Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Το μισάνοικτο παράθυρο.

Το μισάνοικτο παράθυρο.


Φθινόπωρο. Αν και νωρίς το απόγευμα, ο ήλιος ήδη μας έχει αποχαιρετίσει. Το μοναστήρι λουσμένο σε αποχρώσεις του δειλινού μοιάζει σαν ανέκδοτο ποίημα που πρώτη φορά το θωρείς.
Περιδιαβαίνω τους χώρους της άσκησης και της σιωπής. Μου κεντρίζει την προσοχή ένα μισάνοικτο παράθυρο. Πλησιάζω με δέος…

Ένα καντηλάκι αχνοφαίνεται καθώς τρεμοπαίζει από το απαλό αεράκι που εισβάλει μέσα στο δωμάτιο. Νωχελικά η ευωδιά του θυμιάματος απλώνεται στον χώρο. Και εκεί, μπροστά στο λιτό εικονοστάσι μία μορφή απόκοσμη στέκει γονατισμένη, βουβή, γεμάτη μυστήριο.
Στο ημίφως διακρίνεται το πρόσωπό του. Ένας μοναχός. Δεν έχει περάσει τα 40 χρόνια ζωής και όμως τα μαλλιά και τα γένια του έχουν ντυθεί στα άσπρα… είναι σαν να παραδόθηκε εδώ και καιρό στον χρόνο.
Το κάλλος της νιότης χάθηκε μέσα στην άσκηση,  στην νηστεία, στην αγρυπνία, στις εκούσιες στερήσεις, στην προσευχή.
Ακίνητος. Γονατιστός. Τα ροζιασμένα χέρια του κρατούν ένα μικρό κομποσχοίνι. Φωνή δεν ακούς, μόνο τα χείλη ανοιγοκλείνουν σε ένα συγκεκριμένο χορό. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό».
Από τα κλειστά του μάτια δραπετεύουν μερικά δάκρυα. Μπορείς να αισθανθείς τον πόνο του και την χαρά του. Την αγωνία και την ηρεμία του. 
Ακίνητος. Γονατιστός.
Μετά από αρκετή ώρα κάνει να σηκωθεί. Δυσκολεύεται. Έχει ώρα σε αυτή τη στάση και τα πόδια του τον προδίδουν. Το σώμα του μουδιασμένο προσπαθεί να υπακούσει. Τώρα, στέκει όρθιος. Καμπουριασμένος. Λευκασμένος μέσα στα μαύρα. Βουβός. Πνιγμένος μέσα στην νίψη της στιγμής.
Ξάφνου γυρνά προς το μέρος μου. Τα μάτια του καρφώνονται στα δικά μου. Το μισάνοικτο παράθυρο με πρόδωσε. Η ανάσα μου ακούγεται σαν δυνατός κρότος μπροστά στην σιωπή του. Δεν μου μιλά. Μόνο μου γνέφει. Μου γνέφει και απομακρύνεται. Χάνεται μέσα από το εκστατικό βλέμμα μου.
Τα μάτια του κουρασμένα αλλά καθάρια ακόμα σαν να με κοιτούν. Δεν μου είπε τίποτα όμως μου μίλησε.
«Και λοιπόν; Τι κατάλαβες που με είδες;Είδες έναν αμαρτωλό μοναχό να ζητά έλεος.Είδες έναν επαίτη της Αγάπης Του.Είδες έναν ταλαίπωρο μοναχό ναν παλεύει ακόμα με τα πάθη του».
Εγώ όμως δεν είδα αυτό…Είδα την άβυσσο της ταπείνωσης.Είδα την ανυπόκριτη άσκηση.Είδα την γνησιότητα της πίστεως.Είδα την ελπίδα μες στο δάκρυ.Είδα το Φως της Ανάστασης μέσα στο ημίφως.Είδα το κάλλος της σιωπής.Είδα την νίκη της προσευχής.
Με είδε και έφυγε… αλλά δεν έφυγε ποτέ από μπροστά μου.
Χάθηκε, αλλά πότε δεν ξεθώριασε η μορφή του από την καρδιά μου.
