Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Φώτιος Μιχαήλ: Μας κλέβουν την ζωή κι εμείς κοιμόμαστε

 



Φώτιος Μιχαήλ: Μας κλέβουν την ζωή κι εμείς κοιμόμαστε
ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ
Του Φώτη Μιχαήλ
Κυριακή: Ημέρα του Κυρίου.  
Κυριακή: Ημέρα ανάπαυσης και  αγιασμού.
Και όμως, 1700 χρόνια μετά την καθιέρωση της Κυριακής, ως ημέρας αργίας (επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, αρχές 4ου αιώνα) και χωρίς να προηγηθεί ανάλογη λαϊκή απαίτηση, αποφασίζεται από την Πολιτεία η πλήρης κατάργησή της!  

Για εμάς τους Ορθοδόξους Έλληνες, η κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας δεν είναι θέμα οικονομικό ή πολιτικό, όπως θέλουνε να το παρουσιάσουν. Είναι θέμα κυρίως Πνευματικό. Είναι ζήτημα, που σχετίζεται με την διασφάλιση της Πολιτισμικής μας Ταυτότητας και με τον σεβασμό στα Ιερά και τα Όσια του Γένους μας.
Ο μεγάλος Εθναπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που έδωσε το αίμα του για να σώσει την αργία της Κυριακής από τις ορέξεις των Οβραίων, σε μια από τις Διδαχές του, τονίζει: ''Εκείνο το κέρδος οπού γίνεται την Κυριακήν είναι αφωρισμένο και κατηραμένο, και βάνετε φωτιά και κατάρα εις το σπίτι σας και όχι ευλογίαν''.

Οι πολιτικοί μας άρχοντες μπορεί να επικαλούνται επ' αυτού πολλές και διάφορες δικαιολογίες. Για εμάς, όμως, η κατάλυση της απ' αιώνων καθιερωμένης Κυριακάτικης αργίας συνιστά  ύβρη βαρύτατη, διότι περιφρονεί ανενδοίαστα την ίδια την Ιστορία μας και πάνω απ' όλα την Ιερή Ορθόδοξη παρακαταθήκη μας.
Στην υπερχιλιόχρονη ιστορική διαδρομή της Ρωμηοσύνης, οι αγορές των προγόνων μας κατά τις Κυριακές ήτανε πάντοτε κλειστές.
Την αργία της Κυριακής δεν την ακούμπησαν ούτε οι Τούρκοι στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς ούτε οι Γερμανοί του '41 ούτε οι Ιταλιάνοι  και οι Βούλγαροι. Την καταργούν, όμως, σήμερα ''δικοί'' μας άνθρωποι και μάλιστα εκλεγμένοι από τα ίδια μας τα χέρια!
Στην περίπτωσή μας δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: Ή ότι εμείς τρελαθήκαμε εντελώς και δεν ξέρουμε προς τα πού πάμε και τι κάνουμε ή ότι οι εχθροί μας, με την δική μας δυστυχώς συγκατάθεση, βάλθηκαν να αφανίσουν  από προσώπου γης κάθε τι, που θυμίζει Ελληνοπρέπεια και Ορθοδοξία.  

Επιτέλους, ποιοι είναι αυτοί που ωφελούνται τόσο πολύ από την λειτουργία της αγοράς ασταμάτητα 365 ημέρες τον χρόνο;
Μήπως είναι οι ήδη εξουθενωμένοι καταστηματάρχες;
Τα λειτουργικά τους έξοδα, με εβδομάδα έξι ημερών μέχρι τώρα, τους έχουνε γονατίσει προ πολλού. Από 'δω και μπρος, με εβδομάδα εφτά ημερών, πόσο ακόμα θα αντέξουνε;
Μήπως είναι τα εκατομμύρια των ανέργων και οι αμέτρητοι ανασφάλιστοι;
Αυτοί έχουνε ξεχάσει τις πόρτες των μαγαζιών εδώ και καιρό. Τι να την κάνουνε και την Κυριακή;
Μήπως είναι οι συνταξιούχοι των 300-600 ευρώ;
Η ανημποριά των άνεργων παιδιών τους, κυριολεκτικά τους έχει στραγγίσει. Τι να απομείνει για να ξοδέψουνε και τις Κυριακές;
Μήπως είναι οι οικογενειακές επιχειρήσεις, οι σύζυγοι και τα παιδιά των καταστηματαρχών;
Αυτοί κι αν δεν είναι, που όχι μονάχα δεν ωφελούνται από το μέτρο, αλλά και έχουνε πάθει την μεγαλύτερη ζημιά: Τα εξαντλητικά ωράρια δοκιμάζουν πολύ σκληρά την συζυγία τους και τα παιδιά τους καταδικάζονται να ζούνε χωρίς γονείς εφτά ημέρες την εβδομάδα!

Για την απόφαση, την οπισθοδρομική και μισάνθρωπη, να καταργηθεί η Κυριακάτικη αργία, δεν θα τα βάλλουμε αποκλειστικά και μόνον με τους κυβερνήτες μας ούτε και με την λεγόμενη ακαδημαϊκή, καλλιτεχνική και οικονομική ελίτ της πολύπαθης Πατρίδας μας. Και δεν θα τα βάλλουμε μαζί τους, όχι γιατί είναι άμοιροι ευθυνών, αλλά διότι το ήθος, η ηθική και τα πιστεύω των περισσοτέρων δεν μας αφήνουν περιθώρια να ελπίζουμε, από την πλευρά τους, για κάτι καλύτερο.
Η ευθύνη, για την απόφαση αυτή, βαρύνει πρωτίστως εμάς τους ίδιους, οι οποίοι και άρχοντες αντίχριστους εκλέγουμε και τις αντίχριστες και ανθελληνικές τους αποφάσεις τις αντιμετωπίζουμε νωχελικά, με φρόνημα  δουλικό και διάθεση καθαρά μοιρολατρική.
Επειδή, όμως, η αργία της Κυριακής συνιστά θέσπισμα πνευματικής τάξεως, πάνω και πέρα από την προσωπική ευθύνη ενός εκάστου, προβάλλει υπερέχουσα η βαριά  ευθύνη των ανθρώπων της Εκκλησίας. Ανθρώπων, οι οποίοι τάχθηκαν οικειοθελώς να φυλάνε ανύσταχτα την ακεραιότητα της Πίστεως και να προστατεύουν σύμπασα την πνευματική μας κληρονομιά από κάθε επίβουλο.

Η κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας είναι κατ' εξοχήν θέμα Πίστεως. Και σε θέματα Πίστεως, οι προσδοκίες και οι ελπίδες μας στα πρόσωπα των Επισκόπων και των Μητροπολιτών είναι οι μοναδικές που μας απέμειναν.
Πάντως, μέχρι στιγμής, επί του θέματος, οι περισσότεροι άμβωνες παραμένουν βωβοί. Γι' αυτό και αναρωτιόμαστε: 
Μέχρι πότε θα εξακολουθούν να υπάρχουν Μητροπολίτες, οι οποίοι θα ανέχονται ή ακόμα και θα επικροτούν, με την σιωπή τους, αποφάσεις σαν κι αυτή, που θίγουν  τον Πολιτισμό μας και προσβάλλουν βάναυσα την Πίστη μας;

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Οι χαρακτηρισμοί του Τιμίου Προδρόμου στον Παρακλητικό κανόνα του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.

          

ceb1cf81cf87ceb5ceafcebf-cebbceaecf88ceb7cf822
Στο υμνογραφικό έργο του Αγίου  Μαξίμου του Γραικού συμπεριλαμβάνεται και ο Παρακλητικός Κανόνας στον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Ο Άγιος Μάξιμος συνέθεσε τον κανόνα αυτόν κατά την μοναχική του άθληση στην  Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου (1506-1516) και από τότε ψάλλεται ανελιπώς .Εκδόθηκε πρώτα από τον επίσκοπο Αργυρουπόλεως Σεραφείμ Βυζάντιο το 1863,χωρίς να αναφέρεται το όνομα του ποιητή,αλλά φαινόταν ότι τον κανόνα δημιοούργησε ο ίδιος ο επίσκοπος.Στην πραγματικότητα ο ανωτέρω επίσκοπος επέφερε τέτοιες τροποποιήσεις ώστε να είναι εμαφανέστατη η αλλοίωση του κανόνα.Επίσης το 1925 ο ιερέας Γεώργιος Α.Βουτέρης εξέδωσε στην Αθήνα το:”Παράκλησις και ΚΔ οίκοι εις τον θείον Βαπτιστήν και Πρόδρομον Ιωάννην¨” με την ένδειξη ότι ” συνετάχθη υπό τινος ευσεβούς και εδιωρθώθη υπό του επισκόπου Αργυρουπόλεως Σεραφείμ”.
Το 1938 ο Στυλιανός Ρηγόπουλος επανεξέδωσε τον παραπάνω κανόνα στο βιβλίο” Θησαυρός Αγίων¨.
Το 1989 το Ιερό Ησυχαστήριο Τιμίου Προδρόμου Ακριτοχωρίου Σιδηροκάστρου εξέδωσε το:”Χαιρετισμοί και Παρακλητικός Κανόνας εις τον Πρόδρομον του Χριστού και Βαπτιστήν Ιωάννην” ,που είναι ουσιαστικά μιά επανέκδοση του κειμένου του Στυλ.Ρηγόπουλου .
Ο δικηγόρος και ιστορικός ερευνητής Κ.Τσιλιγιάννης στηριγμένος στον κώδικα 1016 της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου δημοσίευσε αποκατεστημένο τον παρακλητικό κανόνα το 1991 στο περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς» τεύχος 737,σελ.265-298.
Στο ΠΡΟΔΡΟΜΑΡΙΟ, που εξέδωσε η Καλύβη του Τιμίου Προδρόμου της Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννας (Άγιο Όρος )σημειώνονται τα εξής για τον κανόνα που εξέδωσε ο κ,Τσιλιγιάννης
«Αποτελεί την μέχρι τούδε ορθοτέραν και πληρεστέραν έκδοσιν του κανόνος, πλήν όμως φιλοξενεί και μερικά αβλεπτήματα, αφενός μεν λόγω ημαρτημένης αναγνώσεως του εις αρίστην κατάστασιν Βατοπαιδινού χειρογράφου υπ΄αριθμ.1016 του 18ου αι.και αφ΄ετέρου λόγω περιορισμού της εκδόσεως αποκλειστικώς και μόνον στο χειρόγραφον  τούτον, το οποίον εξέλαβεν ως το αρχαιότερον εκ των περιεχόντων τον εν λόγω Παρακλητικό κανόνα.
Εις την παρούσαν έκδοσιν είχαμε υπ΄όψιν τους Αγιορειτικούς Κώδικες.
Α.Διονυσίου 735 του 17ου αιώνα.
Β.Ζωγράφου 346.20 του 17ου αιώνα
Γ.Σκήτης Αγίας Άννης 132 του 17ου αιώνα  και 252 του 18ου αιώνα
Δ.Μεγίστης Λαύρας 2032-65 του 18ου αιώνα
Ε.Βατοπαιδίου 1016 του 18ου αιώνα
Και την έκδοση του Κυρίου Τσιλιογιάννη.»(σελ.22 )
Οι χαρακτηρισμοί και η κοσμητική φρασεολογία που αναφέρονται  στον Τίμιο Πρόδρομο στην συνέχεια είναι από τον Παρακλητικό Κανόνα του Αγίου Μαξίμου, όπως δημοσιεύτηκε στο Προδρομάριο της Αγιορείτικης Σκήτης της Αγίας Άννας. Είναι δε μέρος  σχετικής εργασίας μας .Σε επόμενο άρθρο θα παρουσιάσουμε αναλυτικό  θεολογικό σχολιασμό των χαρακτηρισμών αυτών.
 01_01_06
Χαρακτηρισμοί  του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
1.Ο  του  Κυρίου μεγαλώνυμος κήρυξ
2.Των  Αποστόλων η κρηπὶς
3.Ο Προφήτης και Πρόδρομος Χριστού
4.Ο τον ειρηνάρχην βαπτίσας Κύριον
5.Ευσπλαχνίας το πέλαγος
6.Ο ανυποστόλως κηρύξας άπασι
7.Ο πληρώσας  την υφήλιον τω κηρύγματί σου φωτός του αδύτου.
8.Ο κηρύξας αιωνίαν λύτρωσιν και την ειρήνην την πάντα νούν υπερέχουσα.
9.Ο τον Σωτήρα βαπτίσαι φανείς επάξιος.
10.Ο Προστάτης  της ζωής
11.Θερμός πρέσβυς εν περιστάσεσιν.
12.Ο διαλύων νέφος πειρασμών και πάσα νόσον και πειρασμόν ελαύνοντα
13.Ιωάννης  μεγαλώνυμος  και Παμάκαρ
14.Κοινός μεσίτης προς τον Θεόν
15.Πρεσβεία θερμή ,προστάτης θερμός και μέγας αντιλήπτωρ.
16.Θησαυρός  σωτηρίας και γαλήνιος  όρμος.
17.Εν κινδύνοις ταχύς  προστάτης  τοις καλούσι
18.Ο ικετεύων τον αρχηγόν της σωτηρίας
19.Ο εν ροαίς Ιορδάνου των πάντων Θεόν βαπτίσας
20.Λύχνος   φαεσφόρος
21.Των Προφητών σεβασμιότερος
22.Προστάτης της ζωής ακοίμητος.
23.Ο διαλύων νέφος πειρασμών
24.Αντιλήπτωρ των χριστιανών ο στερρότατος
25.Παρακλήτωρ των αμαρτωλών ο θερμότατος
26.Μύστης του Χριστού
27.Ο του Ζαχαρίου θείος βλαστός και της Ελισάβετ η παγκόσμια χαρμονή
28.Η Φωνή του Λόγου
29.Ο Λύχνος του Ηλίου
30.Ο Καθηγητής της μετανοίας
31.Ο αντιλήπτωρ και φρουρός των μοναζόντων
32.Υπέρτερος Αγίων και Θεόπτης Προφήτης
33.Φίλος Χριστού και κήρυξ
35.Μάρτυς,άγγελος,ασκητής,μύστης Θεολόγος
36.Ο Μείζων των προφητών κριθείς
37.Της ερήμου μέγας καθηγητής .
38.Λύχνος φαεσφόρος-Λύχνος του ηλίου φαεινότατος
39.Λύχνος του ηλίου,εωσφόρος φωταγωγός
40.Στείρας ο πανάγιος βλαστός –Ο τα στειρωτικά δεσμά διαλύσας
41.Βλάστημα τερπνόν της ερήμου
42.Η χελιδών η τερπνή ,η αηδών η εύλαλος ,η περιστερά η χρυσή
43.Ο μαρτυρηθείς  παρά του Σωτήρος μείζων εν γεννητοίς.
44.Ο διαλύσας την πατρικήν αφωνίαν και εις ευφωνίαν μετατρεψάμενος.
45.Ο πάσι τον σωτήριον νόμον προκηρύξας και ο αξιωθείς τον ένα Θεόν Λόγον χειρί κρατήσαι και βαπτίσαι.
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com 

Θεραπεία των παθών


     


3. Θεραπεία των παθών

Έχοντας συνειδητοποιήσει την μεγάλη καταστροφή που προξενούν σε όλη την ύπαρξη τα πάθη, πρέπει να προχωρήσουμε στο θέμα της θεραπείας. Αυτό είναι το βασικό σημείο του παρόντος κεφαλαίου και θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή. Γιατί πολλοί από μας γνωρίζουμε ότι είμαστε ασθενείς, έχουμε την αίσθηση της πνευματικής ασθενείας, αλλ’ αγνοούμε παντελώς ή εν μέρει τον τρόπο θεραπείας. Νομίζω ότι η Ορθοδοξία, η οποία είναι θεραπευτική επιστήμη, πρέπει να αναπτύσση τέτοια θέματα που είναι πολύ σύγχρονα. Έχουμε την βεβαιότητα ότι ένα από τα μηνύματα που πρέπει να προσφέρη η Ορθόδοξη Εκκλησία στον σύγχρονο παραπαίοντα κόσμο είναι το μήνυμα της ασθενείας και συγχρόνως της θεραπείας. Με αυτά θα ασχοληθούμε στα επόμενα.

