ νὰ ἐξετάζει ἐκεῖνα ποὺ τὴν ὑπερβαίνουν καὶ ξεπερνοῦν τὶς δυνατότητές της».



Ἡ «Ἀπολογία Χριστιανική», τὸ κορυφαῖο αὐτὸ ἀπολογητικὸ ἔργο ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες τῆς Φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης τοῦ 18ου αἰῶνα, ἐπίκαιρο ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἀποτελεῖ τὴν Ὀρθόδοξη ἀπάντηση στὴν πρόκληση τῆς Εὐρώπης. Εἶναι μιὰ τεκμηριωμένη ἀνασκευὴ τῶν θέσεων τῶν Εὐρωπαίων διαφωτιστῶν, ποὺ ἐπιχείρησαν νὰ ἀποδομήσουν τὴν Χριστιανικὴ Πίστη καὶ Παράδοση, πίσω ἀπὸ τὰ ψευδεπίγραφα συνθήματα τῆς ἰσότητας καὶ τῆς ἐλευθερίας.







(Πηγή: Περιοδικό «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ» ΜΑΪ – ΙΟΥΝ 2015)

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ Στ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 



Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ 
ΤΗΣ   Στ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ  ΣΥΝΟΔΟΥ 
Ιερός Ναός Αγ. Νικολάου Πατρών  
Κυριακή  μετά την Ύψωσιν  20.9.2015
Πρωτοπρεσβύτερος  Αναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Εφημέριος  Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών   
 