Μου γνέφει κάθε ημέρα, κάθε στιγμή και μου λέει:
«Και τι κατάλαβες που με είδες; Ωφελήθηκες σε τίποτα; Εσύ πότε θα αλλάξεις; Εσύ πότε θα μετανοήσεις;
Εσύ πότε θα ζήσεις;Πότε θα δεις;Πότε θα ακούσεις;Πότε θα αγγίξεις;
Ξέρεις καλά για τι μιλάω…για Ποιον μιλάω...
Πότε θα βιώσεις την Παρουσία Του;Πότε θα δεις το Φως Του;Πότε θα ακούσεις τον Λόγο Του;Πότε θα οσφρανθείς το κέλευσμά του;Πότε θα αγγίξεις τα ιμάτιά Του;
Ξέρεις καλά για Ποιον μιλάω.
Για Εκείνον που διψά η ψυχή σου. Που αναζητά η λογική σου. Που ψάχνουν οι ερωτήσεις σου. Για Εκείνον τον Άγνωστο που θέλεις να γνωρίσεις...»
Μου γνέφει ο μοναχός εκείνος κάθε ημέρα, μου μιλά, με προτρέπει να κάνω το βήμα, μου δίνει κουράγιο να συνεχίσω.
Μου γνέφει ο μοναχός εκείνος κάθε ημέρα και μετά χάνεται. Και μένω μόνος με τις επιλογές μου. Μένω ακίνητος, βουβός , γονατιστός μπροστά στο τώρα.
Έχει περάσει καιρός από τότε που στάθηκα μπροστά σε εκείνο το μισάνοικτο παράθυρο. Δεν ξέρω  αν προόδευσα πνευματικά από εκείνη την στιγμή.Ένα ξέρω, ότι με στοίχειωσε εκείνο το νεύμα του μοναχού. Με στοίχειωσε η γνησιότητά του. Με στοίχειωσε η σιωπή του.Με στοίχειωσε η άδολη μορφή του.
Δεν γνωρίζω τι απέγινε αυτός ο μοναχός. Δεν τον ξαναείδα. Δεν χρειάζεται να τον ξαναδώ. Ότι ήταν να μου δώσει, μου το έδωσε. Μου πρόσφερε Αλήθεια. Μου έδειξε το κάλλος της ταπείνωσης. Μου απέδειξε ότι και εγώ μπορώ, αρκεί να τολμήσω...
Ένα μισάνοικτο παράθυρο με εισήγαγε σε ένα μυστικό κόσμο. Τον κόσμο του Θεού. Και γι’ αυτό είμαι ευγνώμων…

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
You might also like:

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Μικρό ἀφιέρωμα στὸν ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ



Μικρό ἀφιέρωμα στὸν
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Ο ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ, Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ, Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Ὡς ἁγιογράφος ἄφησεν ἔργα μνημειώδη,
διὰ τῶν ὁποίων ἐπανασυνέδεσε τὴν δι-ακοπείσαν παράδοσιν τῆς Βυζαντινῆς ἁγιογραφίας, ἡ ὁποῖα ἀποτελεῖ ἐποπτικήν δογ-ματικήν καὶ πνευματικήν διδασκαλίαν.
Ὡς λογοτέχνης ἑπηρέασε τὴν πορείαν τῆς νεοελληνικῆς
λογοτεχνίας
καὶ ἔδωσε μαθήματα εὐσέβειας καὶ ἀπλότητος,
καταδείξας τὰς γνήσιας Ὀρθοδόξους πηγᾶς τοῦ λόγου καὶ τοῦ
συναισθήματος, τὸν Θεόν, τὴν κτίσιν, τὸν ἄνθρωπον, εἰς τὴν
πλέον εἰλικρινή καὶ καθαράν ἔκφρασιν.
Ὡς θεολόγος ἐβύθισε τᾶς ρίζας του εἰς τὸ έδαφος τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καὶ ἀνεδείχθη συνεχιστῆς τῆς Πατε-
ρικῆς θεολογίας, τὴν ὁποίαν διηκόνησε μέχρι τῆς τελευταίας
του πνοῆς ὡς θεολογίαν δογματικήν, μυστικήν, λειτουργικήν,
ἀσκητικήν καὶ ἄφησε συγγράμματα, τὰ ὁποια μαρτυροῦν ὅτι 
 ἦτο «ζέων τῷ πνεύματι» καὶ ταπεινός τῷ φρονήματι.