Κατ’ αρχάς πρέπει να κάνουμε μερικές διευκρινήσεις. Η μια ότι η θεραπεία των παθών είναι κυρίως η μεταμόρφωση των παθών, όπως προηγουμένως περιγράψαμε. Αφού τα απαθή πάθη, τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη, έχουν διαστραφή, είναι επόμενο, δεχόμενοι την θεραπευτική αγωγή, να τα μεταστρέψουμε. Αυτό είναι κυρίως η θεραπεία των παθών. Ο αββάς Ποιμήν ανέφερε στον αββά Ισαάκ «ημείς ουκ εδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι» (είναι)[73]. Το παθοκτόνοι πρέπει να το εννοήσουμε με την έννοια ότι μεταστρέφουμε τα πάθη. Μια άλλη παρατήρηση είναι ότι οι Πατέρες στα έργα τους παρουσιάζουν πολλή θεραπευτική αγωγή. Διαβάζοντας κανείς τα κεφάλαια περί αγάπης του αγίου Μαξίμου θα δη ότι υπάρχει πολύ θεραπευτικό υλικό. Πρέπει να ομολογήσω ότι όταν
θέλησα να διαβάσω το έργο αυτό νόμιζα ότι θα εύρισκα μερικούς κανόνες για την αγάπη και περιγραφή της αξίας της αγάπης. Αλλά αμέσως παρατήρησα ότι δίδει περισσότερη προσοχή ο άγιος Μάξιμος στο θέμα των λογισμών, των παθών και της θεραπείας των παθών. Δίδει μεγάλη βαρύτητα στην θεραπεία του ανθρώπου, γιατί η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο είναι «έκγονος απαθείας». Μια καρδιά που κυριαρχείται από πάθη είναι αδύνατον να αγαπά. Επίσης μια άλλη παρατήρηση είναι ότι οι άγιοι Πατέρες, ομιλούντες για την θεραπεία του ανθρώπου, εκθέτουν τις βασικές αρχές. Δηλαδή έχουν υπ’ όψη τους τον καθολικό άνθρωπο και δίδουν διάφορες συνταγές ή τρόπους θεραπείας. Εμείς στην συνέχεια θα τα αναφέρουμε αυτά, αλλά υπογραμμίζουμε ότι ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται την δική του θεραπευτική μέθοδο. Αυτήν την μέθοδο την δίδει ο διακριτικός και πεπειραμένος θεραπευτής σ’ αυτόν που προέρχεται να ρωτήση με ταπείνωση, υπακοή και διάθεση θεραπείας. Επομένως στο σημείο αυτό θα παρατεθούν οι γενικοί κανόνες θεραπευτικής αγωγής. Ο κάθε άνθρωπος την δική του θεραπεία πρέπει να εξασκήση κάτω από πνευματική καθοδήγηση συγχρόνων «ζωντανών οργανισμών».

Η θεραπεία των ασθενειών της ψυχής μας, που είναι τα πάθη, είναι αναγκαία και απαραίτητη. Ήδη αυτό το είδαμε στα προηγούμενα. Εντοπίσαμε την παραμορφωτική κατάσταση που δημιουργούν τα πάθη μέσα μας. Σ’ αυτό αναφέρονται πολλά χωρία της Αγίας Γραφής.

Ο Απόστολος Παύλος στους Κολοσσαείς δίδει την εξής παραγγελία: «νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρεία... νυνί δε απόθεσθε και υμείς τα πάντα, οργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αισχρολογίαν εκ του στόματος υμών∙ μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν» (Κολ. γ’, 5-10).

Κατά τον άγιο Μάξιμο, ο Απόστολος ονόμασε εδώ γη το φρόνημα της σαρκός. Πορνεία την κατ’ ενέργειαν αμαρτία. Μια συγκατάθεση που πραγματοποιείται και γίνεται αμαρτία λέγεται κατ’ ενέργειαν αμαρτία. Ακαθαρσία είναι η συγκατάθεση. Πάθος ονόμασε τον εμπαθή λογισμό. Κακή επιθυμία ονόμασε ο Απόστολος «την ψιλήν του λογισμού και επιθυμίας παραδοχήν». Πλεονεξία δε «την γεννητικήν τε και αυξητικήν του πάθους ωνόμασε ύλην». Αυτά που είναι μέλη του φρονήματος της σαρκός πρέπει να νεκρωθούν[74]. Όταν αυτά νεκρωθούν, και θα δούμε πιο κάτω με ποιο τρόπο, και μεταμορφωθούν, δηλαδή προσφερθούν στον Θεό, τότε αποβάλλεται ο παλαιός άνθρωπος με τις πράξεις και τις επιθυμίες και ενδύεται ο νέος άνθρωπος, που γίνεται κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού, δηλαδή γίνεται πρόσωπο.

Σε άλλη επιστολή ο πνευματέμφορος Απόστολος δίδει τις ίδιες παραγγελίες: «πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία ή πλεονεξία μηδέ ονομαζέσθω εν υμίν, καθώς πρέπει αγίοις, και αισχρότης και μωρολογία ή ευτραπελία, τα ουκ ανήκοντα, αλλά μάλλον ευχαριστία» (Εφεσ. ε’, 3-5).

Και σε άλλη επιστολή γράφει: «μη γινώμεθα κενόδοξοι, αλλήλους προκαλούμενοι, αλλήλοις φθονούντες» (Γαλ. ε’, 26).

Όλα αυτά δείχνουν την αναγκαιότητα της θεραπείας. Οι Χριστιανοί, ως κατοικητήρια του Παναγίου Τριαδικού Θεού, δεν πρέπει να είναι ακάθαρτοι, ή μάλλον για να γίνουν ναός του Αγίου Πνεύματος και να κατοική μέσα ο Θεός πρέπει προηγουμένως να καθαρθούν πνευματικά και αφού γίνουν ναός του Αγίου Πνεύματος πρέπει να τον διατηρούν καθαρό.

Αυτό άλλωστε δείχνει και τον σκοπό της θεραπείας. Δεν αγωνιζόμαστε απλώς να γίνουμε καλοί άνθρωποι, προσαρμοσμένοι στην κοινωνία. Δηλαδή ο σκοπός της θεραπευτικής αγωγής δεν είναι να κάνη τους ανθρώπους κοινωνικούς και να ικανοποιήση μια ανθρωποκεντρική αγωγή, αλλά να τους οδηγήση στην κοινωνία με τον Θεό και αυτή η θέα του Θεού να μη γίνη φωτιά που θα τους κατακαύση, αλλά φως που θα τους φωτίση. Οι Πατέρες γνωρίζουν σαφώς τον σκοπό αυτό της θεραπευτικής αγωγής, αλλά γνωρίζουν ακόμη και τον σκοπό που τοποθετούν διάφοροι άνθρωποι. Ο άγιος Μάξιμος λέγει ότι άλλοι από τους ανθρώπους απομακρύνονται από τα πάθη «δια φόβον ανθρώπινον», άλλοι δια την εγκράτειαν, και άλλοι ελευθερώνονται από τα πάθη «δια θείων κριμάτων»[75]. Ακόμη ο αββάς Δωρόθεος εντοπίζει το θέμα στο ότι δεν πρέπει να θέλη κανείς την απαλλαγή του πάθους, «ως θέλοντα φυγείν την θλίψιν αυτού, αλλά ακριβώς μισούντα αυτό, ως λέγει «τέλειον μίσος εμίσουν αυτούς»[76]. Οι άγιοι γνωρίζουν ότι μερικοί θέλουν να απαλλαγούν από τα πάθη γιατί αυτά προξενούν πολύ πόνο. Αλλά αυτό δεν είναι ο αληθινός σκοπός της ορθόδοξης θεραπευτικής αγωγής. Βασικός σκοπός είναι να φθάσουμε στην κοινωνία με τον Θεό. Βέβαια γνωρίζουμε καλά ότι υπάρχουν μέσα στην Εκκλησία διάφορες πνευματικές ηλικίες και καταστάσεις. Μερικοί, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, τηρούν τον λόγο του Θεού από τον φόβο της Κολάσεως, άλλοι για να κερδίσουν τον Παράδεισο και άλλοι το κάνουν από αγάπη προς τον Χριστό. Οι πρώτοι είναι δούλοι, οι δεύτεροι μισθωτοί και οι τρίτοι είναι παιδιά του Θεού. Δεχόμαστε αυτές τις πνευματικές ηλικίες, αλλά τονίζουμε ότι αγωνιζόμαστε να φθάσουμε στην τρίτη κατηγορία. Απαιτείται μια συνεχής θεραπεία και του σκοπού της αγωγής.

Είναι ανάγκη να τονισθή ότι η θεραπεία των παθών δεν είναι έργο μόνον του ανθρώπου ή μόνον του Θεού. Πρέπει να συνεργήσουν και οι δυο. Δηλαδή και ο Θεός και ο άνθρωπος. Αυτή είναι η συνέργεια Θεού και ανθρώπου. Τα πάντα μέσα στην Εκκλησία μας είναι Θεανθρώπινα. Κατ’ αρχάς πρέπει να δοθή η Χάρη του Χριστού. Η κάθαρση του ανθρώπου, που είναι θεραπεία, γίνεται με την ενέργεια του Χριστού, η οποία προσφέρεται με όλη την πνευματική ζωή την οποία ζη ο Χριστιανός μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο Απόστολος Παύλος συχνά στις επιστολές τονίζει αυτήν την πραγματικότητα. Ο άνθρωπος που ζη εν σαρκί έχει μέσα του την ενέργεια των παθών. Όταν όμως δεχθή την Χάρη του Χριστού, τότε ελευθερώνεται από τον παλαιό αυτό κόσμο, τον κόσμο της αμαρτίας. «Ότε γαρ ήμεν εν τη σαρκί, τα παθήματα των αμαρτιών τα δια του νόμου ενηργείτο εν τοις μέλεσιν ημών εις το καρποφορήσαι τω θανάτω∙ νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ώστε δουλεύειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος» (Ρωμ. ζ’, 5-6).

Μόνον οι άνθρωποι του Χριστού, οι ζώντες εν Χριστώ, απαλλάσσονται από την σάρκα και την επιθυμία της σαρκός, που συνιστούν τον κόσμο της αμαρτίας: «οι δε του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις. Ει ζώμεν πνεύματι, πνεύματι και στοιχώμεν» (Γαλ. ε’, 24-25). Όταν ο άνθρωπος περιπατή εν πνεύματι, δηλαδή όταν έχη την Χάρη του Τριαδικού Θεού, τότε θεραπεύεται εσωτερικά: «λέγω δε, πνεύματι περιπατείτε και επιθυμίαν σαρκός ου μη τελέσητε... ει δε Πνεύματι άγεσθε, ουκ εστέ υπό νόμον» (Γαλ. ε’, 16-18). Και ξέρουμε καλά ότι έργα της σαρκός είναι όλα τα πάθη, όπως σημειώσαμε προηγουμένως (βλ. Γαλ. ε’, 19-21).

Το να πολεμήσουμε με τα πάθη και την αμαρτία, το «αντιπαλαίσαι, το αντιμαχεσθήναι, δείραι, δαρήναι» είναι δικό μας έργο, αλλά το «εκριζώσαι» τα πάθη, ουσιαστικά το να μεταμορφώσουμε τα πάθη, είναι έργο του Θεού. Όπως δεν μπορεί ο άνθρωπος να δη χωρίς τον οφθαλμό και να μιλήση χωρίς την γλώσσα ή να ακούση χωρίς τα αυτιά ή να περιπατήση χωρίς πόδια ή να εργασθή χωρίς χέρια, έτσι δεν μπορεί «άνευ Ιησού σωθήναι ή εισελθείν εις βασιλείαν ουρανών»[77]. «Το μεν γαρ αντιλέγειν τη αμαρτία δύναται η ψυχή, άνευ δε Θεού νικήσαι ή εκριζώσαι το κακόν ου δύναται»[78].

Η αίσθηση της αγάπης του Θεού, που είναι κοινωνία με την Χάρη του Θεού, και η αγάπη η δική μας προς τον Θεό, που είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος, είναι εκείνα που μεταμορφώνουν και θεραπεύουν τα πάθη. Το να νεκρώσουμε το παθητικό της ψυχής δεν σημαίνει το να το κλείσουμε «αργόν και ακίνητον εν εαυτοίς», δηλαδή να μη διαπράττουμε την αμαρτία, αλλά να το μεταθέσουμε από την σχέση του προς την πονηρία «εις την προς Θεόν αγάπην»[79]. Αλλά αυτή η μετάθεση προς την αγάπη του Θεού δεν γίνεται χωρίς την βίωση της αγάπης. Πάντως όταν ο άνθρωπος φλέγεται από την αγάπη προς τον Θεό, που είναι θεία έμπνευση, τότε μεταμορφώνεται όλος ο εσωτερικός κόσμος, πυρούται από την θεία Χάρη και αγιάζεται. «Η του Θεού αγάπη κρατήσασα, λύει αυτόν (δηλ. τον νουν) των δεσμών, καταφρονείν πείθουσα ου μόνον των αισθητών πραγμάτων, αλλά και αυτής ημών της προσκαίρου ζωής»[80]. Με αυτά φαίνεται ότι η θεραπεία των παθών επιτυγχάνεται, όταν ενεργή η θεία Χάρη, η αγάπη του Θεού. Αυτή η θεία Χάρη προσφέρεται δια των αγίων Μυστηρίων. Ιδίως θέλουμε να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι η θεία Ευχαριστία και η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού βοηθά αποτελεσματικά τον άνθρωπο στην προσπάθεια να καθαρίση την ψυχή του. Η θεία Κοινωνία είναι φάρμακο αθανασίας.

Αλλά πέρα από την δύναμη του Χριστού, που παίζει σπουδαιότατο ρόλο, πρέπει να συνεργήση και η ανθρώπινη θέληση. Αν δεν γίνη αυτό, τότε ο άνθρωπος είναι σχεδόν αδύνατον να νικήση τα πάθη, ουσιαστικά να νικήση τους δαίμονας, αφού «ο νικήσας τα πάθη, τιτρώσκει δαίμονας»[81], και «οίου πάθους περιγένηταί τις, τούτου και τον δαίμονα απελαύνει»[82]. Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να δούμε αυτήν την συνέργεια της ανθρωπίνης θελήσεως.

Χρειάζεται πρωτίστως η αυτογνωσία. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε την κατάστασή μας την πνευματική. Η άγνοια της ασθενείας μας καθιστά αιωνίως αθεραπεύτους. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει: «εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν» (Α’ Ιω. α’, 8).

Ο Πέτρος ο Δαμασκηνός περιγράφοντας τις οκτώ πνευματικές θεωρίες, από τις οποίες οι πρώτες επτά είναι αυτού του αιώνος, ενώ η ογδόη του μέλλοντος αιώνος, ως Δευτέρα γνώση θεωρεί «την γνώσιν των ημετέρων πταισμάτων και των του Θεού ευεργεσιών»[83]. Δηλαδή η αυτογνωσία, η γνώση των αμαρτιών μας και των παθών μας είναι θεωρία του Θεού.