Μαζί με τη μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας τίμησε και μία δεύτερη «ύψωση». Την ύψωση της αληθείας της Πίστεώς μας κατά της πλάνης και του ψεύδους. Όπως διαβάσαμε στο συναξάριο της εορτής του Σταυρού επιτελείται η μνήμη της Αγίας Στ’ Οικουμενικής Συνόδου των 170 Αγίων Πατέρων που καταδίκασαν την αίρεση του μονοθελητισμού. Οι εορτές της μνήμης των Οικουμενικών Συνόδων δεν είναι μία απλή ενθύμηση ενός γεγονότος, αλλά κυρίως υπενθύμιση της ζωντανής παρακαταθήκης στην αγιοπνευματική πορεία της Εκκλησίας του Χριστού.
Επειδή η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού υποβιβάζει αναγκαστικά την εορτή προς τιμήν της Αγίας και Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου, για να τιμηθεί πρεπόντως η εορτή,  οι Πατέρες  όρισαν να μετατίθεται  κατά την πρώτη Κυριακή μετά την Ύψωση (Τυπικό Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης). Έτσι και η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος όπως και η Α΄, η  Δ΄ και η  Ζ΄ τιμώνται  κατά την αναστάσιμη και πανηγυρική ημέρα της Κυριακής.
Πριν εμβαθύνουμε στην εκκλησιολογική διάσταση της Στ΄ Οικουμ. Συνόδου, ας δούμε κάποια ιστορικά στοιχεία : συνεκλήθη το Νοέμβριο του 680 μ.Χ. στο Παλάτι, εν Τρούλλω, στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 170 Πατέρων από Ανατολή και Δύση. Η Σύνοδος επανέλαβε τη θεολογική διατύπωση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και θεολόγησε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, σε μία Υπόσταση (ένα πρόσωπο), είναι Θεάνθρωπος.
Στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού ενώνεται υποστατικά, σε ένα πρόσωπο δηλαδή, στο Πρόσωπο του Θεού Λόγου, η θεία και η ανθρώπινη φύση αχωρίστως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και ασυγχύτως. Επίσης, εδογμάτισε ότι επειδή ο Χριστός έχει τέλειες τις δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, έχει και δύο φυσικές θελήσεις και δύο ενέργειες (θεία και ανθρώπινη), όπως προκύπτει και από τις ίδιες τις Ευαγγελικές διηγήσεις. Δηλαδή, στο πρόσωπο του Θεανθρώπου διασώζεται πλήρως ακέραιη και η θεία και η ανθρώπινη θέληση και ενέργεια.
Η Σύνοδος των Αγίων Πατέρων κατεδίκασε τη χριστολογία των Μονοθελητών, οι οποίοι κήρυτταν ότι ο Χριστός έχει μόνο μία, τη θεία θέληση και ενέργεια, και όχι την ανθρώπινη, με άλλα λόγια δεν είναι τέλειος άνθρωπος. Η Έκτη Σύνοδος ουσιαστικώς δικαίωσε τη θεολογία και τους αγώνες του Αγ. Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων και ιδιαιτέρως του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού κατά της αιρέσεως του Μονοθελητισμού.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662), ήταν αρχικά Ηγούμενος της Μονής Χρυσουπόλεως κοντά στην Κωνσταντινούπολη και αγωνίσθηκε για πολλά χρόνια χωρίς «ανώτερη» εκκλησιαστική υποστήριξη, τη στιγμή που τα Πατριαρχεία της Ανατολής (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας) είχαν αποδεχθεί την αίρεση κάτω από πίεση του μονοθελήτου Αυτοκράτορα Κώνσταντος Β΄ (641-668).
Ο Άγιος Μάξιμος, χωρίς να κατέχει κάποια ιδιαίτερη θέση στην εκκλησιαστική ιεραρχία - ήταν ένας απλός μοναχός, ούτε καν ιερέας - ύψωσε το θεολογικό του ανάστημα ένας αυτός, εναντίον όλης της «επισήμου Εκκλησίας». Ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε «μέγιστος θεολόγος, ο οποίος εσφράγισε με το αγωνιστικό του σθένος και την πλούσια συγγραφική του προσφορά τη θεολογική αναίρεση της μονοθελητικής αιρέσεως».
Ο Άγιος Μάξιμος με τον πιστό του μαθητή και συναγωνιστή, τον ιερέα Αναστάσιο, περιήλθε γη και θάλασσα από την ΚΠολη μέχρι τη Ρώμη για να προασπιστεί την Αλήθεια και να πετύχει συνοδική καταδίκη της αιρέσεως από την Σύνοδο στην Ρώμη υπό τον Ορθόδοξο πάπα Άγ. Μαρτίνο τον Ομολογητή. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη συνελήφθη, υπέστη φρικτά βασανιστήρια (του έκοψαν τη γλώσσα και τα δάκτυλα του δεξιού χεριού του) και πέθανε μετά από πολλές κακουχίες στην εξορία.  Δεν έζησε για να παραστεί στην Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο, όμως δια των μαρτυρικών του αγώνων υπέρ της Ορθοδοξίας και δια της θεοπνεύστου θεολογίας του αποτέλεσε τον εμπνευστή και το θεμέλιο αυτής της Συνόδου. Τα ίδια βασανιστήρια με τον Άγιο Μάξιμο υπέστη και ο συναγωνιστής του ιερέας Αναστάσιος και οι μαθητές του Θεόδωρος, Ευπρέπειος και Αναστάσιος μοναχός, την μνήμη των οποίων σήμερα (20 Σεπτεμβρίου) τιμά η Εκκλησία μας.
Όπως διαβάζουμε στο συναξάριο της εορτής, η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε ως αιρετικούς επτά (7) πατριάρχες και άλλους επισκόπους. Αναθεματίστηκαν, καθαιρέθηκαν και εκδιώχθηκαν από την Εκκλησία του Χριστού ως αιρετικοί : 
  • ο πάπας Ρώμης Ονώριος (625-638)
  • οι τέσσερις Οικουμενικοί Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος (610-638), Πύρρος (638-641, 654), Παύλος Β΄ (641-653) και Πέτρος (654-666),
  • ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύρος (630-642),
  • ο Πατριάρχης Αντιοχείας Μακάριος (650-685), και
  • οι επίσκοποι Στέφανος, Πολυχρόνιος και Κωνσταντίνος.
Η Σύνοδος δικαίωσε μετά θάνατον τον απλό μοναχό Μάξιμο τον Ομολογητή, τον οποίο είχαν καταδικάσει οι ανωτέρω αιρετικοί μεγαλοσχήμονες επίσκοποι και πατριάρχες.
Ας προσέξουμε στο σημείο αυτό αδελφοί : Η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος μας δίνει ένα από τα σπουδαιότερα μαθήματα Ορθόδοξης εκκλησιολογίας, που δυστυχώς λησμονούμε σήμερα: Η Εκκλησία δεν συγκροτείται μόνο από τους πατριάρχες, τους επισκόπους και τους κληρικούς εν γένει. Οι επίσκοποι είναι όντως οι αξιωματούχοι Της. Είναι, πρέπει να είναι, οι Πατέρες και Ποιμένες τής «λογικής ποίμνης» που φέρουν τον υπέρτατο βαθμό της ιερωσύνης ως διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων. Είναι, πρέπει να είναι, οι εκφραστές του φρονήματος της Εκκλησίας. Αυτοί διασώζουν, πρέπει να διασώζουν και να μεταδίδουν ανόθευτη την ευαγγελική, αποστολική και πατερική διδασκαλία.
Αυτό είναι το πρώτιστο και υψηλότερο έργο και η κύρια αποστολή τους. Γι’  αυτό και κάθε επίσκοπος, όχι ο ιερέας και ο διάκονος, μόνο ο επίσκοπος,  κατά τη στιγμή της χειροτονίας του ομολογεί το Σύμβολο της Πίστεως και υπόσχεται ότι θα κρατήσει και θα μεταδώσει ακέραιη και ανόθευτη τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Έτσι και σε κάθε Θ. Λειτουργία στην ιερότερη στιγμή της ευχόμαστε και προσευχόμαστε, και πρέπει να προσευχόμαστε με ιδιαίτερη θέρμη για τον επίσκοπό μας, να μας τον χαρίζει ο Θεός «ορθοτομούντα τον λόγον της αυτού αληθείας»!  Οι επίσκοποι έχουν, λοιπόν, την υπερέχουσα,  την πολύ υψηλή θέση, τη μοναδική αποστολή μέσα στην Εκκλησία μας.