τοῦ Μοναχοῦ (+) Θεοκλήτου Διονυσιάτου
ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ (1895 - 1965)
Ὁ Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1895 στὸ Αϊβαλί, τὶς
ἀρχαίες Κυδωνίες. Οἱ γονεῖς του ἦταν ὁ Νικόλαος Ἀποστολέλλης καὶ ἡ Δέσποινα Κό-
 ντογλου. Ἀδέλφια του ὁ Ἰωάννης, ἡ Ἀναστασία καὶ ὁ Ἀντώνης.
Μετά ἀπό ἕνα χρόνο, δηλαδή τὸ ἔτος 1896, πεθαίνει ὁ πατέρας του καὶ ἀναλαμβά-
 νει τὴν ἀνατροφή του ὁ θείος του, ἀδελφός τῆς μητέρας του, π. Στέφανος Κόντογλου, ἡγούμενος τῆς Ἱεράς Μονῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Κυδωνιῶν.1912. Τελειώνει τὸ Γυμνάσιο τοῦ Αϊβαλιοῦ καὶ μετά ἀπό ἕνα χρόνο γίνεται δεκτός στΓ’ ἔτος τῆς Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν στὴν Ἀθήνα.1914. Φεῦγει γιὰ σπουδές στὴν Ἰσπανία καὶ μετά στὴν Γαλλία, ὅπου τελειώνει τὸ Πο-λυτεχνείο.1919. Ἐπιστρέφει στὸ Ἀϊβαλί.1920. Διορίζεται καθηγητής Γαλλικῶν καὶ Ἱστορίας Τέχνης σὲ Ἐλληνικό Σχολείο.1921. Ἐπιστρατεύεται καὶ παίρνει μέρος στὴν Μικρασιατική ἐκστρατεία.1922. Ἔρχεται στὴ Μυτιλήνη καὶ ἀπό ἐκεῖ στὴν Ἀθήνα ὅπου ἐγκαθίσταται.
1923. Ἐπισκέπτεται τὸ Ἅγιον Ὄρος ὅπου ἦδη εὐρίσκονται ἐκεῖ ἔνα χρόνο οἱ φίλοι του
Στρατῆς Δούκας καὶ ὁ ζωγράφος Παπαλουκᾶς.1924. Παντρεύεται τὴν Μαρία Χατζηκαμπούρη στὸ Ναό Ἁγίας Γλυκερίας στὸ Γαλάτσι μὲ κουμπάρο τὸν Βασίλη Δασκαλάκη.1927. Γεννιέται ἡ κόρη τοῦ Δέσποινα, ποὺ ἦταν καὶ τὸ μοναδικό παιδί του.1960. Τιμᾶται μὲ τὸ βραβεῖο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν γιὰ τὸ ἔργο του «Ἔκφρασις». Ἔπί-σης τὸ ἴδιο ἔτος τοῦ ἀπονέμεται ὁ Ταξιάρχης τοῦ Φοίνικος.1963. Τραυματίζεται μαζί μὲ τὴν σύζυγὸ του ἀπό αὐτοκίνητο στὴν Βούλα.1963. Λαμβάνει τὸ βραβεῖο «Πουρφίνα» γιὰ «Τὸ Ἀϊβαλί ἡ Πατρίδα μου».1965. Τιμᾶται μὲ τὸν Ἐθνικό Ἀριστείο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν.1965. Ἐκδημεῖ πρὸς Κύριον στὶς 13 Ἰουλίου στὴν Ἀθήνα.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

θεραπευτικη νοος

Θεραπευτική τοῦ νοός
(Νοῦς – Ἀνατομία, Νοσολογία καί ἡ θεραπευτική του)
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
πού ἔγινε στήν Πανελλήνια Ἕνωση Γονέων, στήν Ἁγία Παρασκευή τοῦ ὁμωνύμου προαστίου Ἀθηνῶν, τήν Κυριακή στίς 14 Ἀπριλίου 2013.