Επειδή συμπλέκεται η υπερηφάνεια με την ανδρεία, γι’ αυτό «έργον ημίν έστω αένναον, μηδέ ψιλή εννοία λογίζεσθαι ημάς το οιονούν κεκτήσθαι αγαθόν», δηλαδή πρέπει συνεχώς να αποφεύγουμε και τον πιο μικρό λογισμό ότι αποκτήσαμε το αγαθό[84]. Οι Πατέρες γνωρίζουν, από την μεγάλη πνευματική πείρα που διαθέτουν, ότι τα «τεκμήρια» των παθών, δηλαδή τα σημάδια των παθών, δεν είναι εύκολο να διαγνώσουμε ακριβώς, επειδή είμαστε άρρωστοι και έχουν ενωθή με την φύση μας. Γι’ αυτό συνιστούν να ζητούμε επιμελώς την εύρεση των παθών. «Ζήτει και των παθών απαύστως τα τεκμήρια, και τότε πολλά τούτων ευρήσεις ενόντα σοι»[85]. Είναι αναγκαίο σε όλα τα πάθη και σε όλες τις αρετές, κυρίως όμως στα πάθη, να εξετάσουμε, «εαυτούς συζητούντες», «που τυγχάνομεν∙ εν αρχή, ή εν μεσότητι, ή εν τέλει»[86]. Είναι απαραίτητο να γίνεται αυτό γιατί η πνευματική ζωή είναι μια διαρκής πορεία και η θεραπεία είναι ατέλεστη. Διαρκώς καθαριζόμαστε για να φθάσουμε στην κοινωνία με τον Θεό. Ακόμη είναι απαραίτητο, γιατί η στασιμότητα και η αυτάρκεια ελλοχεύουν διαρκώς στην πορεία μας την πνευματική.

Ακόμη η αυτογνωσία είναι απαραίτητη γιατί στον άνθρωπο υπάρχουν τρεις καταστάσεις∙ «έστιν ο ενεργών το πάθος και έστιν ο ιστών αυτό και έστιν ο εκριζών αυτό»[87]. Δηλαδή δεν φθάνει με διάφορα θεραπευτικά μέσα να σταματήσουμε το πάθος να ενεργή, αλλά πρέπει να το μεταμορφώσουμε σε αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Για να γίνεται καλή αυτογνωσία χρειάζεται ησυχία εξωτερική. Πρέπει να σταματήσουμε την κατ’ ενέργειαν αμαρτία. Όσο λειτουργούν σαρκικά οι αισθήσεις είναι αδύνατη η αυτογνωσία. «Χρη ουν τηρείν τον νουν επί των πραγμάτων και γνώναι προς ποίον έχει το πάθος»[88].

Η αυτογνωσία των παθών μας συνδέεται στενώτατα με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Άλλωστε ο πρώτος βαθμός μετανοίας είναι η γνώση των αμαρτιών μας, η αίσθηση των ασθενειών της ψυχής και εξωτερίκευση της μετανοίας είναι η εξομολόγηση του πταίσματος. Ο λόγος εδώ είναι για την ιερά εξομολόγηση.

Βέβαια πρέπει να παρατηρηθή ότι στα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων υπάρχουν δύο είδη εξομολογήσεως. Πρώτον είναι η νοερά εξομολόγηση που κάνουμε προσευχόμενοι προς τον Θεό και δεύτερον η εξομολόγηση που κάνουμε στον πνευματικό ιατρό, που είναι και θεραπευτής μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, μιλώντας για την κατάνυξη και οριοθετώντας την έννοιά της, λέγει ότι κατάνυξη είναι «αένναος συνειδότος βασανισμός, δια νοεράς εξαγορεύσεως την ανάψυξιν του πυρός της καρδίας πραγματευόμενος»[89]. Η νοερά εξομολόγηση δημιουργεί κατάνυξη και η κατάνυξη παρηγορεί την καρδιά του ανθρώπου. Πέρα από αυτά, η εξομολόγηση είναι μετάνοια ακράτητη και ολοκληρώνεται μέσα στην ατμόσφαιρα της μετανοίας. Είναι το πένθος της καρδιάς, που δημιουργεί «λήθη φύσεως». Εξομολόγησίς εστι, λήθη φύσεως∙ είπερ επελάθετό τις εκ τούτου του φαγείν τον άρτον αυτού»[90]. Πρέπει, κατά τον άγιο Διάδοχο τον Φωτικής, να προσφέρουμε σύντονη και αδιάλειπτη εξομολόγηση στον Δεσπότη Χριστό και για τα ακούσια αμαρτήματα και να μη σταματήσουμε, έως ότου «πληροφορηθή η συνείδησις ημών εν δακρύω αγάπης περί της τούτων αφέσεως»[91]. Πέρα από αυτό ο άγιος προτρέπει να προσέχουμε πολύ μήπως η συνείδησή μας «ψεύσηται εαυτήν υπονοήσασα αρκούντως εξομολογήσασθαι τω Θεώ»[92]. Το γράφει αυτό γιατί, προσευχόμενοι στον Θεό και εξολογούμενοι τις αμαρτίες μας, πολλές φορές πράττουμε πλημμελώς αυτό το έργο και έτσι ζούμε σε μια αυτάρκεια, ότι εξομολογηθήκαμε τις αμαρτίες μας. Αυτό είναι ψευδαίσθηση του εαυτού μας. Χρειάζεται, επομένως, διαρκώς να είμαστε εν ετοιμότητι, γιατί εάν δεν εξομολογούμαστε πρεπόντως, τότε θα μας καταλάβη «δειλία άδηλος εν τω καιρώ της εξόδου ημών»[93].

Η εξομολόγηση στον Θεό δια της προσευχής δεν καταργεί την εξομολόγηση των αμαρτιών μας στον πνευματικό πατέρα, ούτε η εξομολόγηση στον πνευματικό θεραπευτή αναιρεί την εξομολόγηση δια της προσευχής. Είναι απαραίτητο να είναι συνδεδεμένοι και οι δύο τύποι εξομολογήσεως. Πάντως μετά την εξομολόγηση δια της προσευχής χρειάζεται και η προσέλευση σε πνευματικό. Σ’ αυτούς έχει δώσει ο Θεός το δικαίωμα της αφέσεως των αμαρτιών: «λάβετε Πνεύμα Άγιον∙ αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. κ’, 22-23). Από το χωρίο αυτό φαίνεται καθαρά «όσης τους ιερείς τιμής η του Πνεύματος ηξίωσε χάρις»[94]. Οι ιερείς, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ζώντες στην γη, «τα εν ουρανοίς διοικείν επετράπησαν», αφού «άπερ αν εργάσωνται κάτω οι ιερείς, ταύτα ο Θεός άνω κυροί και την των δούλων γνώμην ο Δεσπότης βεβαιοί»[95]. Γι’ αυτό χρειάζεται να καταφεύγουμε για την θεραπεία μας στους πνευματικούς ιατρούς. «Προ πάντων εξομολογησώμεθα τω καλώ ημών δικαστή και μόνω». Ακόμη κι αν ο καλός δικαστής μας παραγγέλη να εξομολογηθούμε μπροστά σε όλους πρέπει να το  κάνουμε γιατί η βασική αρχή είναι ότι τραύματα που αναγγέλλονται θεραπεύονται. «Μώλωπες γαρ θριαμβευόμενοι, ου προκόψουσιν επί το χείρον, αλλ’ ιαθήσονται»[96]. Βέβαια για να επιτευχθή η θεραπεία είναι απαραίτητος ο καλός ιατρός. Όλοι οι πνευματικού μπορούν να τελέσουν το Μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, αλλά δεν μπορούν όλοι να θεραπεύσουν, επειδή δεν έχουν την πνευματική ιερωσύνη, όπως έχουμε αναπτύξει σε άλλο κεφάλαιο.

Αν «η των σωματικών νοσημάτων διάγνωσις» είναι σφαλερά και σε ολίγους «εύγνωστος», πολύ περισσότερο αυτό συμβαίνει με τις πνευματικές ασθένειες. «Σφαλερωτέρα και πολλώ μάλλον ή εκείνη, η των ψυχικών». Άλλωστε τα πάθη της ψυχής είναι «δυσκατανόητα»[97]. Όταν ένας ιερεύς προβάλη αδυναμία θεραπείας, τότε πρέπει να καταφεύγουμε σε άλλον, γιατί «χωρίς ιατρού σπάνιοι οι θεραπευόμενοι»[98].

Η αξία της εξομολογήσεως έχει επισημανθή και από πολλούς συγχρόνους ψυχιάτρους. Είναι πολύ βασικό ο άνθρωπος να ανοίγεται, να μη κλείνεται στον εαυτό του. Στην εκκλησιαστική γλώσσα λέμε ότι, όταν ο άνθρωπος ξέρη να ανοίγεται στον Θεό, δια του πνευματικού, μπορεί να αποφύγη πολλά ψυχικά νοσήματα και αυτήν ακόμη την τρέλλα. Αισθανόμαστε την αξία της εξομολογήσεως στην πράξη. Δηλαδή μια υπάρχουσα αμαρτία μας κουράζει και σωματικά. Βιώνουμε την αδυναμία ακόμη και του σώματος. Όταν αποφασίζουμε να εξομολογηθούμε, τότε αρχίζει το στάδιο της θεραπείας. Γαλήνη κατακλύζει την ψυχή και το σώμα. Αλλά βέβαια χρειάζεται να κάνουμε σωστή εξομολόγηση.

Επειδή ο διάβολος γνωρίζει την αξία της εξομολογήσεως, γι’ αυτό κάνει τα πάντα να μας πείση ή να μη εξομολογούμαστε ή να κάνουμε αυτό το έργο σαν να διέπραξε τις αμαρτίες κάποιος άλλος ή να επιρρίπτουμε σε άλλους την ευθύνη[99]. Απαιτείται όμως ανδρεία πνευματική για να αποκαλύψη ο άνθρωπος το τραύμα του στον πνευματικό ιατρό. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης παραγγέλλει: «Γύμνου, γύμνου σον μώλωπα τω ιατρώ». Και μαζί με την αποκάλυψη της ασθενείας να αναλαμβάνη όλη την ενοχή επάνω του, λέγοντας ταπεινά: «εμόν το τραύμα, Πάτερ, εμή η πληγή∙ εξ οικείας ραθυμίας, και ουκ εξ ετέρου προσγινομένη∙ ουδείς ταύτης αίτιος∙ ουκ άνθρωπος, ου πνεύμα, ου σώμα, ου τι έτερον, αλλ’ η εμή αμέλεια»[100]. Δεν πρέπει να αισχύνεται ή μάλλον πρέπει να υπερνικήση την αισχύνη εκ της αμαρτίας και της γυμνώσεώς της. Την ώρα της αποκαλύψεως στον πνευματικό των εσωτερικών πληγών πρέπει να μοιάζη στην συμπεριφορά, στην όψη και στον λογισμό με τον κατάδικο. Και μάλιστα συνιστά ο άγιος Ιωάννης «ει δυνατόν και τους του ιατρού και κριτού πόδας ως του Χριστού δάκρυσι βρέχων»[101]. Ο ίδιος άγιος βεβαιοί ότι είδε εξομολογουμένους που έδειξαν τέτοια ταπεινή διάθεση και εξομολογήθηκαν με όψη δακρυσμένη και κραυγές απελπισμένες και ικεσίες, και έτσι μαλάκωσαν την αυστηρότητα του δικαστού και μετέτρεψαν «τον θυμόν αυτού εις ευσπλαγχνίαν»[102].

Είναι φυσικό να αισθάνεται κανείς αισχύνη, όταν πρόκειται να εξομολογηθή το τραύμα του, αλλά πρέπει να το υπερνικήση. «Μη κρύπτε σην αισχύνην»[103]. Αμέσως μετά την εξαγόρευση, την φανέρωση, έρχεται γαλήνη εσωτερική. Διασώζεται πληροφορία ότι κάποιος μοναχός σπουδαίος, κυριευμένος από λογισμό βλασφημίας, έλυωσε την σάρκα του με νηστείες και αγρυπνίες και όμως δεν αισθανόταν καμμιά ωφέλεια. Όταν αποφάσισε να εξαγορεύση τον λογισμό αυτόν στον πνευματικό ιατρό, γράφοντάς τον σε χαρτί, τότε αμέσως θεραπεύθηκε. Και διαβεβαίωνε ο ίδιος, «ως ου πρώην της κέλλης εξεληλύθει του Γέροντος, πριν ή το πάθος γέγονεν άφαντον»[104]. Αυτό φανερώνει και την αλήθεια ότι η εξομολόγηση δεν είναι μια ανθρώπινη προσπάθεια, αλλά ενεργείται με την δύναμη του Θεού. Η ψυχή θεραπεύεται από την θεία Χάρη. Ούτε η νηστεία ούτε η αγρυπνία ωφελούν πολύ αν δεν συνδυασθούν με την εξαγόρευση.

Συνήθως οι πνευματικοί ιατροί δέχονται τις επιθέσεις των εξομολογουμένων, όταν οι τελευταίοι δεν εξομολογούνται με ταπείνωση και αυτογνωσία. Με την ιερά εξομολόγηση γίνεται εγχείρηση πνευματική και γι’ αυτό αντιδρά ο ασθενής. Αλλά η παραγγελία των Πατέρων είναι σαφής. «Μη τραχυνθής κατά του ακουσίως σε χειρουργήσαντος, αλλά προς την εκκενωθείσαν αηδίαν αποβλεψάμενος, ταλάνισον μεν σεαυτόν, μακάρισον δε το αίτιόν σοι ταύτης γενόμενον της ωφελείας, οικονομία Θεού»[105]. Η εξαγόρευση εξάγει όλη την αηδία της ψυχής και αυτό πρέπει να μας κινή αφ’ ενός μεν σε ταλανισμό του εαυτού μας, αφ’ ετέρου δε σε ευγνωμοσύνη προς τον πνευματικό ιατρό. Πάντως όποιος αποκρούει τον έλεγχο φανερώνει την ύπαρξη του πάθους, ενώ όποιος δέχεται τον έλεγχο «του δεσμού λέλυται»[106].

Είναι πάλι ανάγκη να τονίσουμε ότι η μετάνοια, συνδυασμένη με την ιερά εξομολόγηση, θεραπεύει την πληγή του ανθρώπου. Η μετάνοια, που είναι έμπνευση του Παρακλήτου, κατακαίει την καρδιά και εκεί που υπάρχει το πένθος θεραπεύονται όλες οι πληγές. Ο άνθρωπος σ’ αυτήν την κατάσταση αποκτά τον μεγάλο θησαυρό της παρθενίας. Ο Νικήτας ο Στηθάτος παραγγέλλει: «μη είπης εν τη καρδία σου, της παρθενίας την αγνείαν αδύνατόν μοι του λοιπού επικτήσασθαι, φθορά και μανία του σώματος ποικίλως υποπεσόντι». Έστω κι αν ο άνθρωπος έχασε την παρθενία του, μπορεί να την αποκτήση εκ νέου με τα δάκρυα του δευτέρου βαπτίσματος, που είναι η μετάνοια. Γι’ αυτό συνεχίζει ο ίδιος άγιος Πατήρ: «ένθα γαρ πόνοι μετανοίας εν κακοπαθεία και θέρμη καταβληθώσι ψυχής και δακρύων εκ κατανύξεως ποταμοί ρεύσουσιν, εκείθεν πάντα τα οχυρώματα κατασύρεται και πυρκαϊά πάσα παθών κατασβέννυται και τελείται η άνωθεν αναγέννησις δι’ επιδημίας του Παρακλήτου και πάλιν αγνείας και παρθενίας παλάτιον η ψυχή γίνεται»[107].

Η αναγέννηση του ανθρώπου δεν μπορεί να επιτευχθή, αν δεν υποταγή σε πνευματικούς πατέρας, που θα τον θεραπεύσουν εν Χριστώ: «Το μη υποταγήναι Πατρί Πνευματικώ», κατά μίμηση του Χριστού που έκανε υποταγή μέχρι θανάτου και σταυρού στον Πατέρα Του, ισοδυναμεί με «το μη γεννηθήναι άνωθεν»[108]. Διότι αυτή η γέννηση «εξ υποταγής πατέρων πνευματικών γίνεσθαι πέφυκεν»[109].