            Συγχρόνως όμως είναι και μέλη του σώματος της Εκκλησίας που μόνη κεφαλή έχει τον Θεάνθρωπο Χριστό.  Εάν η συμπεριφορά τους ή οι διδασκαλίες τους είναι ανάρμοστες προς την Κεφαλή - και συνεπώς προς όσα θέσπισαν οι Άγιοι εν Αγίω Πνεύματι - τότε με συνοδική απόφαση αποκόπτονται από σώμα ως μολυσμένα μέλη.  Ναι! Και ο επίσκοπος και ο αρχιεπίσκοπος και ο πατριάρχης μπορεί να σφάλει και υπόκειται και αυτός στην εκκλησιαστική κρίση.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν αναγνωρίζουμε κανένα πάπα, ούτε έχουμε κανέναν αλάθητο και υπέρ άνω κριτικής. Εάν κάποιος, όποιος και αν είναι αυτός, είτε ιερέας, είτε επίσκοπος, ακόμα και πατριάρχης, εάν με τα λόγια του και τις ενέργειές του παρεκκλίνει από την Παράδοση των Αγίων μας αποκόπτεται ως επικίνδυνο και μολυσμένο μέλος για να μην μεταδώσει τον μολυσμό της ετεροδιδασκαλίας και στα υπόλοιπα μέλη του Σώματος του Χριστού.
Η ιστορία και η διδασκαλία της Εκκλησίας μας μάς έχει επιφορτίσει με την ιερή υποχρέωση, ανάλογα με το χάρισμα και τη θεολογική του κατάρτιση ο καθένας μας, να ενδιαφερόμαστε και να αγωνιούμε για τα θέματα πίστεως και, αν έχουμε τη δυνατότητα και τις γνώσεις, με τον δέοντα σεβασμό, την αναγκαία νηφαλιότητα αλλά και με παρρησία και ειλικρίνεια να επισημαίνουμε τις εκτροπές. Αυτό έκαναν πάντοτε στη ζωή της Εκκλησίας μας οι Άγιοι. Αυτό έκανε και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Απλός μοναχός αυτός, αψήφησε όχι μόνον την κοσμική, αυτοκρατορική εξουσία, αλλά και πατριάρχες και επισκόπους τής εποχής του, με τους οποίους διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία, δηλ. δεν τους αποδεχόταν ως Ποιμένες της Εκκλησίας, αλλά ως λύκους βαρείς, αφού δυστυχώς αυτοί πρώτοι είχαν περιφρονήσει την ορθόδοξη πίστη και παράδοση. Ασφαλώς δεν διακατεχόταν από αυθάδεια ή φανατισμό. Ήξερε να υπακούει και να ταπεινώνεται πρωτίστως ενώπιον των εκκλησιαστικών αρχών. Τιμούσε και σεβόταν υπέρμετρα - όπως κάθε άγιος - την ιερωσύνη και τους ταγούς τής Εκκλησίας, όμως είχε την διάκριση να αντιτίθεται και να διακόπτει την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους, όταν αυτοί οι ίδιοι είχαν αντιταχθεί στο Θείο θέλημα. Εκεί έχει εφαρμογή το αποστολικό «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις». Τότε απαιτείται ομολογία. Η πίστη και η αγάπη του στον Θεό έκανε τον Άγιο αδιαπραγμάτευτο σε θέματα Πίστεως.
Είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που διασώζεται από τους αγώνες του Αγ. Μαξίμου: Όταν σε ανάκριση μετά την πρώτη του εξορία ο αιρετικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πέτρος του είπε να ενωθεί με την Καθολική (παγκόσμια) Εκκλησία που είχε δεχθεί την αίρεσι, διότι τελικά, «ποιος είσαι εσύ ένας απλός καλόγερος να εναντιώνεσαι σε όλη την Εκκλησία;» ο Άγιος Μάξιμος απάντησε: «Ο Θεός των όλων (ο Χριστός), μακαρίζοντας τον Πέτρο, είπε ότι Καθολική Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήριος ομολογία της πίστεως σ' Αυτόν (και όχι η ενότητα μέσα στην αίρεση, μέσα στην ψευδή πίστη)».
Γι’ αυτή τη σταθερότητα της ομολογίας του ο Άγιος υπέστη πολλούς διωγμούς και μαρτύρια και στο τέλος θυσίασε και την ίδια του τη ζωή, αλλά ήλθε ολόκληρη Οικουμενική Σύνοδος και τον δικαίωσε πανηγυρικά, γιατί πάνω στη θεολογία του απλού μοναχού Μαξίμου στηρίχτηκε για να καταδικάσει τους 7 μεγαλοσχήμονες  πατριάρχες !
Αξίζει, επίσης, να σημειώσουμε ότι η καταδίκη τού πάπα Ονωρίου από την Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο, καθώς και η καταδίκη του πάπα Βιγιλίου από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο αποδεικνύουν περίτρανα ότι είναι εκκλησιολογικά ψευδής και ιστορικά ανεπέρειστος και απαράδεκτος ο ισχυρισμός των παπικών περί του ex cathedra αλαθήτου του Πάπα, ένα καινοφανές δόγμα που επινόησε ο παπισμός μόλις το 1879 !
Αγαπητοί, ας προσέξουμε: στην Εκκλησία μας το κάθε μέλος έχει τη δική του διακονία και καλείται να αξιοποιήσει το δικό του χάρισμα. Υπάρχει όμως μία διακονία-υποχρέωση την οποία έχουμε όλα τα μέλη της Εκκλησίας μας, ο καθένας μας ανάλογα με το χάρισμα και τη θέση του, από τους πατριάρχες μέχρι τον τελευταίο πιστό: και αυτή είναι η αγωνία για τη διαφύλαξη της παραδοθείσης πίστεως. Το 1848, σε μία ιστορική κοινή τους δήλωση πανορθοδόξως οι τέσσερις Πατριάρχες της Ανατολής απάντησαν στις παπικές αξιώσεις, συγκεφαλαιώνοντας  την ορθόδοξη εκκλησιολογία : «σε μας, γράφουν στον πάπα, φύλακας της πίστεως δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά ο λαός του Θεού», δηλ. οι επίσκοποι, οι ιερείς και όλοι οι πιστοί ενωμένοι διασώζουμε την αλήθεια της μαρτυρίας της Ορθόδοξης πίστης.
Είπα προ ολίγου ότι «η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος μας δίνει μαθήματα Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, που δυστυχώς λησμονούμε σήμερα». Πολλοί πιστοί νομίζουν λανθασμένα ότι Εκκλησία είναι μόνο ο πατριάρχης και οι κληρικοί και ό,τι αυτοί διδάσκουν είναι αλάνθαστο και δεν επιτρέπεται η παραμικρή κριτική στις θεολογικές τους απόψεις για θέματα πίστεως! Μια τέτοια αντίληψη είναι ξένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας και μας οδηγεί στην παπική εκκλησιολογία. Μόνο ο Πάπας λέει ότι ό,τι διδάσκω εγώ ex cathedra είναι σωστό και αλάνθαστο! Η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδικάζοντας επτά Πατριάρχες ξεκαθάρισε τα πράγματα και φωνάζει και σε μας σήμερα:
            Προσέξτε, μας λέει, κριτήριο για το αν κάποιος φρονεί ως πραγματικός Ορθόδοξος Χριστιανός δεν αποτελεί η θέση την οποία κατέχει στην Εκκλησία, αλλά η πιστότητά του στην τήρηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Κανένας δεν είναι αλάθητος, κανένας δεν είναι υπέρ άνω κριτικής σε θέματα πίστεως. Αλίμονο σε όποιον συστηματικά περιφρονεί την παράδοση των Αγίων, όποιος και αν είναι αυτός, ακόμα και ιερέας και επίσκοπος και αρχιεπίσκοπος και πατριάρχης!
Εύχεσθε, παρακαλώ, αγαπητοί, και προσεύχεσθε ο Θεός με τις πρεσβείες των Οσίων και θεοφόρων Πατέρων της Στ΄ Οικουμενικής Συνόδου να φωτίζει όλους μας και ιδιαιτέρως εμάς τους κληρικούς, ιερείς, επισκόπους και πατριάρχες να τηρούμε και να μεταδίδουμε ανόθευτη την παρακαταθήκη τής πίστεώς μας.
 