 
 
 
Τόν τίτλο [τῆς ὁμιλίας] τόν εἴδατε πιστεύω καί μιλάει γιά τή θεραπευτική τοῦ νοός. Κάνει πρῶτα κάτι διαπιστώσεις. Πρῶτα διαπιστώνει τήν ἀνατομία τοῦ νοός καί μετά λέει νοσολογία καί θεραπευτική τοῦ νοός. Θά τά ἀναλύσω αὐτά τά πράγματα ἱστάμενος βασικά, δηλαδή ἀκολουθώντας, τήν Πατερική θεολογία καί τολμῶ νά πῶ πώς σήμερα εἶναι μία ἀκόμα εὐκαιρία, γιατί, ὅλα αὐτά πού θά πῶ σήμερα, κατά τήν Πατερική θεολογία προσεγγίζονται ἀπό τήν ἑρμηνεία πού δίνουν οἱ Πατέρες στό σημερινό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσατε, τοῦ δαιμονισμένου. Ἐκεῖ γίνεται μία λεπτολόγα ἀνάλυση καί προσδιορισμός τοῦ κειμένου τοῦ ἴδιου, τί εἶναι ἀκόμα καί ὁ δαιμονισμός, πέρα ἀπό τήν κατάληψη ἀπό τό δαιμόνιο. Θά τό δεῖτε στήν πορεία. Βέβαια, τίποτε δέν εἶναι σύμπτωση, ἀλλά τό ἐπέτρεψε ὁ Θεός σήμερα νά κάνουμε αὐτήν τήν ὁμιλία, ὅταν ἦταν αὐτό τό Εὐαγγέλιο. Θά τό δοῦμε στήν πορεία. Λοιπόν, τώρα, θά κάνουμε, ἄς ποῦμε, μιά ἰατρική διαπίστωση, θά κάνουμε τήν ἀνατομία τοῦ νοός, ὅπως τή λένε οἱ Πατέρες. Καί μετά ἀφοῦ κάνουμε ἀνατομία, ἄν ὑπάρχει ἀρρώστια σέ ἕνα ὄργανο στό ὁποῖο κάνουμε τήν τομή, μετά προσδιορίζουμε τί ἀρρώστια ὑπάρχει καί μετά προσδιορίζουμε τί θεραπεία θά κάνουμε καί θά ὁρίσουμε.
Νά πῶ δυό λόγια [γιά κάτι], πού εἶναι πάρα πολύ οὐσιαστικό νά τό ξέρουμε καί εἶναι μιά γενική γνώση μέν, ἀλλά οὐσιαστική, πού πιστεύω καί οἱ χριστιανοί μας πρέπει νά τή γνωρίσουν ἀφοῦ εἶναι Πατερική θεολογία. Τίποτα δέν εἶναι κρυμμένο, τίποτα δέν εἶναι δύσκολο. Καί πρέπει οἱ χριστιανοί μας νά ξέρουν λίγο τί εἶναι ἡ ψυχή. Λίγα πράγματα ξέρει ὁ καθένας γιά τήν καρδιά, πολύ λίγα, ἀλλά ξέρει μερικά πράγματα, [γιά τό πῶς] κυκλοφορεῖ τό αἷμα, [γιά] τούς κόλπους. Λίγα πράγματα ξέρει γιά τό στομάχι του. Ἔτσι, ἁπλά πράγματα. Χωρίς νά γίνουνε γνωσιοκράτες, ἀλλά εἶναι πολύ οὐσιαστικό, ἀφοῦ μᾶς ἀφορᾶ, νά ξέρουμε καί τά βασικά ὄργανα τῆς ψυχῆς μας, ἀκολουθώντας καί τή θεολογία τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού μιλάει γιά πολύ βαθιές ἔννοιες καί λέει: «Κοιτάξτε αὐτά δέν τά λέω γιά μερικούς εἰδικούς ἤ γιά τούς μοναχούς, τά λέω γιά ὅλους τούς χριστιανούς». Καί ἐγώ θά τολμήσω, λοιπόν, νά κάνω ἕναν περίπατο μαζί σας, μέ λίγα λόγια νά προσδιορίσω τί εἶναι αὐτό πού λέμε πνευματικά ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Θά τά λέω ὅσο μπορῶ πιό ἁπλά καί πιό συγκεκριμένα, γιά νά τά προσδιορίζω καί μετά ἄν χρειαστεῖ θά μέ ρωτήσετε.
Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου: Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχή καί σῶμα, καί τά δύο εἶναι κτιστά. Ὁ Θεός τά ἔκανε. Εἴμαστε τώρα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν βλέπουμε τό σῶμα, λέμε τί ἔχει τό σῶμα; Λειτουργίες: ἡ πεπτική, ἡ ἀναπνευστική, ἡ καρδιακή ‒ οἱ λειτουργίες τοῦ σώματος. Πολύ ὡραῖα. Κατά τά ἴδια τά μέτρα, ἐπειδή εἶναι ἴδιος ὁ Δημιουργός, δίνει ἴδιες δομές, ἔχει ὄργανα καί ἡ ψυχή. Πολύ ἁπλό δέν εἶναι; Ποιά εἶναι τά ὄργανα τῆς ψυχῆς; Τά προσδιορίζουμε γενικά σέ δύο βασικά ὄργανα, τά ὁποῖα ἔχουνε ποικιλίες, ἀλλά εἶναι δύο ὄργανα. Κρατῆστε, ἔχουμε δύο ὄργανα τῆς ψυχῆς. Τό ἕνα εἶναι ὁ νοῦς καί τό ἄλλο εἶναι ἡ καρδιά. Προσέξτε: «Νοῦς» καί «καρδιά» ‒ ὄχι μόνο ἐγκέφαλος, ὄχι μόνο ἡ βιολογική καρδιά ‒ εἶναι πνευματικοί ὅροι. Εἶναι, λοιπόν, δύο ὄργανα. Σαφέστατα τό λέω γιά νά μήν πεῖτε μετά δέν καταλάβαμε. Νοῦς καί καρδιά εἶναι δύο ὄργανα καί ἔχουνε μία σχέση. Θά δοῦμε τώρα, τί εἶναι ὁ νοῦς. Αὐτό μᾶς ἐνδιαφέρει βασικά, αὐτό θά προσδιορίσουμε. Ἀλλά, πρέπει νά τό συνδέσω καί μέ τήν καρδιά γιά νά εἴμαστε μέσα στό πλαίσιο. Θά δοῦμε, λοιπόν, πῶς ἀρρωσταίνει ὁ νοῦς. Νά δοῦμε πρῶτα τούς πρώτους ὁρισμούς. Γιά νά γίνω κατανοητός, ἀκολουθῶ πάντοτε τήν Πατερική μέθοδο, πού γιά τέτοια θέματα ἔπαιρνα παραδείγματα, κατ᾽ ἀνάγκη παραδείγματα. Καί ὁ Χριστός δεκάδες παραδείγματα καί παραβολές χρησιμοποίησε γιά νά καταλάβουμε πολλά πράγματα. Γιά νά καταλάβουμε τή σπορά στήν καρδιά μας, ἔκανε τόν σποριά πού σπέρνει. Ἄρα, καί ἐμεῖς παίρνουμε παραδείγματα, γιά νά καταλάβουμε πολύ βαθιά πράγματα.