Αλλά πολλές φορές τα ελεεινά πάθη της ψυχής δεν θεραπεύονται αμέσως μετά την εξομολόγηση. Χρειάζεται αγώνας πολύς και μεγάλη άσκηση προκειμένου η ψυχή να ελευθερωθή από τα πάθη της. Ουσιαστικά η συγχώρηση των αμαρτιών δεν είναι μια τυπική εξομολόγηση, που κάνουμε ίσως κάτω από μεγάλες ψυχολογικές πιέσεις, αλλά είναι η ελευθερία εκ των παθών. Εκείνος που δεν ελευθερώθηκε από τα πάθη με την Χάρη του Χριστού, «συγχωρήσεως ούπω έτυχε»[110]. Όπως ένας άρρωστος που πάσχει από μακροχρόνια σωματική νόσο δεν μπορεί να αποκτήση υγεία «εν μια καιρού ροπή»,  «ούτως ουκ έστιν εξαίφνης παθών, ή πάθους περιγενέσθαι»[111]. Χρειάζεται χρόνος και μάλιστα άσκηση, γιατί τα «εμπράκτως τελούμενα πάθη, εμπράκτως και θεραπεύονται»[112]. Γι’ αυτό «στένωσις και εγκράτεια, πόνοι και αγώνες πνευματικοί» προσφέρουν την απάθεια[113].

Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε πως θεραπεύονται το τριμερές της ψυχής, τα σωματικά και ψυχικά πάθη, ποια προηγούνται και ποια ακολουθούν. Εδώ θα περιγράψουμε τους γενικούς τρόπους θεραπείας της ψυχής.

Έχουμε σε άλλη παράγραφο υπογραμμίσει ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, χωρίζοντας την ψυχή σε τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμικό και του επιθυμητικό, γράφει ότι με την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό νοσεί κάθε δύναμη της ψυχής, αλλά και ολόκληρη η ψυχή του ανθρώπου. Χρειάζεται λοιπόν θεραπεία. Η θεραπεία έγκειται στην πτωχεία την πνευματική την οποία μακάρισε ο Κύριος. «Πτωχεύσωμεν ουν και ημείς το πνεύμα ταπεινωθέντες και την σάρκα κακοπαθήσαντες και τον βίον ακτημονήσαντες», για να γίνουμε κληρονόμοι της επουρανίου Βασιλείας[114]. Το λογιστικό, όπου μαίνονται τα πάθη της φιλοδοξίας, θα το θεραπεύσουμε με την ταπείνωση. Το επιθυμητικό, όπου μαίνονται τα πάθη της φιλοκτημοσύνης και της φιλαργυρίας, θα το θεραπεύσουμε με την ακτημοσύνη και το θυμικό, που μαίνονται τα πάθη της σαρκός, θα το θεραπεύσουμε με την άσκηση και την εγκράτεια. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Γρηγόριος στους τρόπους θεραπείας των παθών της φιλοδοξίας συμπεριλαμβάνει την αναχώρηση και την νοερά ησυχία. «Συνεργεί δε προς την τούτων ίασιν διαφερόντως και η αναχώρησις και το κατά μόνας πολιτεύεσθαι και τη κέλλη παραμένειν»[115]. Και τα πάθη της σαρκός «ουδέν έτερον ιάται ή κακοπάθεια σώματος και προσευχή εκ τεταπεινωμένης καρδίας ενεργουμένη, ο εστιν η εν πνεύματι πτωχεία»[116].

Η βίωση της τριπλής πτωχείας γεννά το κατά Θεόν πένθος που συνδέεται με την προσήκουσα παράκληση. Το πένθος γεννά τα δάκρυα. Η αξία του πένθους για την κάθαρση του νοός του ανθρώπου είναι πολύ μεγάλη. Η σωματική πτωχεία συντρίβει την καρδιά. «Συντρίβει δε καρδίαν η τριμερής εγκράτεια ύπνου και τροφής και σωματικής ανέσεως. Απαλλαγείσα δε ψυχή, δια της συντριβής ταύτης, κακίας και πικρίας, αντιλαμβάνει πάντως την πνευματικήν θυμηδίαν»[117]. Η αυτομεμψία, που παίζει μεγάλο ρόλο στην πνευματική ζωή του ανθρώπου, γεννιέται από αυτήν την ταπείνωση και το σωματικό πένθος.

Η υλική πτωχεία που εκφράζεται με την ακτημοσύνη, η οποία είναι συνημμένη με την πτωχία του πνεύματος, καθαρίζει τον νου. Όταν ο νους, κατά τον άγιο Γρηγόριο, ελευθερωθή από τα αισθητά και ανέλθη επάνω από τον κατακλυσμό της τύρβης των γηΐνων και στραφή στον εαυτό του, τότε βλέπει «το προσγεγενημένον ειδεχθές προσωπείον εκ της κάτω περιπλανήσεως» και σπεύδει δια του πένθους να το αποπλύνη[118]. Έτσι επιτυγχάνει την κάθαρση του νοός και απολαμβάνει την ειρήνη των λογισμών. Όταν ο νους γεύεται της  χρηστότητος του Παναγίου Πνεύματος, τότε «άρχεται η χάρις, ώσπερ επιζωγραφείν εις το κατ’ εικόνα το καθ’ ομοίωσιν»[119]. Τότε ο άνθρωπος γίνεται πρόσωπο, αφού η βίωση του καθ’ ομοίωσιν μας καθιστά πρόσωπα. το πένθος στην αρχή είναι οδυνηρό, γιατί συνδέεται με τον φόβο του Θεού, αλλά έχει μεγάλη ωφέλεια. Όσο χρονίζει γεννιέται η αγάπη προς τον Θεό και ομοιώνεται ο άνθρωπος με αυτήν. Και όταν βιώση βαθέως το πένθος, τότε «την γλυκεράν και ιεράν παράκλησιν καρπούται της του Παρακλήτου χρηστότητος»[120]. Η αρχή του κατά Θεόν πένθους «οίόν τις είναι Θεού μνηστείας ζήτησις». Επειδή φαίνεται αδύνατη η μνηστεία με τον Θεό, γι’ αυτό οι ερασταί του Θεού κόπτονται και προσεύχονται. Το τέλος του πένθους είναι η τελεία ένωση της ψυχής με τον Θεό εν νυμφική αγνότητι, «νυμφική εν αγνεία συνάφεια τελεία»[121].

Επομένως, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η θεραπεία του τριμερούς της ψυχής επιτυγχάνεται με την τριμερή αντίστοιχη πτωχεία. Από την πτωχεία γεννιέται το πένθος, το οποίο ύστερα από πολλές εκφάνσεις οδηγεί τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Θεό. Το πένθος είναι καθάρσιο του νου και της καρδιάς.

Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός χωρίζει την ψυχή, όπως είδαμε προηγουμένως, σε τρεις δυνάμεις, στο λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό. Η θεραπεία και η ίαση του λογιστικού «η αδίστακτός εστι πίστις προς τον Θεόν και τα αληθινά και απλανή και ορθόδοξα δόγματα της ευσεβείας∙ η συνεχής μελέτη των λογίων του πνεύματος∙ η καθαρά προσευχή και αδιάλειπτος, και η προς Θεόν ευχαριστία». Του θυμικού μέρους της ψυχής η ίαση και η θεραπεία είναι «η φιλανθρωπία, η αγάπη, η πραότης, η φιλαδελφία, η συμπάθεια, η ανεξικακία, και η χρηστότης». Και του επιθυμητικού της ψυχής θεραπεία και ίαση είναι «η νηστεία, η εγκράτεια, η κακοπάθεια, η ακτημοσύνη, ο των χρημάτων προς πένητας σκορπισμός, η των μελλόντων εκείνων αθανάτων αγαθών έφεσις, η της βασιλείας του Θεού όρεξις και η της υιοθεσίας επιθυμία»[122].

Συνοπτική είναι η διατύπωση του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου «Τη Τριάδι τη αγία κατά των τριών δια των τριών οπλισώμεθα», δηλαδή με την συμμαχία της Αγίας Τριάδος να οπλισθούμε εναντίον των τριών, ήτοι φιληδονίας, φιλαργυρίας και φιλοδοξίας, δια των τριών, ήτοι εγκρατείας, αγάπης και ταπεινώσεως[123].

Έχουμε αναφέρει ότι το θυμικό και το επιθυμητικό οι Πατέρες το ονομάζουν παθητικό. Έτσι λοιπόν υπάρχει το λογιστικό και το παθητικό μέρος της ψυχής. Το λογιστικό το καθαρίζει η ανάγνωση και η προσευχή, το παθητικό η αγάπη και η εγκράτεια[124].Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής, όπως έχουμε παρατηρήσει, θεωρεί την λήθη, την άγνοια και την ραθυμία, ως τρεις μεγάλους γίγαντες των παθών. Προτρέπει ότι πρέπει να θεραπεύσουμε την λήθη «δια της αρίστης κατά Θεόν μνήμης», την ολέθρια άγνοια να εξαφανίσουμε «δια της πεφωτισμένης και ουρανίου γνώσεως», την δε ραθυμία να εκδιώξουμε «δια της παναρέτου και καλλίστης προθυμίας»[125].

Επίσης υπάρχει και η διαίρεση των ψυχικών και σωματικών παθών. Και αυτά τα πάθη θεραπεύονται με ανάλογες πνευματικές πράξεις. Τις σωματικές ορέξεις και τα σκιρτήματα της σαρκός σταματούν η εγκράτεια, η νηστεία και οι πνευματικοί αγώνες. Τις φλεγμονές της ψυχής και «τα οιδήματα της καρδίας καταψύχει των θείων γραφών η ανάγνωσις και ταπεινοί η αένναος προσευχή και ωδεί έλεον καθιλαρύνει αυτάς η κατάνυξις»[126].

Οι άγιοι Πατέρες στην θεραπευτική τους ασκητική παρουσιάζουν και την σειρά με την οποία πρέπει να πολεμούνται τα πάθη. Τα βασικά πάθη, κατά τον Νικήτα Στηθάτο, είναι η φιληδονία, η φιλαργυρία και η φιλοδοξία, που αντιστοιχούν στο τριμερές της ψυχής. Όπως τρία είναι τα γενικά πάθη έτσι τρεις είναι και οι τρόποι πολέμου αυτών. Ο εισαγωγικός, ο μέσος και ο τέλειος. «Ο προς τους αγώνας της ευσεβείας αποδυσάμενος και εισαγωγικός ων» αγωνίζεται  κατά του πνεύματος της φιληδονίας. Συντρίβει την σάρκα με την νηστεία, χαμευνία, αγρυπνία και νυκτερινές προσευχές, την δε ψυχή συντρίβει με την μνήμη των ποινών του άδου και με την μελέτη του θανάτου. Εκείνος που βρίσκεται στο μέσο των αγώνων, αφού δηλαδή καθαρίσθηκε από τα πάθη της φιληδονίας, «κατά του πνεύματος της απίστου φιλαργυρίας αίρει τα όπλα». Και «ο το μέσον δια θεωρίας και απαθείας περάσας» που εισήλθε στον γνόφο της θεολογίας πολεμά εναντίον του πνεύματος της φιλοδοξίας[127]. Επομένως πρώτα καταπολεμείται η φιληδονία, έπειτα η φιλαργυρία και τέλος η φιλοδοξία. Αυτή είναι η σειρά θεραπείας.

Μέχρι τώρα έχουμε απαριθμήσει τα θεραπευτικά μέσα που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να θεραπεύσουμε τις διάφορες δυνάμεις της ψυχής, δηλαδή το τριμερές της ψυχής, τα σωματικά και ψυχικά πάθη, τους τρεις μεγάλους γίγαντες των παθών κ.λ.π. Τώρα πρέπει να εξετάσουμε γενικούς θεραπευτικούς τρόπους που είναι κατάλληλοι για όλα τα πάθη.

Πρώτα – πρώτα δεν χρειάζεται ταραχή σ’ αυτόν τον πνευματικό αγώνα. Η ταραχή δημιουργεί μεγάλο κακό στην αγωνιζομένη ψυχή. Όταν μας οχλήση ένα πάθος, τότε δεν πρέπει να ταρασσόμαστε: «το γαρ ταραχθήναί τινα οχλούμενον υπό πάθους, αγνωσίας εστί και υπερηφανίας, και εκ του μη ειδέναι την ιδίαν κατάστασιν, και εκ του φεύγειν τον κόπον». Πρέπει να υπομένουμε, να αγωνιζόμαστε και να παρακαλούμε τον Θεό[128].Έπειτα είναι απαραίτητο να μη έχουμε μεγάλη πεποίθηση στον εαυτό μας, αλλά να στρεφόμαστε προς τον Θεό. «Εμπαθείς όντες, ουκ οφείλομεν όλως πιστεύειν τη ιδία καρδία», γιατί στραβός κανών και τα ορθά τα κάνει στραβά[129].

Άλλος τρόπος είναι να πολεμήσουμε τα πάθη όσο είναι ακόμη μικρά. Όσο μικρό είναι το παράπτωμα «έκτιλον αυτό πριν πλατυνθή και περκάση». Αν αμελήση ο άνθρωπος θα συναντήση αργότερα «δεσπότην απάνθρωπον». Όποιος αγωνίζεται από την αρχή εναντίον του πάθους, «ταχέως αυτού κυριεύσει»[130]. Γιατί, ομολογουμένως, άλλο είναι το να αποσπάση κανείς «μικράν βοτάνην και άλλο το εκριζώσαι μέγα δένδρον»[131]. Στην αρχή η εκκοπή των παθών είναι εύκολη και απαιτείται μικρός κόπος, ενώ αν μεγαλώσουν, εάν περάση πολύς καιρός, τότε «πλείονος δέονται κόπου»[132]. Όσο είναι νεαρά, τόσο ευκολώτερος γίνεται ο αγώνας εναντίον τους.

Απαιτείται να περικόψουμε τις προσβολές και τα αίτια που προκαλούν τα πάθη. Έχουμε ήδη περιγράψει πως ένας λογισμός εξελίσσεται σε πάθος. Όταν προσέχουμε τους λογισμούς και αποβάλλουμε την πρόταση του πονηρού, τότε αποφεύγουμε την γέννηση και την έξαψη των παθών. Όποιος αποκρούει την προσβολή «πάντα τα έσχατα υφ’ εν περιέκοψεν»[133]. Όταν ο νους του ανθρώπου χρονίζη σε ένα αισθητό πράγμα, τότε είναι φυσικό να γεννηθούν ή να εξαφθούν τα πάθη. Χρειάζεται καταφρόνηση του πράγματος εκείνου στο οποίο αιχμαλωτίσθηκε ο νους. Εάν δεν καταφρονήση ο άνθρωπος αυτό το πράγμα, «του πάθους εκείνου ελευθερούσθαι ου δύναται»[134]. Χρειάζεται σ’ αυτό το πνευματικό άθλημα να απομακρυνόμαστε από τις φαύλες ορέξεις και πράξεις «και την απ’ αυτών φυγήν ανεπίστροφον επιδειξώμεθα»[135].

Είναι κοινή η πατερική διδασκαλία σχετικά με την εκκοπή των αιτίων και των αφορμών της αμαρτίας. Ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων Θεός δεν παραγγέλλει να εγκαταλείπουμε «τας των ανθρώπων συνδιατριβάς», «αλλά τας εν ημίν της κακίας εκκόπτειν αιτίας»[136]. Εκείνος που μισεί τα πάθη «περιαίρει τας τούτων αιτίας»[137]. Εάν ο αθλητής της πνευματικής ζωής εναντιωθή στον λογισμό, τότε «εξασθενεί το πάθος και ανίσχυρον γίνεται εις το πολεμείν και θλίβειν αυτόν» και έτσι «κατά μικρόν μικρόν, αγωνιζόμενος και βοηθούμενος υπό του Θεού, περιγίνεται και αυτού του πάθους»[138]. Συνοπτικά για το θέμα της εκκοπής των αιτίων και αφορμών μπορούμε να πούμε ότι είναι γενική η παραγγελία των Πατέρων, «οίαν ώραν έρχεται το πάθος, ευθέως κόψον αυτό»[139].