 
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015


 

Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού (Β')

 



Η προετοιμαζόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πιστή διάκονος του παναιρετικού Οικουμενισμού (Β')
Ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος πιστὴ διάκονος τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
(Προσδοκίες-Ἱστορικὴ πορεία-Γενικὲς Ἐκτιμήσεις-Συμπεράσματα)
 
Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου.
Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς.
Εν Πειραιεί τη 17η Σεπτεμβρίου 2015.
(2ον)
Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν πορεία τῆς προετοιμασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου.
Μετὰ τὸ μεγάλο Σχίσμα, (1054 μ.Χ.), ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, συνεπὴς στὴν Ὀρθόδοξη συνοδική της αὐτοσυνειδησία, δὲν ἔπαυσε νὰ συγκαλεῖ, σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα, Ὀρθοδόξους Συνόδους μὲ πανορθόδοξο οἰκουμενικὸ χαρακτήρα. Πρόκειται γιὰ τὶς λεγόμενες Ἐνδημοῦσες Συνόδους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στὶς  ὁποῖες ὅμως συμμετεῖχαν συνήθως καὶ Πατριάρχες, ἢ ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ εὐρεῖα αὐτὴ πανορθόδοξη σύνθεση τῶν Ἐνδημουσῶν Συνόδων συνεχίσθηκε καὶ ἀργότερα στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, κατὰ τὴν ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι βαλκανικοὶ λαοὶ εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ κανονικὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στὶς Συνόδους αὐτὲς ἀπεφασίζετο ἡ  ἐπὶ πανορθοδόξου ἐπιπέδου κοινὴ στάση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ καὶ ἀργότερα τοῦ Προτεσταντισμοῦ καὶ ἡ ρύθμιση καὶ ἐπίλυση ἄλλων, γενικοτέρου ἐνδιαφέροντος, ζητημάτων. Οἱ πολιτικοκοινωνικὲς ὅμως μεταβολὲς καὶ ἀνακατατάξεις μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν, κατὰ τὸν 19ο καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, στὸ χῶρο τῶν Βαλκανίων, καὶ ἡ δημιουργία ἐθνικῶν κρατῶν συνέδεσαν τὶς ἐθνοφυλετικὲς ἀναζητήσεις τῶν λαῶν μὲ ἀντίστοιχες ἐκκλησιαστικὲς διεκδικήσεις, μὲ ἀποτέλεσμα τὴ θεσμοθέτηση τῶν Αὐτοκεφάλων καὶ Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν, (Ἐκκλησίες τῆς Ἑλλάδος, Πολωνίας, Ἀλβανίας, Τσεχοσλοβακίας, Φιλανδίας, Λεττονίας, Ἐσθονίας), καὶ τὴν ἀπόδοση τῆς «πατριαρχικῆς ἀξίας» σὲ ὁρισμένες ἐξ αὐτῶν, (Πατριαρχεῖα Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας).
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὶς πατριαρχικὲς Ἐγκυκλίους τοῦ 1902, 1904 καὶ 1920 ἐπεδίωξε, μεταξὺ καὶ ἄλλων στόχων, νὰ ἀναθερμάνει τὶς διορθόδοξες σχέσεις μὲ τὶς ἄλλες κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ νὰ προωθήσει μιὰ ἀμεσώτερη καὶ στενώτερη συνεργασία γιὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπιση γενικοτέρων προβλημάτων. Ἡ ἐνεργοποίηση αὐτὴ τῶν διορθοδόξων σχέσεων γέννησε σὺν τῷ χρόνῳ τὴν ἰδέα τῆς ἀναζητήσεως πανορθοδόξου ἐκφράσεως τῆς συνοδικῆς συνειδήσεως τῆς Ὸρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῆς συγκροτήσεως δηλαδὴ Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία ἔλαβε ἀργότερα τὴν προσωνυμία «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος». Μέσα στὸ κλίμα τῶν διορθοδόξων αὐτῶν ἐπαφῶν τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνος συνεκλήθη τὸ 1923 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ πατριαρχίας τοῦ γνωστοῦ Μασόνου[1]  Πατριάρχου Μελετίου τοῦ Δ΄ (Μεταξάκη), Συνέδριο, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίσθηκε μὲν ὡς «Πανορθόδοξο», χωρὶς πάντως νὰ ὑπάρξει πανορθόδοξος ἀντιπροσώπευση ἀπὸ ὅλες τὶς κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἀντίθετα μάλιστα ἡ ἀντιπροσώπευση σ’ αὐτὸ ἦταν πολὺ περιορισμένη, διότι συμμετεῖχαν ἐκπρόσωποι μόνο ἕξι Ἐκκλησιῶν, (τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ρωσίας, τῆς Σερβίας, τῆς Κύπρου, τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ρουμανίας).
Στὸ Συνέδριο συζητήθηκαν θέματα ὅπως τὸ ἡμερολογιακό, τὸ περὶ γάμου κληρικῶν μετὰ τὴ χειροτονία των, τὸ περὶ δευτέρου γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν, τὸ περὶ νηστείας κἄ. Δυστυχῶς στὸ ἐν λόγῳ Συνέδριο ἐπιχειρήθηκαν καινοτομίες καὶ ἐλήφθησαν ἀποφάσεις ξένες  πρὸς τὴν παράδοση καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖες, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἔχει παρατηρηθεῖ, «ἐτραυμάτισαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς κακὴ κληρονομιὰ συνοδεύουν ἔκτοτε τὴν θεματολογία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου μέχρι σήμερα».[2]  Στὰ πλαίσια αὐτοῦ τοῦ Συνεδρίου «ὁρίσθηκε γιὰ τὸ 1925 σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ καὶ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 1600ετηρίδος τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, (325μ.Χ.)»[3].
Ἔκτοτε ἡ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, ἡ ὁποία θὰ ἐπέχει θέση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θὰ γίνει ὅραμα καὶ ἐλπίδα, πόθος καὶ προσδοκία ἐπί 92 συναπτὰ χρόνια, μια προσδοκία ἀνεκπλήρωτη μέχρι σήμερα, (2015), παρὰ τὶς ἐργώδεις προετοιμασίες καὶ διαβουλεύσεις σὲ διορθόδοξο ἐπίπεδο, παρὰ τὴ συγκρότηση πολλῶν προπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν, παρὰ τὴ συγκρότηση Πανορθοδόξων Διασκέψεων καὶ Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Πρόκειται γιὰ ἕνα πρωτοφανὲς γεγονὸς στὴν ἱστορία τὴς Ἐκκλησίας μας, διότι σὲ καμιὰ ἄλλη Σύνοδο, Οἰκουμενική, ἢ Τοπική, τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, (879 μ.Χ.), θεωρουμένης ὡς  Η΄ Οἰκουμενικῆς, καὶ τῆς ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, (1351 μ.Χ.), θεωρουμένης ὡς Θ΄ Οἰκουμενικῆς, δὲν ὑπῆρξε τόση ἐργώδης καὶ μακροχρόνια προετοιμασία, τόση πολύπλοκη διαδικασία προπαρασκευῆς, μὲ τόσες πολλὲς ἀναθεωρήσεις καὶ τροποποιήσεις στὴ θεματολογία της. 
Στὶς γραμμές, ποὺ ἀκολουθοῦν, θὰ σκιαγραφήσουμε μὲ πολλὴ συντομία τὶς κυριότερες φάσεις αὐτῆς τῆς προετοιμασίας, ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια «μεθοδευμένα» γίνεται, ὥστε νὰ γίνει καλύτερα κατανοητὴ και ἡ παροῦσα φάση στὴν ὁποία αὐτὴ βρίσκεται καὶ νὰ ἐξαχθοῦν στὴ συνέχεια κάποια συμπεράσματα.
 