Προσέξτε, λοιπόν, τό ἑξῆς. Δύο τά ὄργανα, νοῦς καί καρδιά. Ποιός τά ἔφτιαξε αὐτά; Ὁ Θεός. Ἄρα, εἶναι Ἐκεῖνος ὁ Δημιουργός. Ἄρα, ἔχουμε τό νοῦ καί τήν καρδιά καί τό Δημιουργό. Θά δώσω, τώρα, ἕνα παράδειγμα πού δέν εἶναι ἀκριβές. Πάντοτε, τά παραδείγματα εἶναι «λίγα». Καί μάλιστα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέει: «Προσέξτε, γιά τέτοια θέματα κατ᾽ ἀνάγκη [χρησιμοποιοῦμε] τά παραδείγματα, ἀλλά ποτέ ἕνα παράδειγμα δέν εἶναι ἀκριβές». Πράγματι! Ἀλλά θά πῶ ἕνα παράδειγμα, μήπως μέ καταλάβετε. Θά πάρω ἕνα παράδειγμα εὔληπτο, ἀπό τή δική μας γνώση, ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου. Ἄς πάρω ἕνα σπίτι, μιά πολυκατοικία, πού πρέπει νά θερμανθεῖ. Τί κάνουμε ἐκεῖ; Βάζουμε ἕνα λέβητα. Στό λέβητα μέσα θά βάλουμε τό πετρέλαιο, θά καίει τό πετρέλαιο καί ὅλα τά δωμάτια θά θερμαίνονται. Πάρτε, λοιπόν, τό ἑξῆς παράδειγμα. Ποιά εἶναι ἡ πρώτη κίνηση; Κάποιος πρέπει νά ζητήσει πετρέλαιο, γιά νά γεμίσει ὁ λέβητας. Κάποιος θά πάει στήν ἑταιρεία, στό πρατήριο καί θά πεῖ: «Θέλω πετρέλαιο». Κάποιος, λοιπόν, στρέφεται κάπου καί ζητάει κάτι. Καί ἐφόσον ἡ ἑταιρεία ἀνήκει σέ αὐτόν τόν κόσμο, δέν θά πεῖ ὄχι, ἀφοῦ εἶναι ἑταιρεία πού χρειάζεται νά πουλήσει πετρέλαιο. Γι᾽ αὐτό ζεῖ καί ὑπάρχει. Ἔ, θά δώσει πετρέλαιο. Ποῦ θά πάει τό πετρέλαιο; Στό λέβητα. Τί θά γίνει ὁ λέβητας; Θά θερμανθεῖ. Καί θά θερμανθεῖ ὅλο τό σπίτι. Μές στή θέρμανση αὐτή, θά θερμανθοῦν καί ὅλα τά διαμερίσματα.
Ἀκοῦστε τώρα. Πρῶτα σκεπτόμαστε ὅτι θέλουμε πετρέλαιο. Χρειάζεται νοῦς. Νοῦς! Ἄρα, θά τό σκεφτεῖ κάποιος καί θά ζητήσει ἀπό κάπου τό πετρέλαιο. Ἀπό ποῦ θά τό ζητήσει; Ποιός μπορεῖ νά θρέψει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου; Μόνο ὁ Θεός! Ἄρα, θά στραφεῖ στόν Θεό, πού θά τροφοδοτήσει ‒ἡ πύρινη Ἀγάπη πάντοτε τροφοδοτεῖ‒ τόν ἄνθρωπο μέ αὐτό τό καύσιμο. Ποῦ πάει τό καύσιμο; Στό λέβητα, πού εἶναι ἡ καρδιά. Ὁ νοῦς ζητάει τό πετρέλαιο, ἀπευθύνεται στόν Θεό· ἐκεῖ στρέφεται, δέν θά πάει κάπου ἀλλοῦ, δέν θά πάει στό περίπτερο πού πουλάει μόνο σοκολάτες καί ἐφημερίδες. Ἄν στραφεῖς ἐκεῖ θά βρεῖς λύση. Κρατῆστε, λοιπόν, στρέφομαι στόν Θεό καί ὅλα αὐτά εἶναι παρμένα ἀπό τήν Πατερική θεολογία, πού ἀξιοποιοῦν τά κείμενα τῆς Γραφῆς. Ὅταν λέει ὁ Χριστός: «Ποιά εἶναι ἡ πρώτη ἀρετή;», «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς [καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς] ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας...» (Μάρκ. 12:30). Εἶναι αὐτή ἡ στροφή πρός τόν Θεό. Βασικό μέγεθος. Ποῦ στρέφεσαι; Στόν Θεό, γιά νά γεμίσεις ἀπό καύσιμα.
Στό σημερινό εὐαγγελικό κείμενο, ρωτάει ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου, λέει: «Μπορεῖς νά κάνεις κάτι;». Καί λέει ὁ Χριστός: «Τό θέμα εἶναι νά μπορῶ ἐγώ; Ἄν μπορεῖς  ἐσύ νά πιστέψεις», τοῦ λέει. Εἶναι ἡ στροφή· προσέξτε, τό «πιστεύεις» εἶναι ἡ στροφή στόν Θεό, ὄχι ἡ θεωρητική πίστη. Βλέπετε μιά πτυχή τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Μπορεῖς νά πιστέψεις; Νά ζητήσεις ἀπό τήν ἑταιρεία τοῦ πετρελαίου; Παίρνεις, λοιπόν... Ὁ Θεός χορηγεῖ, ἐπειδή εἶναι δωρεοδότης. Καί ποῦ χορηγεῖ τή δωρεά Του; Ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἡ ἀποθήκη, γιά νά ζεσταθοῦμε. Καί ὁ ἄνθρωπος γεμίζει. Αὐτό πού λέμε: «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός» (Ψαλμ. 50:12). Ἡ καρδιά τῶν Πατέρων εἶναι ὁ χῶρος ὅπου ἀποθηκεύεται ‒οἱ λέξεις φτωχές‒ ἀλλά ἀποθηκεύεται, μπαίνει τό καύσιμο καί ὅπου ζεσταίνει ὅλο τόν ἄνθρωπο.