Χρειάζεται εντατικός αγώνας για να μειώσουμε τα πάθη, εν συνεχεία χρειάζεται νήψη πνευματική «ίνα μη αυξήσωσι», και πάλι πόλεμος για να αποκτήσουμε τις αρετές και νήψη για να διαφυλάξουμε τις αρετές[140]. Έτσι όλες μας οι προσπάθειες θα βρίσκωνται μεταξύ του πολέμου και της νήψεως.

Ο αγώνας είναι μεγάλος. Δεν είναι εύκολο πράγμα να μεταμορφώση κανείς τον εαυτό του, να τον καθαρίση από τα πάθη και να τον γεμίση με αρετές. Γιατί η κάθαρση του ανθρώπου είναι αρνητική και θετική. Κατά τους αγίους Πατέρας ο πόλεμος ο πνευματικός γίνεται με την τήρηση των εντολών του Χριστού και γνωρίζουμε καλά ότι, όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται να υποτάξη το σώμα στην ψυχή και την ψυχή στον Θεό, τότε γεννώνται οι σωματικές και ψυχικές αρετές. Στον μεταπτωτικό άνθρωπο το σώμα τρέφεται από την ύλη, τα υλικά πράγματα, και η ψυχή από το σώμα. Τώρα πρέπει να γίνη το αντίθετο. Πρέπει να απαλλαγούμε από την παρά φύσιν κατάσταση. Η ψυχή πρέπει να μάθη να τρέφεται από την Χάρη του Θεού και το σώμα να τρέφεται από την «χαριτωμένη» ψυχή, οπότε θα επέλθη μια ισορροπία στον οργανισμό μας. Αυτό το επιτυγχάνουμε με την προσπάθεια να αποκτήσουμε αρετές, όπως την ταπείνωση, την αγάπη, την νηστεία, την άσκηση, την προσευχή, την υπακοή κ.λ.π. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να τονίσουμε μερικές τέτοιες αρετές που είναι απαραίτητες για την μεταμόρφωση του εαυτού μας.

Η επιδίωξη της βιώσεως της αγάπης εκδιώκει όλα τα πάθη: «Αγώνισαι αγαπήσαι πάντα άνθρωπον εξ ίσου, και απελαύνεις συλλήβδην πάντα τα πάθη σου»[141].

Η αδιάλειπτη προσευχή, «το αδιαλείπτως ονομάζειν τον Θεόν, φάρμακόν εστιν αναιρετικόν, ου μόνον πάντων των παθών, αλλά και αυτής της πράξεως». Και καθώς ο ιατρός τοποθετεί το φάρμακον επάνω στο τραύμα του πάσχοντος και αυτό ενεργεί χωρίς να γνωρίζη ο ασθενής τον τρόπο, έτσι και το Όνομα του Θεού «ονομαζόμενον αναιρεί, και ημών μη ειδότων το πως, πάντα τα πάθη»[142].

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι αναιρέτης όλων των παθών είναι η ταπείνωση, «ην οι κτησάμενοι πάντα ενίκησαν»[143]. Ο Προφητάναξ Δαϋίδ (στον προοιμιακό ψαλμό) αναφερόμενος στα θηρία του δάσους λέγει, «ανέτειλεν ο ήλιος και συνήχθησαν και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται». Και ερμηνεύει ο άγιος Ιωάννης ότι, όταν ανατέλη μέσα στην ψυχή μας ο ήλιος «δια σκοτεινής ταπεινώσεως», τότε «προς εαυτά τα θηρία συνήχθησαν, και εις τας μάνδρας αυτών, ήγουν φιληδόνους καρδίας κοιτασθήσονται, και ουκ εν ημίν»[144]. Με την ταπείνωση ανατέλλει ο ήλιος της δικαιοσύνης και φυγαδεύονται όλα τα θηρία των παθών.

Η σύζευξη των δυνάμεων της ψυχής με τις αρετές θα μας ελευθερώση από την τυραννία των παθών[145].

Η υποταγή σε πνευματικό πατέρα, συνδυασμένη με την εγκράτεια, υποτάσσει τα θηρία των παθών[146].

Ο Χριστιανός αγωνίζεται «την μεν αίσθησιν αυτού εις την μονοειδή συστέλλειν τροφήν, τον δε νουν εις την μονολόγιστον προσευχήν» και έτσι «άσχετος γεγονώς εκ παθών, και επί το αρπάζεσθαι προς Κύριον ήξει εν τω προσεύχεσθαι»[147].

Όποιος θέλει να απαλλαγή από όλα τα πάθη πρέπει να αναλάβη «εγκράτειαν και αγάπην και προσευχήν»[148]. Υπάρχουν μερικά έργα που σταματούν τα πάθη και δεν τα αφήνουν να αυξηθούν, και υπάρχουν άλλα έργα που ελαττώνουν τα πάθη και τα μειώνουν. Π.χ. η νηστεία, ο κόπος και η αγρυπνία δεν αφήνουν την επιθυμία να αυξηθή και η αναχώρηση, η θεωρία, η προσευχή και ο έρως προς τον Θεό την ελαττώνουν και την αφανίζουν. Το πάθος του θυμού το σταματούν και δεν το αφήνουν να αυξηθή η μακροθυμία, αμνησικακία και πραότητα αλλά το μειώνει η αγάπη, η ελεημοσύνη, η χρηστότης και η φιλανθρωπία[149]. Ο αποταξάμενος γνησίως όλα τα πράγματα του κόσμου και υπηρετών ανυποκρίτως τον πλησίον δια της αγάπης, «παντός πάθους ταχέως ελευθερούται και της θείας αγάπης και γνώσεως μέτοχος καθίσταται»[150].

Η νήψη, η αντίρρηση και η προσευχή εκδιώκουν την προσβολή του πειρασμού και όλα μένουν αργά, δηλαδή δεν φθάνει η προσβολή να γίνη συγκατάθεση και πάθος: «εάν ουν προσέχη ο νους νήφων και δι’ αντιρρήσεως και επικλήσεως του Κυρίου Ιησού φυγαδεύη εξ αναδόσεως την προσβολήν, τα εξής αυτών αργά μένουσιν»[151].

Δύο μεγάλα χαρίσματα έδωκε ο Θεός στον άνθρωπο δια των οποίων δύναται να σωθή «και λυτρωθήναι πάντων των παθών του παλαιού ανθρώπου, ταπείνωσιν και υπακοήν»[152].

Βοηθητικά μέσα για την κάθαρση και την ελευθερία από τα πάθη είναι και ο λόγος του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος, μιλώντας για την πανοπλία την πνευματική που πρέπει να έχη ο κάθε Χριστιανός, αναφέρεται στον λόγο του Θεού. «Αναλάβετε... και την μάχαιραν του Πνεύματος, ο εστι ρήμα του Θεού» (Εφεσ. στ’, 17). Χρειάζεται διαρκώς να έχουμε προ οφθαλμών τα ρήματα του Θεού. «Ρήμασι θείοις αδιαλείπτως σχόλαζε∙ η γαρ περί αυτά φιλοπονία, καταναλίσκει τα πάθη»[153]. Αλλού ο όσιος Θαλάσσιος παραγγέλλει να αγωνιζόμαστε υπέρ των εντολών, «ίνα παθών ελευθερωθώμεν»[154]. Οι εντολές του Θεού αναφέρονται στο τριμερές της ψυχής. Οι εντολές του Χριστού «το τριμερές της ψυχής δοκούσι νομοθετείν και υγιές ποιείν, δι’ ων προστάττουσιν. Μάλλον δε ουδέ δοκούσι μόνον, αλλά και αληθινώς αυτό υγιάζουσιν»[155]. Στην συνέχεια ο όσιος Φιλόθεος αναφέρει μερικά παραδείγματα για να γίνη αυτό φανερό. Στο θυμικό αναφέρεται η εντολή «ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική ένοχος έσται τη κρίσει» (Ματθ. ε’, 22), στο επιθυμητικό η εντολή «πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού» (Ματθ. ε’, 28) και στο λογιστικό η εντολή «ο μη αρνησάμενος πάντα και ακολουθών μοι ουκ έστι μου άξιος» (πρβλ. Ματθ. ι’, 37-38). Ο Χριστός κατά τον άγιο, νομοθετεί το τριμερές της ψυχής δια των εντολών. Αλλά ο διάβολος πολεμεί το τριμερές της ψυχής, επομένως πολεμεί τις εντολές του Χριστού[156]. Οι εντολές του Χριστού πραγματοποιούμενες μας καθαρίζουν από τα πάθη, που είναι οι κακές διαθέσεις «του εντός ημών ανθρώπου»[157].

Τονίσαμε προηγουμένως ότι το πένθος, η μετάνοια και η εξομολόγηση είναι από τα αποτελεσματικότερα όπλα εναντίον των παθών. Όσοι σκοτίσθηκαν από οίνο «ενίψαντο πολλάκις ύδατι∙ οι δε εκ παθών σκοτισθέντες, ενίψαντο δάκρυσιν»[158].

Συμπλήρωμα της μετανοίας είναι και οι διάφοροι πειρασμοί και δοκιμασίες στην ζωή μας, δηλαδή οι «ακούσιες επιφορές». Ο ιός της κακίας είναι πολύς και απαιτείται το πυρ το καθαρτικό της μετανοίας δια των δακρύων. Γιατί καθαριζόμαστε από τους μολυσμούς της αμαρτίας «ή δι’ εκουσίων πόνων» της ασκήσεως ή «δι’ ακουσίων επιφορών» των πειρασμών. Όταν προηγούνται οι εκούσιοι πόνοι της μετανοίας δεν ακολουθούν οι ακούσιοι, δηλαδή οι μεγάλοι πειρασμοί. Ο Θεός οικονόμησε ώστε, εάν η εκούσια άσκηση δεν ενεργήση την κάθαρση, τότε οι ακούσιες επιφορές «σφοδρότερον ενεργεί την ημετέραν προς το αρχαίον αποκατάστασιν»[159]. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί πειρασμοί που έρχονται στην ζωή μας είναι γιατί δεν έχουμε εκουσίως μετανοήσει. Η εκούσια και θεληματική άρση του σταυρού της μετανοίας έχει σαν συνέπεια να απαλλαγούμε από τον ακούσιο και αθέλητο σταυρό των πειρασμών και των δοκιμασιών.

Επίσης μεγάλο όπλο για την θεραπεία των παθών είναι η ησυχία, κυρίως η νοερά ησυχία, για την οποία θα μιλήσουμε σε άλλο κεφάλαιο. Ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιοί ότι «ουδείς στρατευόμενος εμπλέκεται ταις του βίου πραγματείαις» (Β’ Τιμ. β’, 4). Και ο όσιος Μάρκος ο ασκητής σχολιάζει ότι εκείνος που με εμπλοκή στα εγκόσμια θέλει να νικήση τα πάθη είναι όμοιος με εκείνον που θέλει να σβήση έναν εμπρησμό με άχυρα[160]. Βέβαια το θέμα της ησυχίας και της αναχωρήσεως είναι μεγάλο και πολύ λεπτό. Η αναχώρηση δεν είναι για όλους καλή. Γιατί, αν υπάρχη ένα κρυφό ψυχικό πάθος, στην έρημο δεν μπορεί να θεραπευθή, αφού δεν υπάρχει το αντικείμενο που θα το προκαλέση. Εκείνος, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, που νοσεί από ένα ψυχικό πάθος και επιχειρεί την ησυχία ομοιάζει με εκείνον που πήδησε από το πλοίο στο πέλαγος και νομίζει πως θα φθάση στην ξηρά με ένα σανίδι[161].

Δεν είναι αντίθετες οι συμβουλές των αγίων Πατέρων για την ησυχία. Ησυχία είναι η «διαμονή εν Θεώ» και η καθαρότης του νοός. Αυτή είναι η λεγομένη νοερά ησυχία. Η προσπάθεια να περιορισθούν τα ερεθίσματα των αισθήσεων και η επίδοση στην προσευχή βοηθά στην ελευθερία από τα πάθη. Όταν όμως ο άνθρωπος, χωρίς ειδική προετοιμασία και ειδική ευλογία από τον διακριτικό πνευματικό, αποφεύγει τους ανθρώπους και ανάγεται στην έρημο, τότε είναι ενδεχόμενο να μη θεραπευθή. Γιατί η έρημος, για τον άνθρωπο εκείνον που δεν έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις, καλύπτει τα πάθη και δεν τα θεραπεύει[162].

Μέχρι εδώ αναφέραμε διάφορα μέσα που θεραπεύουν γενικά τα πάθη. Τώρα θα θέλαμε να παρουσιάσουμε και μερικά ειδικά θεραπευτικά μέσα που θεραπεύουν ειδικά πάθη.

Κατά τον άγιο Κασσιανό τον Ρωμαίο υπάρχουν οκτώ λογισμοί της κακίας, ήτοι της γαστριμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, της οργής, της λύπης, της ακηδίας, της κενοδοξίας, και της υπερηφανείας. Πως θεραπεύονται οι οκτώ αυτοί λογισμοί που ανταποκρίνονται στα οκτώ αντίστοιχα πάθη;

Η γαστριμαργία θεραπεύεται με την εγκράτεια της γαστρός, «το φεύγειν την πλησμονήν και αποστρέφεσθαι την χορτασίαν της γαστρός», με «την καθημερινήν νηστείαν», και «το μηδέ εξέλκεσθαι τη του λάρυγγος ηδονή»[163].

Η πορνεία θεραπεύεται με το να τηρή κανείς την καρδία του «από ρυπαρών λογισμών». Θεραπεύει την πορνεία ο συντριμμός της καρδίας, «και ευχή προς τον Θεόν εκτενής και πυκνή των Γραφών μελέτη και κάματος και εργόχειρον.. προ δε πάντων συμβάλλεται ταπείνωσις ψυχής»[164].

Η φιλαργυρία θεραπεύεται με την αποταγή και την ακτημοσύνη, όπως διδάσκουν η Αγία Γραφή και οι θείοι Πατέρες[165].

Η οργή, που τυφλώνει τους οφθαλμούς της καρδίας, θεραπεύεται με την ανεξικακία προς τους συνανθρώπους μας. Η ειρήνη η εσωτερική που είναι αντίθετη του θυμού «ουκ εκ της πλησίον μακροθυμίας της προ ημάς γινομένης κατορθούται∙ αλλ’ εκ της ημετέρας προς τον πλησίον ανεξικακίας». Δεν αρκεί να μη οργιζόμαστε εναντίον των ανθρώπων, «αλλά μηδέ προς τα άλογα, μηδέ προς τα άψυχα πράγματα». Επίσης θεραπεύεται με το να εκδιώκουμε όχι μόνον την «κατ’ ενέργειαν οργήν... αλλά και την κατά διάνοιαν». Όχι μόνον να κρατούμε το στόμα μας κλειστό σε καιρό πειρασμού, αλλά «το καθαρίζειν την καρδίαν από μνησικακίας και μη αναστρέφειν εν τη ιδία διανοία πονηρούς λογισμούς κατά του αδελφού». Η τελεία θεραπεία είναι ΄όταν πιστεύσουμε «ότι ούτε επί δικαίοις, ούτε επί αδίκοις, έξεστιν ημίν κινείν τον θυμόν»[166].

Η λύπη θεραπεύεται με τον πόλεμο που πρέπει να γίνεται «κατά των ένδον παθών». Πρέπει να αγωνιζόμαστε «κατά του πνεύματος της λύπης, του εμβάλλοντος την ψυχήν εις απόγνωσιν, όπως απελάσωμεν αυτό της ημετέρας καρδίας». Να ασκήσουμε μόνον την λύπη «την επί μετάνοιαν των ημαρτημένων, μετ’ ελπίδος αγαθής γινομένην». Δηλαδή η λύπη εκδιώκεται και θεραπεύεται όταν με την Χάρη του Χριστού και την δική μας ανδρεία την μεταστρέψουμε σε πνευματική λύπη, λύπη μετανοίας. Αυτή η κατά Θεόν λύπη παρασκευάζει τον άνθρωπο και τον καθιστά πρόθυμο και υπήκοο σε κάθε αγαθή εργασία, «ευπρόσιτον, ταπεινόν, πράον, ανεξίκακον, προς πάντα πόνον αγαθόν και συντριβήν υπομονητικόν»[167].