Πανορθόδοξα Συνέδρια καὶ Διασκέψεις.
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, μετὰ τὴν ματαίωση τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου, ποὺ εἶχε προγραμματιστεῖ γιὰ τὸ 1925, λόγω μὴ ἐπαρκοῦς χρόνου προετοιμασίας, ἀπεφάσισε τήν σύγκληση Ὀρθοδόξου «Προσυνόδου» στὸ ἅγιον  Ὅρος τὸ 1932, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ προετοιμάσει τὴν μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἐκρίθη ἀναγκαῖο νὰ συγκληθεῖ προηγουμένως Προπαρασκευαστικὴ Διορθόδοξος Ἐπιτροπή, προκειμένου νὰ προετοιμάσει τὴν θεματολογία, μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀσχοληθεῖ ἡ «Προσύνοδος». Πράγματι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ συνεκλήθη τὸ 1930 στὴν Ἱερὰ Μονὴ Βατοπεδίου Ἁγίου Ὅρους, μὲ πρωτοβουλία τοῦ μακαριστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Φωτίου τοῦ Β΄ καὶ κατήρτισε ἕνα κατάλογο 17 θεμάτων, γιὰ τὴν μέλλουσα νὰ συνέλθη «Προσύνοδο». Ὡστόσο τελικὰ οὔτε Προσύνοδος, οὔτε Οἰκουμενικὴ Σύνοδος πραγματοποιήθηκαν, διότι ὁρισμένες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ὡς ἐμπερίστατες καὶ ὡς εὑρισκόμενες κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ Κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος, ἐζήτησαν τὴν ἀναβολήν των.
Μὲ τὴν ἴδια προοπτικὴ συνεκλήθη ἀργότερα, τὸ 1936, στὴν Ἀθήνα, τὸ Α΄ Πανορθόδοξο Θεολογικὸ Συνέδριο, οἱ ἐργασίες τοῦ ὁποίου εἶχαν ὡς ἐπίκεντρο τὸ ζήτημα τῆς συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου. Μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνεκλήθη ἐπὶ τοῦ Μασόνου[4]  Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου τοῦ Α΄, τὸ 1961, στὴ Ρόδο, ἡ Α΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε, μεταξὺ ἄλλων, τὴν προπαρασκευὴ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, καί κατήρτισε νέο εὐρύτερο κατάλογο θεμάτων, διηρημένο στὰ ἀκόλουθα ὀκτὼ γενικὰ κεφάλαια: 1) Πίστις καὶ Δόγμα, 2) Θεία Λατρεία, 3) Διοίκησις καὶ ἐκκλησιαστικὴ εὐταξία, 4) Σχέσις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀλλήλας, 5) Σχέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, 6) Ἡ Ὀρθοδοξία ἐν τῷ κόσμῳ, 7) Θεολογικὰ θέματα, 8) Κοινωνικὰ προβλήματα. Στὴ Διάσκεψη αὐτὴ ἐπιδιώχθηκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ παραμερισθοῦν οἱ μέχρι τότε δικαιολογημένες ἐπιφυλάξεις καὶ ἡ δυσπιστία τῶν  ἄλλων Ἐκκλησιῶν, (λόγῳ τῆς δράσεως τῆς Οὐνίας), ἀπέναντι στὴ Ρώμη, καὶ νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ σύμφωνη γνώμη των γιὰ τὴν προώθηση τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τὸν Παπισμό καὶ ἐτέθησαν οἱ βασικοὶ ὅροι καὶ προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἔναρξη θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς.
Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινήθηκαν καὶ οἱ δύο ἑπόμενες Πανορθόδοξες Διασκέψεις, ποὺ πραγματοποιήθηκαν ἐπίσης στὴ Ρόδο, τὸ 1963 καὶ τὸ 1964, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Παπισμός, κατὰ τὶς ἐργασίες τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου (1963-1965), ἐγκαινίαζε μὲ τὸ περίφημο  «Διάταγμα περὶ Οἰκουμενισμοῦ», τὸ γνωστὸ  “Unitatis Redintegratio”, νέα ἐκκλησιαστικὴ πολιτικὴ ἀπέναντι στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες.
Στὶς παρὰ πάνω Διασκέψεις, οἱ ὁποῖες διεξήχθησαν μέσα στὸ κλίμα καὶ στὴν ἀτμόσφαιρα τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ἐπισημάνθηκε ἡ ἀναγκαιότητα τῆς προωθήσεως καὶ ἐν τέλει πραγματοποιήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἐκφράσει σὲ οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ δώσει τὴ δική της μαρτυρία στὰ σύγχρονα παγκόσμια προβλήματα καὶ στὶς σχέσεις της μὲ τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο. Ἐπὶ πλέον ἐπανεξετάσθηκε τὸ θέμα τῶν σχέσεων μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ ἐπαναδιατυπώθηκε ἡ σταθερὴ καὶ ἀταλάντευτη πρόθεση τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν νὰ προωθήσουν «διάλογο ἐπὶ ἴσοις ὅροις». Εἰδικότερα ἡ Β΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, (1963), ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς, ἢ μή, Ὀρθοδόξων παρατηρητῶν στὴν Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ, ἐνῶ ἡ Γ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη (1964) ἀπεφάσισε ὅτι «... πρὸς καρποφόρον ἔναρξιν ἑνὸς πραγματικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς  δεούσης προπαρασκευῆς καὶ τῆς δημιουργίας τῶν καταλλήλων συνθηκῶν».[5]
Τὸ 1968 συνεκλήθη, στὸ ἐν Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης Ὀρθόδοξο Πατριαρχικὸ Κέντρο, ἡ Δ΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψη, ἡ ὁποία ἐργάσθηκε συστηματικότερα καὶ μεθοδικότερα τόσο πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅσο καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς προωθήσεως τῶν διαχριστιανικῶν σχέσεων καὶ διαλόγων. Προχώρησε μάλιστα στὴ συγκρότηση Γραμματείας ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, στὴ συγκρότηση Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικῆς Επιτροπῆς γιὰ τὴν προετοιμασία τῶν θεμάτων, ποὺ θὰ συζητηθοῦν στὴ μέλλουσα νὰ συνέλθει Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, ὅπως ἐπίσης καὶ στὴ συγκρότηση Διορθοδόξων Ἐπιτροπῶν, γιὰ τὴν προετοιμασία τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων μὲ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες. (Συνεχίζεται)