Ἕνα ἁπλό σχῆμα, σᾶς ἔδωσα, νά ξέρουμε τί εἶναι ἡ καρδιά καί τί εἶναι ὁ νοῦς. Ἐμᾶς, τώρα, μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι πάρα πολύ κεντρικό σημεῖο. Δηλαδή, θά ζητήσω πετρέλαιο; Καί ἄν δέν ζητήσω εἶμαι κουτός. Ἤ μήπως ζητῶ πετρέλαιο ἀπό λάθος μέρος; Ἤ παίρνω πετρέλαιο πού ἔχει λάθος σύνθεση καί δέν λειτουργεῖ σωστά; Τό κείμενο λέει: «Ἀγαπήσεις ‒πρώτη ἐντολή‒ ἐξ ὅλης καρδίας, ἐξ ὅλης ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας». Καθαρό πράγμα. Ἀπό ἐκεῖ μόνο ζητᾶς. Βασικό μέγεθος. Πιστεύεις;... Παρενθετικός λόγος: Στό σημερινό Εὐαγγέλιο τό παιδί ἦταν δαιμονισμένο, ἀλλά ὁ Χριστός λέει στόν πατέρα ἐσύ νά πιστέψεις. Θά ἔλεγε κάποιος: «Μά δέν ἦταν αὐτός δαιμονισμένος». Πάλι ὁ λόγος ὁ Πατερικός. Προσέξτε, πόσο πανέμορφος εἶναι. Λέει, ἄν τό παιδί σου εἶναι μικρό, καί δέν ξέρει πώς ὅταν κρυώνει πρέπει νά βάλει κουβέρτα, ἐσύ θά μεριμνήσεις νά τοῦ βάλεις κουβέρτα. Ἄν δέν τοῦ βάλεις, τό παιδί θά ἀρρωστήσει. Ὄχι ἐσύ. Ἄρα, δέν κάλυψες τό παιδί σου. Γιά μερικούς πού λένε: «Μά, τί φταίει τό παιδί πού εἶναι δαιμονισμένο;». Καί λέει τό κείμενο: «παιδιόθεν». (Μάρκ. 9:21) Ἄρα, θά πεῖ κάποιος, ποῦ εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ παιδιοῦ; Μπορεῖ ἕνα παιδί νά δαιμονιστεῖ; Εἶναι τό λειτουργικό κοίταγμα. Δέν εἶμαι ἐγώ καί ὁ Θεός, μόνο. Εἶναι ὅλη ἡ κοινωνία, τό λειτουργικό κοίταγμα. Εἶχες ἔγνοια γιά τό παιδί σου νά καλυφθεῖ; Βλέπεις, τό παιδί ‒πού δέν ἤξερε‒ δέν καλύφθηκε πνευματικά. Αὐτό δαιμονίζεται, [ἐνῶ] ὁ πατέρας τώρα γκρινιάζει. Καί ὁ Χριστός ζητάει ἀπό τόν πατέρα νά πιστέψει. «Πιστεύεις;», τοῦ λέει. Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία ἡ μεγάλη.