Η ακηδία δεν θεραπεύεται με τίποτε άλλο «ει μη δια προσευχής και αποχής αργολογίας και μελέτης των θείων λογίων και της εν πειρασμοίς υπομονής». Χρειάζεται και σωματική εργασία. Οι «κατά την Αίγυπτον άγιοι πατέρες πεπαιδευμένοι, ουδένα καιρόν είναι αργούς τους μοναχούς επιτρέπουσι». Εργάζονται και έτσι προσφέρουν τροφή και στους εαυτούς τους και στους έχοντας ανάγκη. Και δεν εργάζονται μόνον για τον εαυτό τους, «αλλά και ξένοις και πτωχοίς και τοις εν φυλακαίς εκ του ιδίου έργου επιχορηγούσι∙ πιστεύοντες την τοιαύτην ευποιΐαν, θυσίαν αγίαν τω Θεώ ευπρόσδεκτον γενέσθαι»[168].

Η κενοδοξία είναι πολύμορφη και δυσκαταγώνιστη. Απαιτείται μεγάλη προσοχή. Πρέπει ο άνθρωπος να χρησιμοποιήση κάθε τρόπο για να νικήση «το πολύμορφον τούτο θηρίον». Να μη πράττη τίποτε αποβλέποντας στον έπαινο των ανθρώπων «και απορρίπτων αεί τους επερχομένους εν τη καρδία αυτού λογισμούς και επαινούντας αυτόν, εξουδενούτω εαυτόν ενώπιον του Θεού»[169].

Τέλος η υπερηφάνεια είναι αγώνας «χαλεπώτατος και πάντων των προτέρων αγριώτερος». Θεραπεύεται με την ταπείνωση, η οποία προέρχεται από πίστη και φόβο Θεού, πραότητα και τελεία ακτημοσύνη δια των οποίων κατορθούται η τελεία αγάπη[170].

Αλλά ο εχθρός της σωτηρίας μας, ο διάβολος, είναι πολυμήχανος. Γι’ αυτό και ο Χριστιανός, αγωνιζόμενος στον αγώνα αυτόν,  πρέπει να είναι και αυτός πολυμήχανος. Η εξυπνάδα στον άνθρωπο φαίνεται από τους τρόπους που μετέρχεται για να εμπαίξη τον διάβολο. Στα πατερικά συγγράμματα συναντούμε πολλές «έξυπνες» περιπτώσεις με τις οποίες αποφεύγεται ο διάβολος και θεραπεύεται η ψυχή.

Συνήθως τα πάθη είναι «φιλεπίστροφα»[171]. Ενώ φαίνεται ότι θεραπεύθηκαν ή έφυγαν, μετά από λίγο επανέρχονται ισχυρότερα. Είναι γνωστός ο λόγος του Κυρίου περί του ακαθάρτου πνεύματος: «όταν το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώπου, διέρχεται δι’ ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και ουχ ευρίσκει, τότε λέγει∙ εις τον οίκόν μου επιστρέψω όθεν εξήλθον∙ και ελθόν ευρίσκει σχολάζοντα και σεσαρωμένον και κεκοσμημένον, τότε πορεύεται και παραλαμβάνει μεθ’ εαυτού επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Ματθ. ιβ’, 43-45). Αυτό το γνωρίζουν οι άγιοι και λαμβάνουν όλα τους τα μέτρα.

Μερικούς τρόπους και υποδείξεις των αγίων Πατέρων θα θέλαμε στην συνέχεια να παραθέσουμε.

Ο πόλεμος πρέπει να γίνεται κυρίως εναντίον του κυριοτέρου πάθους, «κατ’ αυτού και μόνου προ πάντων εαυτόν οπλισάτω».  Γιατί όταν δεν νικηθή το πάθος που πλεονεκτεί μέσα μας, «ουδέν εκ της των λοιπών ωφελούμεθα νίκης»[172].

Όταν πολεμούμαστε συγχρόνως από δυο πάθη, τότε πρέπει να προτιμούμε να υποχωρούμε στο πιο ελαφρότερο για να μη νικηθούμε από το ισχυρότερο πάθος. Αναφέρει δυο παραδείγματα ο άγιος Ιωάννης  ο Σιναΐτης. Μερικές φορές όταν προσευχόμαστε συμβαίνει να έρχωνται αδελφοί. Τότε πρέπει να κάνουμε ένα από τα δυο, ή να μη δεχθούμε τους αδελφούς ή να σταματήσουμε την προσευχή προς χάρη των αδελφών. Να προτιμήσουμε να σταματήση η προσευχή, γιατί «μείζων αγάπη προσευχής». Άλλοτε, περιγράφει ο ίδιος, βρισκόμενος σε μια πόλη, μόλις κάθησε σε τραπέζι δέχθηκε τους λογισμούς της γαστριμαργίας και της κενοδοξίας. Και προτίμησε να νικηθή από την κενοδοξία (δηλαδή να εγκρατευθή και να επαινεθή ως νηστευτής) γιατί φοβήθηκε περισσότερο την κοιλιοδουλεία: «τον απόγονον της κοιλιομανίας δεδοικώς (την πορνείαν) τη κενοδοξία μάλλον ηττήθην»[173].

Ο αββάς Ιωσήφ διδάσκει ότι άλλοτε είναι προτιμότερο να αφήσουμε να εισέλθουν τα πάθη μέσα μας και εκεί να τα πολεμήσουμε και άλλοτε να τα κόψουμε ευθύς εξ αρχής. Γι’ αυτό σ’ έναν αδελφό που τον ρώτησε σχετικά απήντησε «άφες αυτά εισελθείν και πολέμησον μετ’ αυτών», και αυτό για να γίνη δοκιμότερος. Σε άλλον όμως αδελφό που του απηύθυνε την ίδια ερώτηση, αν πρέπει να αφήνη τα πάθη να προσεγγίζουν ή να τα κόπτη απήντησε: «Μη αφήσης όλως εισελθείν τα πάθη, αλλ’ ευθέως έκκοψον αυτά»[174]. Αυτό δείχνει ότι ο πνευματικός θεραπευτής είναι εκείνος που θα μας καθορίζη το είδος του αγώνος και της πάλης, καθώς επίσης και τον τρόπο, γιατί κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή.

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αναφέρει τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να νικήση τους δαίμονας. Φαίνονται αυτοί οι τρόποι ακραίοι, πρέπει όμως να παρατηρηθή ότι δεν μπορεί ο κάθε άνθρωπος να τους εφαρμόση, αλλά «ο νικήσας τα πάθη». Δηλαδή ο καθαρός στην καρδιά μεταχειρίζεται πολλά μέσα προκειμένου να πληγώνη τους δαίμονες.

Κάποιος αδελφός ενώ υπέστη ατιμίες δεν ταράχθηκε καθόλου, αλλά προσευχόταν νοερώς. Έπειτα όμως άρχισε να διαμαρτύρεται και να οδύρεται για τις ατιμίες που υπέστη, ώστε με ένα επίπλαστο πάθος να κρύψη την απάθειά του.

Ένας άλλος αδελφός, ενώ ήταν ολοκληρωτικά ανόρεκτος για την πρωτοκαθεδρία, εν τούτοις υποκρινόταν ότι πολύ πονούσε για να την αποκτήση.

Ένας άλλος αδελφός που διακρινόταν για την αγνότητα εισήλθε στο πορνείο «τω δοκείν αμαρτίας ένεκεν» και ανέσυρε την πόρνη στην ζωή της ασκήσεως.

Σε κάποιον άλλο ασκητή έφεραν ένα σταφύλι. Και εκείνος μετά την αναχώρηση του αδελφού ενώ δεν είχε όρεξη κατεβρόχθησε με βουλιμία τον βότρυν, «γαστρίμαργον εαυτόν εμφανίζων τοις δαίμοσιν».

Τέτοιες πράξεις έκαναν οι λεγόμενοι κατά Χριστόν σαλοί για να εμπαίξουν τον διάβολο και να ωφελήσουν ποικιλοτρόπως τους αδελφούς. Αλλά αυτό απαιτεί μια ιδιαίτερη καθαρότητα, ιδιαίτερη ευλογία και Χάρη από τον Θεό. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, παρουσιάζοντας αυτά τα περιστατικά, γράφει:



Σε όσους επιχειρούν αυτήν την μέθοδο χρειάζεται πολλή νήψη «μήπως εμπαίζειν επιχειρήσαντες, εις εμπαιγμόν εαυτών καταλήξωσιν»[175].

Μετά από πολύ αγώνα κατορθώνει ο άνθρωπος με την Χάρη του Χριστού να θεραπεύση τα πάθη του, τις αλγηδόνες της ψυχής του και καθίσταται βασιλεύς. Πολλές φορές δοκιμάζει τέτοιες χαρές ο αθλητής του πνευματικού αγώνος, ώστε να επαναλαμβάνη το του αββά Ιωσήφ, «εγώ βασιλεύς ειμι σήμερον∙ εβασίλευσα γαρ επί τα πάθη»[176]. Απολαμβάνει τότε της ζωής του Χριστού, γιατί «εκ ζωής εις ζωήν εκείνος μεταβαίνει, ο τα πάθη νεκρώσας και της αγνοίας χωρισθείς»[177].

Αλλά όσο βρισκόμαστε σ’ αυτήν την ζωή και φορούμε την φθαρτότητα και την θνητότητα πρέπει συνεχώς να πολεμούμε. Γι’ αυτό και όταν ο άνθρωπος νικήση «σχεδόν άπαντα τα πάθη», τότε απομένουν δύο δαίμονες για να πολεμούν τον άνθρωπο του Θεού. Ο ένας πολεμά την ψυχή «από πολλής θεοφιλίας εις ζήλον αυτήν άκαιρον φέρων, ώστε μη θέλειν άλλον τινά κατ’ αυτήν αρέσαι τω Θεώ», δηλαδή τον ωθεί σε άκαιρο ζήλο να φθάση την τελειότητα και να μη αρέση άλλος περισσότερο στον Θεό από αυτόν. Ο άλλος δαίμων, κατά παραχώρηση του Θεού, κινεί το σώμα «εις επιθυμίαν συνουσίας αυτό εμπύρω». Ο Κύριος παραχωρεί αυτόν τον πειρασμό σε αυτόν που ακμάζει στο πλήθος των αρετών, «ίνα πάντων των του βίου ανθρώπων ευτελέστερον εαυτόν υπολαμβάνη» και έτσι δια της ταπεινώσεως και της αυτομεμψίας να αποκτήση την σωτηρία του. Σ’ αυτούς τους πειρασμούς πρέπει να αντιτάξουμε στον μεν πρώτον ταπεινοφροσύνη πολλή και αγάπη, στον δε άλλον εγκράτεια και αοργησία και βαθείαν έννοιαν του θανάτου[178]. Επιτρέπει ο Θεός να πολεμούμαστε σε όλη μας την ζωή από τον διάβολο για να ταπεινωνόμαστε.

Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα. «Το σώμα μου εξησθένησε και τα πάθη μου ουκ εξασθενούσι»[179]. Παρά ταύτα ο άνθρωπος στην προσπάθεια του να καθαρθή βιώνει την μακαρία κατάσταση της απαθείας. Γι’ αυτό ερχόμαστε τώρα να μελετήσουμε την ευλογημένη ζωή της απαθείας.

[73] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 101, ρπγ’

[74] Φιλοκαλία Β’, σελ. 12, πγ’

[75] ένθ. ανωτ. σελ. 17, κγ’

[76] Αββά Δωροθέου, ένθ. ανωτ. σελ. 646, 16

[77] αγ. Μακαρίου Αιγυπτίου: Ομιλίαι Πνευματικαί, βλ. Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου, Ανατολικός  Ορθόδοξος Μοναχισμός, σελ. 371

[78] ένθ. ανωτ. σελ. 372

[79] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 396

[80] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 14, γ’

[81] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 140, κε’

[82] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 104

[83] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 32

[84] Ιωάννου Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 143, μστ’

[85] ένθ. ανωτ.

[86] ένθ. ανωτ. σελ. 132, μη’

[87] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 460

[88] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 38, οζ’

[89] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 62, γ’

[90] ένθ. ανωτ. σελ. 62, δ’

[91] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν γνωστικά κεφάλαια, μον. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 230, ρ’

[92] ένθ. ανωτ. 231, ρ’

[93] ένθ. ανωτ. 231, ρ’

[94] P G 48, 643

[95] ένθ. ανωτ. στ. 643

[96] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 30, ιγ’

[97] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 301, ια’

[98] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 42, ξγ’

[99] ένθ. ανωτ. σελ. 41, νε’

[100] ένθ. ανωτ. σελ. 41, νστ’

[101] ένθ. ανωτ. σελ. 41, νστ’

[102] ένθ. ανωτ. σελ. 42, νη’

[103] ένθ. ανωτ. σελ. 108, λα’

[104] ένθ. ανωτ. σελ. 113, ιδ’

[105] Ηλία Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 292, λα’

[106] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 110, ια’

[107] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 310, ν’

[108] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 311, νδ’

[109] ένθ. ανωτ. σελ. 311, νγ’

[110] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 210, ρα’

[111] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 148, μζ’

[112] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ 281, λδ’

[113] ένθ. ανωτ.

[114] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 106

[115] ένθ. ανωτ. σελ. 103

[116] ένθ. ανωτ. σελ. 105

[117] ένθ. ανωτ. σελ. 108

[118] ένθ. ανωτ. σελ. 109

[119] ένθ. ανωτ. σελ. 111

[120] ένθ. ανωτ. σελ. 114

[121] ένθ. ανωτ. σελ. 114

[122] ένθ. ανωτ. Β’, σελ. 234-235

[123] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 128, κδ’, και σημ. 3

[124] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 215, πδ’

[125] Φιλοκαλία Α’, σελ. 138

[126] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 315, ξη’

[127] ένθ. ανωτ. σελ. 282-283

[128] Αββά Δωροθέου, ένθ. ανωτ. σελ. 522-524

[129] ένθ. ανωτ. σελ. 644, 2

[130] αγ. Ισαάκ του Σύρου: Τα ευρεθέντα ασκητικά, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σελ. 20

[131] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 424

[132] ένθ. ανωτ. σελ. 474

[133] αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Φιλοκαλία Β’, σελ. 235, 30

[134] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 14, β’

[135] Γρηγορίου Παλαμά Ε.Π.Ε. τόμος 2ος σελ. 398

[136] οσ. Κασσιανού Ρωμαίου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 75, 14

[137] οσ. Μάρκου ασκητού, Φιλοκαλία Α’, σελ. 117, ριθ’

[138] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 624-626

[139] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 113, κβ’

[140] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 15, ια’

[141] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 213, λθ’

[142] αγ. Νικοδήμου τπυ αγιορείτου: Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 216-217

[143] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 129, κθ’

[144] ένθ. ανωτ. σελ. 142, μδ’

[145] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 208, ξε’

[146] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 5, λε’

[147] Ηλία Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 306, οε’

[148] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 210, κγ’

[149] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 20, μζ’

[150] ένθ. ανωτ. σελ. 6, κζ’

[151] Ησυχίου Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 148-149, μστ’

[152] αγ. Νικοδήμου αγιορείτου: Βίβλος Βαρσανουφίου, ένθ. ανωτ. σελ. 262

[153] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 224, ιη’

[154] ένθ. ανωτ. σελ. 212, ιγ’

[155] οσ. Φιλοθέου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 279, ιστ’

[156] ένθ. ανωτ. σελ. 279-280

[157] Αββά Δωροθέου: ένθ. ανωτ. σελ. 266

[158] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 143, μθ’

[159] Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 300, θ’

[160] Φιλοκαλία Α’, σελ. 102, ρζ’

[161] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 150, ια’