[1]Ὁ Οἰκ. Πατριάρχης Μελέτιος ὁ Δ΄, σύμφωνα μὲ 25σελιδη νεκρολογία του Μασόνου φίλου του Ἀλέξανδρου Ζερβουδάκη: «παρακολουθοῦσε τὶς   ἐργασίες καὶ τὴ δράση τοῦ Τεκτονισμοῦ παντοῦ ὅπου βρέθηκε στὴν πολυτάραχη ζωή του, καὶ οἱ περιστάσεις καὶ τὸ περιβάλλον του το ἐπέτρεπαν [……..].  Ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ σὰν τὸν αδελφὸ Μελέτιο  δέχθηκαν τὸν Τεκτονισμὸ καὶ τὸν ἔκαναν βίωμά των. Καὶ ὑπῆρξε πραγματικὴ ἀπώλεια ὅτι τόσο γρήγορα ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὸν  Μ.Α.Τ.Σ. στὴν Αἰωνία Ἀνατολή, πρὶν ὁλοκληρώσῃ τὰ ἔργα μὲ τὰ ὁποῖα ἐστεφάνωσε τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸν  κόσμο μας». [ΑΛΕΞ. ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗΣ, «Μελέτιος Μεταξάκης», (στήλη «Διάσημοι Τέκτονες»), ἐν  «Τεκτονικὸν Δελτίον», Ὄργανον τῆς Μεγάλης Στοᾶς τῆς Ἑλλάδος, ἔτος 17ον, ἀριθμ. 7, Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 1967, σελ.  49-50].
[2]Βλ. ἄρθρο τοῦ πρωτοπρ. π. Θεοδώρου Ζήση, ομοτ. Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. μὲ θέμα: «Μεταλλαγμένη καὶ ἀλλοιωμένη ἡ Ἁγία και Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», δημοσιευθὲν στὸν Ὀρθόδοξο Τύπο (10.3.2015).
[3]Πρακτικὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10 Μαΐου - 8 Ἰουνίου 1923), Εἰσαγωγή -  Ἐπιμέλεια  Ἀρχ. Εὐδόκιμος Καρακουλάκης,  Ἐκδ. Ἑπτάλοφος,  Ἀθήνα 2015, σελ. XVI I.
[4]Ἀναφορὰ στὴ μασονική του ἰδιότητα ἔχουμε στὸ «Τεκτονικό Δελτίο», 1972 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), τ. 104, σ. 232 κἑ., ὅπου οἱ Μασόνοι ἀναφέρονται  στὸ  τεκτονικὸ «μνημόσυνο», ποὺ τέλεσαν μόλις τέσσερις μῆνες μετὰ τὴν κοίμησή του, στὶς 12.10.1972, στὴν Ἀθηναϊκὴ Μασονικὴ Στοὰ «Αρμονία»! Ἐπίσης τὸ μασονικὸ περιοδικὸ «Ἰλισσός», ἕνα ἔτος ἀργότερα, τὸν χαρακτήρισε «μεγάλο ὁραματιστὴ τῆς ἑνώσεως τῶν Χριστιανῶν», (Ἰλισσός, 1973, τ. 97, σ. 41), τὸ δὲ μασονικὸ περιοδικὸ  «Πυθαγόρας», τέσσερα ἔτη ἀργότερα, τον χαρακτήρισε ὡς «μέγα», (Πυθαγόρας 1977, τ. 5, σ. 5).
[5]Βλ. Θ. Σταυρίδου, Θ.Η.Ε., τομ. 9, σελ. 814.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

... συνέχεια των προηγουμένων άρθρων "το πρώτο θηρίο της αποκάλυψης", "το δεύτερο και τρίτο θηρίο της αποκάλυψης", και "εξήγηση του αριθμού του θηρίου της αποκαλύψεως".
***

Του αυτού εξήγησις εις το δέκατον έβδομον κεφάλαιον της αυτής Αποκαλύψεως του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού.
Το πρώτον θηρίον καθιστορεί ο άγιος Ιωάννης, πρώτον μεν εις το δέκατον τρίτον κεφάλαιον επτακέφαλον μόνον και δεκάκερον, έπειτα δε εις το παρόν ιζ’: κεφάλαιον περιγράφει αυτό κόκκινον.
Κείμενον.
4 Καὶ ἡ γυνὴ ἦν περιβεβλημένη πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ κεχρυσωμένη χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίταις, ἔχουσα ποτήριον χρυσοῦν ἐν τῇ χειρὶ αὐτῆς, γέμον βδελυγμάτων, καὶ τὰ ἀκάθαρτα τῆς πορνείας τῆς γῆς,
Εξήγησις.
Ωσάν οπού η θηριώδης Μωαμεθική θρησκείαν και βασιλεία, πρώτα μεν προ του να πάρη την Κω/πολιν, ήτον επτακέφαλος μόνον, ήτοι επτά Σουλτάνους κατά διαδοχήν απέκτησεν, ως και εν τω ιγ’ κεφαλαίω προείρηται, τον Οθωμάνην, τον Ορχάνην, τον Αμουράτην, τον Μπαγιαζίτην, τον Χαλεπηνόν, και πάλιν τον Αμουράτην, και τον Μεχμέτην· έπειτα δε δι’ αυτού του Μεχμέτη επήρε την επτάλοφον πόλιν, και εκάθισεν επ’ αυτήν ως βασίλισσα η πόρνη η μεγάλη, και έστησεν αυτή τον θρόνον της βασιλείας της, και εφόρεσε κατά διαδοχήν του Βασιλέως την πορφύραν, και κόκκινον, και τα λοιπά χρυσά και πολύτιμα βασιλικά στολίσματα· και επειδή αυτή η Μωαμεθική βασιλεία έγινεν υπέρπλουτος, και απ’ έξω μεν αστράπτει από τα ειρημένα χρυσά στολίδια, από μέσα δε, ήτοι κατά τον έσω άνθρωπον και κατά την διαγωγήν της, είναι γεμάτη από σοδομίας, πορνίας, και από κάθε άλλην βδεληράν ακαθαρσίαν· δια τούτο και περιγράφεται παρά τω αγίω, γυνή έχουσα χρυσούν ποτήριον εν τη χειρί αυτής, γέμον βδελυγμάτων και ακαθαρσιών αυτής·  και αυτή η Μωαμεθική θρησκεία και βασιλεία έκαμε την Κων/πολιν ως μητέρα των ακαθαρσιών, δαιμονίων κατοικητήριον, και φυλακήν παντός πνεύματος ακαθάρτου, την οποίαν Κων/πολιν Βαβυλώνα μεγάλην ονομάζει ο άγιος, δια τον εν αυτή κατοικήσαντα ασεβή βασιλέα των Αγαρηνών, ως άλλον Ναβουχοδονόσορα χρηματίσαντα αιχμαλωτιστήν του νέου ισραηλίτικου λαού· και εις το τέλος του παρόντος κεφαλαίου σαφέστερον εμφαίνει αυτήν ως βασιλεύουσαν, λέγων ούτω, πόλιν έχουσαν βασιλείαν επί των βασιλέων της γης.