[162] Φιλοκαλία Α’, σελ. 72

[163] ένθ. ανωτ. σελ. 61-62

[164] ένθ. ανωτ. σελ. 63

[165] ένθ. ανωτ. σελ. 68-70

[166] ένθ. ανωτ. σελ. 72-74

[167] ένθ. ανωτ. σελ. 75-76

[168] ένθ. ανωτ. σελ. 76-78

[169] ένθ. ανωτ. σελ. 78-79

[170] ένθ. ανωτ. σελ. 79-80

[171] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 24, η’

[172] ένθ. ανωτ. σελ. 90, λθ’

[173] ένθ. ανωτ. σελ. 131-132, μγ’

[174] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 53, γ’

[175] Ιω. Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 140, κε’

[176] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 54, ι’

[177] οσ. Θαλασσίου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 226, νγ’

[178] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν γνωστικά κεφάλαια, ένθ. ανωτ. σελ. 228, κθ’

[179] Γεροντικόν, ένθ. ανωτ. σελ. 99, ρξα’

Θαύματα Αγίου Μαξίμου του Γραικού


Θαύματα του Αγίου Μαξίμου
Ο άγιος Μάξιμος, όταν κοιμήθηκε, ενταφιάσθηκε στην βορειοδυτική γωνία του ιερού ναού του Αγίου Πνεύματος, τον οποίο «ανήγειρε ο τσάρος Ιβάν Δ΄ Βασίλιεβιτς εις ανάμνησιν της καταλήψεως του Καζάν»[1] μέσα στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου.
Μετά τον θάνατο του αγίου Μαξίμου πολλοί έδειξαν τον σεβασμό τους στο ιερό λείψανό του. Όπως αφηγείται παλαιός χρονογράφος τον ονόμαζαν μεγάλο δάσκαλο και προφήτη. Ο λαός της Ρωσίας τον θεώρησε «νέο ομολογητή και μάρτυρα της αληθείας» και τον τίμησε ως άγιο, περιφρονώντας τις καταδίκες των Συνόδων 1525 και 1531. Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων τιμώντας τον άγιο Μάξιμο γράφει ότι «στά βαθιά γεράματα πέθανε και ενταφιάστηκε με πολλή ευσέβεια και θεωρείται μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα, η οποία δοξάστηκε με αγιότητα»[2]. Κατασκεύασε λάρνακα και κουβούκλιο, ενώ το 1833 ο τοποτηρητής της Λαύρας του Αγίου Σεργίου αρχιμανδρίτης Αντώνιος ίδρυσε πάνω στον τάφο του παρεκκλήσιο[3].
Από τα μέσα του 16ου αιώνα άρχισαν να γράφονται σύντομοι Βίοι του οσίου Μαξίμου του Γραικού. Με την συγκέντρωση πληροφοριών για την ζωή του διαμορφώθηκαν δύο κατηγορίες Διηγήσεων, σύντομες και λεπτομερείς. Την ίδια εποχή εμφανίζονται οι διάφορες διηγήσεις των θαυμάτων του, αρχίζει η κατασκευή εικόνων και η σύνταξη τροπαρίων και ύμνων, οι οποίοι εξυμνούν τις αρετές του τονίζοντας την άφιξή του στην Ρωσία από την Ελλάδα, «εξ ανατολών εις τον βορράν»[4], για να καταυγάσει την ομίχλη και να φωτίσει το πυκνό σκοτάδι.
Στις πρώτες εικόνες (16ος-17ος αιώνας) αγιογραφείται ως σοφός, αργότερα (17ος-18ος αιώνας) με φωτοστέφανο ως «άγιος Πατέρας» των Ρώσων. Παριστάνεται με μεγάλα γένια, ασπρομάλλης, κρατώντας ή βιβλίο ή ειλητάριο με γραμμένη την φράση, «Πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστιν»[5], η οποία «ερμηνεύτηκε ως αιχμή κατά της τυπολατρίας του κλήρου και της συγκέντρωσης μεγάλης περιουσίας των μοναστηριών, αλλά και κατά της κακοδιοικήσεως του ηγεμόνα της Ρωσίας»[6].
Το 1564, λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο άγιος απεικονίζεται στους τοίχους του πρόναου του Ναού του Μπλαγοβένσκι του Κρεμλίνου της Μόσχας ανάμεσα σε φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή η τιμή δεν έγινε ποτέ στην ιστορία των Ρώσων, ούτε πριν ούτε μετά από τον Μάξιμο μέχρι σήμερα[7].
Ο άγιος, μετά την κοίμησή του, εμφανίζεται στον ύπνο αγαπητών του προσώπων, τα οποία δεν πρόλαβαν να πάρουν την ευλογία του πριν κοιμηθεί, ή τους αναγγέλλει ότι βρίσκεται στην βασιλεία του Θεού. Σε άλλους προαναγγέλλει την αποδημία τους από τον κόσμο, όπως στον μοναχό Νικόδημο.
Μερικοί προσκυνητές του τάφου του αφηγήθηκαν την θαυματουργική διάσωσή τους από εχθρούς, οι οποίοι τους επιτέθηκαν. «Στον δρόμο μας επιτέθηκαν οι Τούρκοι στρατιώτες και ήθελαν να μας κτυπήσουν. Καλέσαμε σε βοήθεια τον Θεό και τους οσίους πατέρες Σέργιο, Νίκωνα και αυτόν τον νεώτερο όσιο πατέρα μας Μάξιμο Γραικό. Και ξαφνικά διώχθηκαν οι εχθροί μας». Περιγράφουν τον άγιο Μάξιμο ότι «ήταν μεγάλης ηλικίας, με μεγάλη στρογγυλή γενειάδα».
Αναφέρονται πολλές θαυματουργικές ιάσεις προσώπων, τα οποία έπασχαν από διάφορες ασθένειες. Ο άρχοντας Αλέξιος Ιβάνοφ Βοροντίσκι, που ήταν πολύ άρρωστος, δεκαέξι χρόνια μετά την κοίμηση του αγίου Μαξίμου θεραπεύτηκε με τις ευχές του, τρώγοντας τα κόλλυβα μετά την τέλεση της μνήμης του αγίου.
Το 1561 επί πατριάρχου Νίκωνος κάποιος ήλθε να εκπληρώσει ένα τάμα στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου. Μετά την παράκληση που έψαλε στο παρεκκλήσι κουρασμένος κάθησε πάνω στην πλάκα ενός τάφου. Ξαφνικά κάποια δύναμη τον έρριξε κάτω και κτύπησε πάρα πολύ. Αφού με δυσκολία πλησίασε, ρωτούσε τους ανθρώπους σε ποιόν ανήκε ο τάφος. Του απάντησαν: «Του μοναχού Μαξίμου του Γραικού». Τότε ζήτησε συγχώρηση από τον άγιο, έκανε παννυχίδα προς αυτόν και έγινε τελείως καλά.
Ο διακονητής Ιωάννης δεν πίστεψε στο θαύμα και με υπερηφάνεια κάθησε πάνω στον τάφο. Τρεις φορές έπεσε κάτω και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά στο πρόσωπο. Συναισθάνθηκε το σφάλμα του και παρακάλεσε τον Κύριο στρεφόμενος στην εικόνα του να τον συγχωρήσει. Κοιμήθηκε και είδε κάποιον άγνωστο μοναχό να προσεύχεται προς τον Χριστό. Τον ρώτησε ποιός είναι, και του απάντησε: «Εγώ είμαι ο Μάξιμος ο Γραικός». Τότε ο Ιωάννης του ζήτησε συγχώρηση. Ο άγιος Μάξιμος του είπε με οργή: «Γιατί με ατιμάζεις; Ακουσες ότι την ίδια ημέρα κτύπησε ο άνθρωπος που κάθησε πάνω στον τάφο μου. Ιδού, για την απιστία σου τιμωρήθηκες όπως έπρεπε».
Το 1574 ο άγιος Μάξιμος εμφανίστηκε σε όραμα στον ιερέα Θεόδωρο και τον θεράπευσε από θανάσιμη ασθένεια ευλογώντας με τον Τίμιο Σταυρό. Την ίδια χρονολογία θεράπευσε τον Ιβάν Μιχαήλοφ Καλίτιν, ο οποίος πονούσε στο αριστερό του μάτι επί 7 χρόνια και 2 μήνες. Συγχρόνως θεράπευσε και την απιστία του προς το πρόσωπό του.
Ο χωρικός Βασίλειος Μιχαήλοφ από το χωριό Σέρτσιν τραυματίστηκε σοβαρά από το αφηνιασμένο άλογό του, ενώ έκανε εργασίες. Μεταφέρθηκε μισοπεθαμένος στο σπίτι του. Ακουσε για τον θαυματουργό άγιο Μάξιμο και παρακάλεσε να τον μεταφέρουν στον τάφο του. Εκεί έγινε καλά και επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος δοξάζοντας τον Θεό.
Το 1581 ο ευγενής Μιχαήλ Ιβάνοφ Σούστοφ, από το χωριό Νταμασκόφ της πόλης Γιαροσλάβ, θεραπεύθηκε από φοβερό πονόδοντο, όταν πήγε να προσκυνήσει τον τάφο του αγίου Μαξίμου.
Το 1584 ο άγιος Μάξιμος θεράπευσε από δαιμόνιο τον Βασίλειο Ιβάνοφ Ζαμόσιν από το χωριό Γκολοβίν που υπέφερε επί δύο χρόνια. Ο ίδιος διηγήθηκε την εμφάνιση του οσίου. «Ήρθε ένας άνδρας με ωραίο πρόσωπο, μεγάλης ηλικίας, με στρογγύλα μεγάλα γένια και έβγαλε τον δαίμονα από μένα και άρχισε να τον κτυπά πολύ με σιδερένια βέργα και του είπε: “Γιατί παιδεύεις τον δούλο του Θεού; Από δώ και πέρα να μην τον αγγίξεις”«.
Ανάμεσα στα θαύματα του αγίου αναφέρονται θεραπείες ανθρώπων από δάγκωμα φιδιού ή από φοβερούς πονοκεφάλους, θεραπείες παραλύτων, τυφλών, κωφών, λεπρών, κωφαλάλων εκ γενετής, γυναικών που έπασχαν από ατεκνία, δαιμονισμένων, αλκοολικών, και πολλών που έπασχαν σε διάφορα μέρη του σώματος.
Το 1593 εμφανίσθηκε στον ύπνο του τσάρου Θεόδωρου Ιβάνοβιτς, που ξεκουραζόταν στην σκηνή του κατά τον πόλεμο με τους Γερμανούς, και τον προειδοποίησε να την εγκαταλείψει, γιατί κινδύνευε η ζωή του. Πράγματι ένα βλήμα πέτυχε το κρεβάτι του, όταν έφυγε μακριά από αυτό. Ο τσάρος από ευγνωμοσύνη φιλοτέχνησε την εικόνα του αγίου, την διακόσμησε με χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμες πέτρες και την μετεφέρε στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Παναγίας. Όταν έγινε η Θεία Λειτουργία και ο Αγιασμός, πέντε άτομα, τυφλοί, κουτσοί και λεπροί, που προσκύνησαν την εικόνα, έγιναν καλά[8].
Κατάταξη του Αγίου Μαξίμου στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως κατέταξε στο Αγιολόγιό της τον άγιο Μάξιμο το 1988. Το ίδιο έτος το Πατριαρχείο της Ρωσίας, κατά τον εορτασμό της Χιλιετίας του εκχριστιανισμού της Ρωσίας, τον αναγνώρισε επίσημα και τον κατέταξε στην χορεία των αγίων της. Η Εκκλησία της Ρωσίας με απόφαση της Συνόδου του 1988 κατέταξε εννέα αγίους στο Αγιολόγιό της μεταξύ των οποίων και τον άγιο Μάξιμο[9].
Στην Ελλάδα αναγνωρίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας ο άγιος Μάξιμος το 1988, πριν γίνει η επίσημη αναγνώρισή του από την Εκκλησία της Ρωσίας. Πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή έγινε χάρις στις «ευλαβείς και αξιεπαίνους πρωτοβουλίας» του Κωνσταν­τίνου Τσιλιγιάννη, δικηγόρου και ιστορικού συγγραφέα[10].
Η πρώτη προσπάθεια ανακομιδής των λειψάνων του αγίου Μαξίμου έγινε το 1591 επί πατριαρχείας Ιώβ. Ο άγιος Ιώβ αναγ­κάστηκε να προβεί σε αυτήν την ενέργεια μετά από τα πολλά θαύματα που συνέβαιναν στον τάφο του αγίου. Παρόλο όμως που ανοίχτηκε ο τάφος και ευωδίασε ο τόπος από το λείψανο του αγίου και αφού ο άγιος Μάξιμος θεράπευσε έναν παραλυτικό και έναν τυφλό, σε αποκάλυψη που έκανε στον παρόντα μητροπολίτη Ιωσήφ δεν επέτρεψε να γίνει η ανακομιδή, και τα λείψανα παρέμειναν στον τάφο[11]. Τελικά η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε ύστερα από 405 χρόνια, στις 21 Ιουνίου του 1996 (π.ημ.). Ο αρχαιολόγος Σέργιος Μπελιάεφ, υπεύθυνος της ομάδας για την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Μαξίμου, αναφέρει ότι μόλις εμφανίστηκε η κάρα του οσίου γέμιζε ο τόπος με άρρητη ευωδία που έγινε αισθητή απ’ όλους τους παρόντες και διήρκεσε για αρκετές ημέρες[12].
Η παράδοση μέρους των λειψάνων του για την Μονή της μετανοίας του, την Μονή Βατοπαιδίου, έγινε στις 8 Ιουλίου του 1997 (π.ημ.) στον ιερό ναό της Παναγίας του Καζάν από τον πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ.κ. Αλέξιο στον καθηγούμενο της Μονής αρχιμανδρίτη Εφραίμ. Οι εορτασμοί μετακομιδής του λειψάνου του αγίου Μαξίμου στην Μονή Βατοπαιδίου έγιναν στις 14 Ιουλίου του 1997 (π.ημ.). Τον Μάιο του 2006 άρχισαν οι εργασίες για την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ιερού ναού προς τιμήν του στην γενέτειρα του αγίου, στην Αρτα.
Η πνευματική τροφός του αγίου Μαξίμου, η Μονή του Βατοπαιδίου, θεωρεί τον Μάξιμο ως ένα από τα πιο περιφανή και αγαπητά τέκνα της, γι’ αυτό και καθιέρωσε παρεκκλήσιο εντός της Μονής στο όνομά του[13]. Επίσης τον μνημονεύει και ζητά την πρεσβεία του στην Απόλυση κάθε Ακολουθίας[14].
Πανηγυρικές Ακολουθίες στον άγιο Μάξιμο συνέταξαν ο αρχιμανδρίτης Φιλάρετος Βιτάλης και οι μακαριστοί γέροντες Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός και ο Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης.
Ο άγιος Μάξιμος υπήρξε τέλειος μιμητής του Χριστού, φίλος και αδελφός Του[15], ακολούθησε τα ίχνη του Χριστού[16], έζησε την εσταυρωμένη ζωή, βάσταζε τα στίγματα του Χριστού στο σώμα του[17]. Η θεία Πρόνοια ευδόκησε να δεχθεί ο Μάξιμος υπερφυσικούς πειρασμούς, και ίσως πολλοί να διερωτώνται, γιατί ο Θεός επέτρεψε τέτοιου είδους θλίψεις. Ο μακαριστός Γέρον­τας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός ομιλεί με πολλή διάκριση για τα είδη των πειρασμών: «Αλλοι είναι οι πειρασμοί των αγωνιστών, για να προσθέσουν κέρδος και πρόοδο στον αγώνα τους· άλλοι είναι οι πειρασμοί των ραθύμων και απροθύμων, για να προφυλάσσον­ται από τα βλαβερά και επικίνδυνα· άλλοι είναι οι πειρασμοί αυτών που νυστάζουν και κοιμούνται, για να τους ξυπνήσουν. Διαφορετικοί είναι οι πειρασμοί αυτών που απομακρύνονται και πλανώνται, για να πλησιάσουν κοντά στον Θεό· διαφορετικοί τέλος είναι οι πειρασμοί των δικαίων και φίλων του Θεού, για να κληρονομήσουν την επαγγελία. Υπάρχουν και πειρασμοί των τελείων, που επιτρέπει ο Θεός, για να τους προβάλλει στην Εκκλησία ως στήριγμα των πιστών και ως παράδειγμα προς μίμηση. Υπάρχει και άλλο είδος πειρασμών των τελείων, όπως του Κυρίου και των αποστόλων, που πλήρωσαν τον νόμο της (επι)κοινωνίας με τον κόσμο σηκώνοντας τους δικούς μας πειρασμούς»[18]. Αυτό το τελευταίο είδος των πειρασμών των τελείων ήταν ετοιμασμένο από την θεία Πρόνοια για να υπομείνει και ο άγιος Μάξιμος και με την Χάρη του Χριστού αναδείχθηκε νικητής.
Ταπείνωσε, κένωσε τον εαυτό του, και γι’ αυτό και δοξάσθηκε μετά θάνατον με την άκτιστη άφθαρτη δόξα του Θεού. Αφησε ένα υπόδειγμα βίου, πολύ υψηλό και ανέφικτο προς μίμηση, που μαρτυρεί ότι «Ιησούς Χριστός, χθές και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»[19]. Ήταν ο σοφός, ο λόγιος, ο επιστήμονας της εποχής του, αλλά και ο φίλος του Νυμφίου Χριστού, ο αληθινός μοναχός, ο χαρισματικός ποιμένας, που αγάπησε τον άνθρωπο και έδωσε όλο το είναι του στην ανιδιοτελή και υψηλή αυτή διακονία του.
Πηγή: Άπαντα Αγίου Μαξίμου Γραικού, Αγίου Μαξίμου Γραικού Λόγοι, Τόμος Α΄, Μετάφραση: Μάξιμος Τσυμπένκο – Τιμόθεος Γκίμον, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011.
——————————————————————————–
[1]. Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σ. 508.
[2]. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη, Περί τού τάφου τού αγίου Μαξίμου τού Γραικού, Άγιον Όρος 1994, σσ. 11-12.
[3]. Λεπτομέρειες γιά τίς ανασκαφές μέ σκοπό τήν ανεύρεση τού τάφου τού αγίου Μαξίμου βλ. στό Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη, Περί τού τάφου τού αγίου Μαξίμου τού Γραικού, Άγιον Όρος 1994.
[4]. Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, ό.π., σ. 508.
[5]. Ιακ. 2,20.
[6]. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη, ό.π., σ. 13.
[7]. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη, ό.π., σ. 13.
[8]. Τά παραπάνω θαύματα έχουν ληφθεί από τήν Συλλογή τού Β. Μ. Ουντόλσκι, Rossijskaja Gosudarstvennaja Biblioteka (Κρατική Ρωσική Βιβλιοθήκη), τμ. 310, κώδ. 338 (18ος αι.), φ. 83 κ.ε.
[9]. Βλ. Ειρήνης Κασάπη, Οι ανακηρύξεις αγίων στήν Ρωσική Εκκλησία, Αθήνα 2009, σσ. 59-66. Πρβλ. Παντελή Πάσχου, Άγιοι, οι φίλοι τού Θεού, εκδ. Αρμός, Αθήνα χ.χρ., σ. 137.
[10]. Βλ. Αρχιμ. Γεωργίου Χρυσοστόμου, «Η αναγνώριση τού Μαξίμου τού Γραικού ως Αγίου καί ο καθορισμός κοινής εκκλησιαστικής πράξης αναγνώρισης Αγίων από τήν Ορθόδοξη Εκκλησία», Σκουφάς, τόμ. 8, τχ. 72-73, Αρτα 1989, σσ. 8-9. Ο οικουμενικός πατριάρχης εξέφρασε μέ γράμμα του «τήν ευαρέσκειαν τής Μητρός Εκκλησίας» αναγνωρίζοντας τίς ανωτέρω πρωτοβουλίες τού κ. Τσιλιγιάννη. Βλ. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη, ό.π., σ. 17.
[11]. Βλ. Sergej Belokurov, O biblioteke moskovskikh gosudarej v XVI stoletii (Η βιβλιοθήκη τών ηγεμόνων τής Μόσχας κατά τόν 16ον αιώνα), Παράρτημα, σσ. LΧΧΧ-LXXXII, Μόσχα 1898.
[12]. Ο Μπελιάεφ ήταν υπεύθυνος γιά ανακομιδές λειψάνων τριάντα αγίων, πού έγιναν στήν Ρωσία τά τελευταία χρόνια. Η μαρτυρία του γιά τήν ευωδία τού λειψάνου τού αγίου Μαξίμου είναι πολύ σημαντική. Βλ. Sergej Beljaev, Otchet o obretenii svjatyh moschej prepodobnogo Maxima Greka (Έκθεση γιά τήν ανακομιδή τών ιερών λειψάνων τού οσίου Μαξίμου Γραικού), εκδ. Axion Estin, Αγία Πετρούπολη 2007, σ. 29 (ψηφιακή έκδοση).
[13]. Τό παρεκκλήσιο τού Αγίου Μαξίμου έγινε τό 1998 στήν βορειοανατολική πλευρά τής Μονής, στό λεγόμενο Νοσοκομείο, ακριβώς κάτω από τό παρεκκλήσιο τού Αγίου Παντελεήμονος. Βλ. Πρακτικό ΙΗ΄ 18-9/1-10-1998 τής Ιεράς Συνάξεως τής Μονής.
[14]. Αυτό έγινε μέ απόφαση τής Γεροντίας τής Μονής τό 1997.
[15]. Βλ. Ιω. 15,14 καί Ματθ. 28,10.
[16]. Βλ. Α΄ Πέτρ. 2,21.
[17]. Βλ. Γαλ. 6,17.
[18]. Γέροντος Ιωσηφ Βατοπαιδινού, Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, έκδ. Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 82008, σσ. 194-195.
[19]. Εβρ. 13,8.