Τα δέκα κέρατα του θηρίου είναι οι δέκα βασιλείς του Παπισμού, και της λοιπής Λουθηρικής δυσσεβείας και κακοδόξου αιρέσεως, ήγουν ο Σφέτζος, ο Πραντεπούργος, ο …, ο …, ο Σπανιόλος, ο Ολλανδέζος, ο Λέχος, ο Νέμτζας, ο Βενετζάνος, και ως βασιλεύς ο Πάππας, οίτινες ούπω βασιλείαν έλαβον, λέγει η Αποκάλυψις, επειδή εις τον καιρόν του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου δεν ήσαν ακόμη βασιλείς αυτοί οι νυν δέκα βασιλείς, ωσάν οπού ώριζεν αυτούς τους τόπους ο Αυτοκράτωρ βασιλεύς της Ρώμης, του οποίου η βασιλεία ήτον μία και αδιαίρετος, η οποία βασιλεία βασιλεύσαντος του αγίου Κωνσταντίνου διηρέθη μετά καιρόν εις πολλά βασίλεια, εις τα οποία έγιναν αυτοί οι ειρημένοι δέκα βασιλείς. Αυτοί λοιπόν είναι οι εχθροί και φθονεροί της ορθοδόξου πίστεως, ως ετερόδοξοι, και δεν αγαπούν την αύξησιν της των ορθοδόξων Ξανθών βασιλείας, και διαιρούνται υπ’ αλλήλων ως τα κέρατα, ειρήνης ούσης μεταξύ της Οθωμανικής και Ρωσσικής βασιλείας, και πάλιν ενούνται αλλήλοις, μάχης εν αυταίς ταις δυσί βασιλείαις γενομένης, και ίνα με το Μωαμεθικόν και βλάσφημον θηρίον γίνονται· αν και μη όλοι φαίνονται τοιούτοι κατά τα κινήματά τους, όμως όλοι κατά την προαίρεσίν τους και κλίσιν της καρδίας των είναι εχθροί της των ορθοδόξων βασιλείας, και ως αιρετικοί οπού είναι και βλάσφημοι εις την ευσέβειαν, δια τούτο και ως κέρατα εκ της βλασφήμου κεφαλής του θηρίου εξέφησαν, και νομίζουσιν ότι αν κοπή η κεφαλή του θηρίου υπό των Ξανθών, ήτοι αν χαθή η Κων/πολις η των Αγαρηνών βασιλεία, θέλει συγκοπή και η δόξα και το κέρδος της βασιλείας αυτών, και δια τούτο μερικοί από αυτούς πρόθυμοι είναι να συμμαχίσωσι τω Μωαμεθικώ θηρίω κατά των Ξανθών, ως εκείνου κέρατα.
Κείμενον.
12 Καὶ τὰ δέκα κέρατα ἃ εἶδες δέκα βασιλεῖς εἰσιν, οἵτινες βασιλείαν οὔπω ἔλαβον, ἀλλ᾿ ἐξουσίαν ὡς βασιλεῖς μίαν ὥραν λαμβάνουσι μετὰ τοῦ θηρίου.
Εξήγησις.
Ήγουν εις ολίγους χρόνους, διότι χίλια έτη, ως ημέρα η εχθές παρά τω Θεώ είναι· λοιπόν και οι τοσούτοι χρόνοι, εις όσους ήθελαν βασιλεύση οι δέκα βασιλείς, έχοντες πρέσβεις εις την βασιλεύουσαν παρά τω βασιλεί των Αγαρηνών, εν όσω αυτός βασιλεύει εις αυτήν, ως μία ώρα παρά των Θεώ λέγεται. Μετά την παντελή κατάλυσιν της Οθωμανικής τυρρανίδος, πάλιν αυτοί υπό μίαν βασιλείαν έσονται· τούτο και ο σοφώτατος Λέων ο βασιλεύς εις τον χρησμόν του υπαινίττεται λέγων «τοις ίχνεσί σου προσπεσόντων των πέλας».
Κείμενον.
13 Οὗτοι μίαν γνώμην ἔχουσι, καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ διδόασιν.
Εξήγησις.
Αυτοί οι ειρημένοι βασιλείς μίαν γνώμην και θέλησιν έχουσι, να βασιλεύση εις την Κων/πολιν ο των Αγαρηνών βασιλεύς, δια να έχωσι την πραγματείαν αυτών και τα κέρδη, και θέλουν φανή βοηθοί και σύμμαχοι εις το Μωαμεθικόν θηρίον, δηλαδή εις τον Τούρκον, όταν ήθελε κινήσει πόλεμον κατά των Ξανθών, διαδίδοντες και κινούντες την στρατιωτικήν αυτών δύναμιν και βασιλικήν εξουσίαν κατά των Ξανθών. Όμως το αρνίον θέλει νικήσει αυτούς, λέγει ο άγιος, δηλαδή η ευσεβής και χριστιανική βασιλεία.
Κείμενον.
14 Οὗτοι μετὰ τοῦ ἀρνίου πολεμήσουσι, καὶ τὸ ἀρνίον νικήσει αὐτούς.
Εξήγησις.
Αν και μη όλοι οι ειρημένοι βασιλείς, αλλά μερικοί από αυτούς θέλουν πολεμήσει κατά τους αρνίου, συμμαχούντες τω Μωαμεθικώ θηρίω· όμως όλοι λέγονται ότι θέλουν πολεμήσει κατά της ορθοδόξου βασιλείας των Ξανθών, δια την κατ’ αυτής μίαν εχθρικήν προαίρεσιν, και συγκοινωνίαν και σύμπνοιαν οπού έχουσιν ως ετερόδοξοι κατά της ορθοδόξου πίστεως. Όμως και όλοι αν συγκινηθώσι κατά των Ξανθών, πάλιν θέλουν νικηθή υπό του αρνίου, ότι Κύριος Κυρίω εσίν ο δεσπότης Χριστός, και Βασιλεύς των βασιλέων· και ας μην παραξενεύεται κανείς, διότι λέγω πως οι πολεμούντες κατά της ευσεβούς βασιλείας των Ξανθών, και επομένως κατά πάντων των ορθοδόξων χριστιανών, πολεμούσι κατά του αρνίου, ήτοι κατά του δεσπότου Χριστού, διότι και όταν ο Παύλος κατέτρεχε του Χριστιανούς, και εδίωκε την εκκλησίαν του Θεού, δεν είπεν ο δεσπότης Χριστός όταν εφάνη καθ’ οδόν εις αυτόν, δια τι, Παύλε, διώκεις του Χριστιανούς; Αλλ’ είπεν ούτω «Σαούλ Σαούλ, τι με διώκεις;» και πάλιν «εγώ ειμί Ιησούς ον συ διώκεις». Περί τούτων των εναντίων βασιλέων και ο Αγαθάγγελος εις την Αποκάλυψίν του λέγει ούτω «τοις νομίζουσιν αντιστήναι, έσται ολοφυρμός και κεφαλαλγία».
Κείμενον.
16 Καὶ τὰ δέκα κέρατα ἃ εἶδες καὶ τὸ θηρίον, οὗτοι μισήσουσι τὴν πόρνην καὶ ἠρημωμένην ποιήσουσιν αὐτὴν καὶ γυμνήν, καὶ τὰς σάρκας αὐτῆς φάγονται, καὶ αὐτὴν κατακαύσουσιν ἐν πυρί.
Εξήγησις.
Και αυτοί οι ειρημένοι δέκα βασιλείς οι συμμαχούντες τω Μωαμεθικώ θηρίω, αφ’ ου ιδούν τέλος πάντων ότι δεν ημπορούν να κατορθώσουν τίποτε με την συμμαχίαν τους, και ότι το Μωαμεθικόν θηρίον δεν προχωρεί, αλλά νικώμενον αφανίζεται, και πτωχεύει από τας σάρκας του πλούτου του, από τον οποίον πλούτον δίδει εις αυτούς τους βασιλείς, και τρώγουσι δια την συμμαχίαν και ελπιζομένην δι αυτούς νίκην κατά των Ξανθών, τότε θέλουν μισήσει την Μωαμεθικήν βασιλείαν, την καλούμενην πόρνην, και θέλουν την αφήσει γυμνήν και έρημον πάσης βοηθείας και συμμαχίας, αφ’ ου καταφάγωσι τας σάρκας της, ήγουν τον πλούτον της, και θέλουν αφεθή από την κατά των Ξανθών εναντιότητα ως αδιάφοροι, εις το να κατακαυθή υπό των πυροβόλων οργάνων της των Ξανθών βασιλείας.
Κείμενον.
17 Ὁ γὰρ Θεὸς ἔδωκεν εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν ποιῆσαι τὴν γνώμην αὐτοῦ, καὶ ποιῆσαι μίαν γνώμην καὶ δοῦναι τὴν βασιλείαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ, ἄχρι τελεσθῶσιν οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ.
Εξήγησις.
Έως ότου να έλθη εκείνος ο διωρισμένος καιρός να λάβωσι τέλος και έκβασιν τα λόγια του Θεού, όπου λέγει δια του αγίου αινιγματωδώς, ότι μέλλει να εξολοθρευθή η Μωαμεθική βασιλεία, άφησεν ο Θεός αυτούς τους ειρημένους βασιλείς να κινούνται κατά των Ξανθών, και να δίδωσι την δύναμιν και εξουσίας δια στρατευμάτων της βασιλείας των Αγαρηνών, και κινούμενοι τοιούτης λογής, να κάμνωσι την γνώμην και σκοπόν του Θεού. Και καθώς ο Βαλαάμ ανοίγοντας το στόμα του, αντί να καταρασθή τον ισραηλίτικον λαόν, τον ευλογούσεν άκων, ούτω και αυτοί οι βασιλείς, παρακινούντες τον Τούρκον εις πόλεμον κατά των Ξανθών, αντί να βλάψωσιν αυτούς με τα εναντία τους κινήματα, τους ωφελούσι, και ούτω μη θέλοντες ποιούσι την γνώμην του Θεού, οπού θέλει να αυξήση η των ορθοδόξων Ξανθών βασιλεία, και να αφανισθή η των Αγαρηνών βασιλεία, δια να ελευθερωθή το γένος των Χριστιανών από της δουλείας και τυρρανίδος των Αγαρηνών ήτοι Οθωμανών.
ΠΗΓΗ: Έκδοσις Επισκόπου Μεσσηνίας Γρηγορίου Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, Καλαμάτα, Σκήτη Παναγουλάκη, 1974, σ.σ. 35-44.