Category Archives: ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ

      


Γόνος ισχυρής βυζαντινής οικογένειας προερχόμενης από τον Μυστρά, ο κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης γεννήθηκε περί το 1470 στην Άρτα και σπούδασε τα πρώτα γράμματα στην Κέρκυρα, κοντά στον λόγιο θείο του Μιχαήλ Τριβώλη και τον επιφανή δάσκαλο Ιωάννη Μόσχο. Σε ηλικία περίπου είκοσι ετών μετέβη στην Φλωρεντία, όπου φοίτησε κοντά στον ονομαστό φιλόλογο Ιανό Λάσκαρι καθώς και στην Πλατωνική Ακαδημία του Μαρσίλιο Φιτσίνο. Κατόπιν, συνεργάσθηκε στη Βενετία με τον Άλδο Μανούτιο, τον ονομαστό εκδότη των αρχαίων Ελλήνων κλασσικών. Τα πύρινα κηρύγματα του επίδοξου κοινωνικού αναμορφωτή Σαβοναρόλα φέρεται να συγκίνησαν ιδιαίτερα τον Μιχαήλ Τριβώλη, ο οποίος απογοητευμένος από το βίαιο τέλος του Δομινικανού μοναχού εγκατέλειψε τα πάντα και εκάρη μοναχός το 1507 στο Βατοπέδι, με το όνομα Μάξιμος.
Η ελπίδα του ήταν να περάσει τον υπόλοιπο βίο του στην αφάνεια, αφιερωμένος στη μελέτη και την προσευχή, όμως η μοίρα άλλα του επεφύλασσε. Το 1515 ο ηγεμόνας Βασίλειος Γ’ Ιβάνοβιτς της Μοσχας ζήτησε από τον Πρώτο του Αγίου Όρους να σταλεί στη χώρα του ο λόγιος Βατοπεδινός μοναχός Σάββας, προκειμένου να αναλάβει τη διόρθωση των Σλαβονικών μεταφράσεων των λειτουργικών βιβλίων. Καθώς όμως ο Σάββας ήταν γέρος και άρρωστος, αντ’ αυτού εστάλη στη Ρωσία ο Μάξιμος, που επίσης έχαιρε μεγάλου κύρους στον Άθω.
Παλεύοντας με μία γλώσσα άγνωστη έως τότε σε αυτόν, αλλά έχοντας τη βοήθεια των ικανών γραφέων και μεταφραστών που έθεσε στη διάθεσή του ο ηγεμόνας, ο “Μακσίμ Γκριέκ”, όπως έγινε γνωστός στη νέα του πατρίδα, σύντομα ολοκλήρωσε τη μεταγραφή του Ψαλτήρος και κατόπιν των Πράξεων των Αποστόλων, των Αποστολικών Κανόνων, των ομιλιών του Ιωάννου του Χρυσοστόμου κ.ά. Τα επίμονα αιτήματά του να του επιτραπεί η επάνοδος στη μονή της μετανοίας του, απορρίπτονταν από τον Βασίλειο, που του ανέθετε διαρκώς νέα καθήκοντα.
Όμως ο Μάξιμος δεν έμεινε απαθής παρατηρητής της ζωής στη Μοσχοβία και σύντομα βρέθηκε όχι μόνο να καταγγέλλει σε κείμενά του τις επικρατούσες προλήψεις και την κοινωνική αδικία, αλλά και να συνδέεται με προσωπικότητες όπως ο παραγκωνισμένος βογιάρος διπλωμάτης Ιβάν Μπεκλεμίσεφ και ο πρίγκηπας-μοναχός Βασσιανός Πατρικέγεφ. Τοποθετήθηκε έτσι, σύντομα ο Μάξιμος στην καρδιά της σύγκρουσης “Ακτημόνων” και “Κατεχόντων”, που έμελλε να σφραγίσει την πορεία της Ρωσίας προς ένα ισχυρό συγκεντρωτικό κράτος.
Ορθόδοξο αντίστοιχο, τρόπον τινά, των “μικρών” Φραγκισκανών, οι Ακτήμονες (στα ρωσικά: Νεστιαζάτελι) έθεσαν εκ νέου το ερώτημα των σχέσεων θρησκείας, εξουσίας και ιδιοκτησίας, σε μία εποχή κατά την οποία το ένα τρίτο της ρωσικής γης ήταν μοναστηριακή περιουσία και οι κάτοικοί της εκκλησιαστικοί δουλοπάροικοι.Κυριότεροι εκφραστές της τάσης των Ακτημόνων, πριν από τον Μάξιμο των Γραικό, ήσαν οι “Ζαβόλγειοι” (δηλ. οι ερημίτες που είχαν εγκατασταθεί πέραν του Βόλγα, ορίου τότε της ρωσικής επικράτειας), με προεξέχοντα ανάμεσά τους τον Νείλο Σόρσκι.
Βασικός αντίπαλός τους, υπήρξε ο Ιωσήφ, ιδρυτής και ηγούμενος της ισχυρής μονής του Βολοκολάμσκ, ο οποίος υποστήριζε ένα καισαροπαπικό μοντέλο, που τον έκανε ιδιαίτερα αρεστό στους Μεγάλους Ηγεμόνες, οι οποίοι τον καιρό εκείνο προσπαθούσαν να εμπεδώσουν την εξουσία τους απέναντι στους περιφερειακούς πρίγκηπες. Στα ησυχαστικά κηρύγματα των Ακτημόνων, οι οποίοι ζητούσαν την επιστροφή στις παραδοσιακές μοναχικές αξίες της πενίας και της ταπεινοφροσύνης, ο Ιωσήφ αντέτασσε (προλειαίνοντας το έδαφος για το ιδεολόγημα της “Μόσχας ως Τρίτης και Τελευταίας Ρώμης”) το “θεόσταλτο” της εξουσίας των τσάρων και την ανάγκη συνεργασίας της κοσμικής με την πνευματική εξουσία. Το πώς το εννοούσε αυτό, φάνηκε καθαρά όταν οι θιασώτες της αίρεσης του “Ζαχαρία του Ιουδαίου” στο Νοβγκορόντ οδηγήθηκαν στην πυρά, παρά τις εκκλήσεις του Νείλου Σόρσκι να επιστρατευθεί από την Εκκλησία η δύναμη του παραδείγματος και η χριστιανική συγχώρηση…
Ως υποστηρικτής των Ζαβολγείων στη διαμάχη τους με τους Βολοκολαμίτες και επικριτής των πολιτικών των ηγεμόνα Βασίλειου, ο Μάξιμος ο Γραικός δεν άργησε να πέσει σε δυσμένεια. Τον Μάιο του 1525, σε σύνοδο στην οποία προήδρευε ο ίδιος ο Βασίλειος Ιβάνοβιτς και χρέη εισαγγελέα εκτελούσε ο Μητροπολίτης Μόσχας Δανιήλ (πνευματικό τέκνο του Ιωσήφ), ο Έλληνας μοναχός κρίθηκε ένοχος για αίρεση, παραποίηση των Ιερών Γραφών, μαγεία, συνομωσία κατά του ηγεμόνα και κατασκοπεία για λογαριασμό του Τούρκου πρέσβυ και καταδικάσθηκε σε απομόνωση στη… Μονή Βολοκολάμσκ, όπου υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και του απαγορεύθηκε να διαβάζει και να γράφει. Το 1531 ακολούθησε νέα καταδίκη του, με βαρύτερες κατηγορίες και του απαγορεύθηκε η Θεία Κοινωνία. Οι συνθήκες κράτησής του βελτιώθηκαν, όταν ο Μάξιμος μεταφέρθηκε στη Μονή Οτρότς του Τβερ, όπου ο επίσκοπος Ακάκιος του επέτρεψε την πρόσβαση στα βιβλία.
Παρά τις εκκλήσεις των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας να επιτραπεί η επιστροφή του δύστυχου Αθωνίτη στο Βατοπέδι, ο Μάξιμος παρέμεινε φυλακισμένος επί 23 έτη. Απελευθερώθηκε το 1548 και αποσύρθηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδας του Σεργκίεφ Ποσάντ όπου και πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1556.

Αργότερα, ανεγέρθηκε επί του τάφου του παρεκκλήσι, ενώ η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1988. Σε μία εντυπωσιακή άσκηση ισορροπίας, η Ρωσική Εκκλησία αναγνώρισε ως αγίους τόσο τον Ιωσήφ του Βολοκολάμσκ όσο και τον Νείλο Σόρσκι και τον Μάξιμο τον Γραικό, αν και τους τελευταίους με χαρακτηριστική καθυστέρηση μερικών αιώνων…

Απολυτίκια
Απολυτίκιο-Α
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ασκήσει τὸ πρότερον, παιδαγωγήσας σαυτόν, ἐν ὄρει τοῦ Ἄθωνος, καὶ νεκρωθεὶς τῷ Θεῷ, τὸν κόσμον κατέλαβες· μέγας φανεὶς παμμακαρ ἰσαπόστολος νέος, ἔστρεψας πλανωμένους εἰς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, διὸ θεόφρον Μάξιμε, ἡμῶν μνημόνευε.
Ἀπολυτίκιο-Β
Ήχος α’.
Του λίθου σφραγισθέντος Λακεδαιμονίων τον γόνον, και της Άρτης το καύχημα, τον φωστήρα των Ρώσων και του Άθω αγλάισμα, τιμήσωμεν συμφώνως οι πιστοί, βοώντες προς αυτόν ειλικρινώς, δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα των Ορθοδόξων το νέον καύχημα.
Ἀπολυτίκιο-Γ
Ήχος δ’.
Εξ Άρτης ανέτειλας, ώσπερ αστήρ φαεινός, σοφία κοσμούμενος, και αρετών τω φωτί, Πατήρ ημών Μάξιμε` όθεν την εν Ρωσία , Εκκλησίαν λαμπρύνας, λόγω σου Ορθοδόξω, και ορθότητι βίου,ενήθλησας νομίμως, και δόξης ηξίωσαι.
 

    Δημοσιεύθηκε από στο Ιανουαρίου 19, 2011 in ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