Νά λοιπόν τώρα, ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά, κάτι προσδιόρισα. Τί συμβαίνει τώρα μέ τή λειτουργία τοῦ νοός, πού εἶναι κεντρικό στοιχεῖο. Τί εἶναι τό κεντρικό στοιχεῖο; Ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας [τό ἀναφέρουν] ὅταν μιλᾶνε γιά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πτώση ποιά εἶναι; Πού ἔφυγε [ὁ ἄνθρωπος] μακριά ἀπό τόν Θεό. Δέ στρέφεται πρός τόν Θεό, αὐτό εἶναι μακριά. Ὁ Θεός εἶναι πανταχοῦ παρών. Ἐδῶ εἶναι, βλέπετε, τό πρατήριο τοῦ πετρελαίου. Ἐγώ δέν πάω καί πάω στό περίπτερο. Εἶναι πανταχοῦ παρών ὁ Θεός, ἀλλά ἐμεῖς δέν στρεφόμαστε. Λένε οἱ Πατέρες, λοιπόν, «Τί ἔπαθαν οἱ πρωτόπλαστοι;». Ἔπαθαν, λέει, ‒προσέξτε, κοινός ὅρος γιά ὅλους τούς Πατέρες‒ «σκοτισμό τοῦ νοός». Σκοτίστηκε τό μυαλό τους καί ἀντί νά ζητᾶνε πετρέλαιο ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχει, πῆγαν ἀλλοῦ καί στραφήκανε. Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου: ἐσκοτισμένος νοῦς. Ἄν, λοιπόν, πεῖ κάποιος πῶς ἦρθε ἡ ἁμαρτία, ἐσκοτισμένος νοῦς. Ἕνας μεθυσμένος δέν ξέρει ποῦ νά πάει τό αὐτοκίνητο. Τό πάει στόν γκρεμό. Ἄρα, ὁ νοῦς εἶναι ἡ βασική αἰτία. Καί τί μπῆκε στό νοῦ μέσα; Μπῆκε ὁ πειρασμός. Ὁ πειρασμός δέν ἔχει καμία δύναμη. Οὐδεμία δύναμη δέν ἔχει. Ὁ Θεός εἶναι ἡ Δύναμη. Ἀλλά, ἅμα ἁμαρτήσουμε πρός τόν Θεό, ὁ πειρασμός μᾶς ἐπηρεάζει. Πάντοτε κάνει προτάσεις ὁ πειρασμός. Ἐδῶ τόλμησε τόν Χριστό νά πειράξει. Ἄρα, ὁ νοῦς, πού εἶναι ἕνα ὄργανο τῆς ψυχῆς, ἔρχεται καί προσβάλλεται ἀπό τόν πειρασμό. Βασικό μέγεθος. Καί ὁ νοῦς σκοτίζεται. Γιατί σκοτίζεται; Γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό. Θά ἀρχίσω νά διαβάζω, γιατί εἶναι πολύ σπουδαῖο, δέν μπορῶ νά ἀγνοήσω τά Πατερικά κείμενα· ὄχι ἁπλῶς νά γίνετε πολύ βαθεῖς γνῶστες, ἀλλά νά μπεῖτε σέ αὐτό τό πανηγύρι τοῦ Πατερικοῦ λόγου, πού εἶναι τόσο πλουραλιστικός, τόσο πλούσιος, τόσο σπουδαῖος. Καμιά φορά, λέμε, τί χάνουμε πού δέν ξέρουμε τούς Πατέρες.
Ἀρχίζω νά διαβάζω Πατέρες. Λέει ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος: «κενωθέντος τοῦ ἀνθρώπου τῆς τοῦ Θεοῦ ἐννοίας, εἰς τά οὐκ ὄντα ἀποστρέφεται»[1]. Ὅταν ἄδειασε τοῦ ἀνθρώπου ὁ νοῦς ἀπό τήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, τότε ποῦ πῆγε; Στά «οὐκ ὄντα». Πῆγε ἐκεῖ πού δέν ὑπῆρχε νά πάρει πετρέλαιο. Φοβερός ὁ λόγος. Ἤ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέει: «ἐξ αὐτοῦ», ἐκ τοῦ Θεοῦ, «πᾶν ἀγαθόν ἀγαθύνεται», πᾶν ἀγαθόν καί «καθόσον ἐξ αὐτοῦ μακρύνεται» ‒ὅλα τά ἀγαθά ἀπό τόν Θεό εἶναι‒ καί καθ᾽ ὅσον ὁ νοῦς ἐξ αὐτοῦ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρύνεται, ποῦ ἔγινε; «ἐν τῷ κακῷ γέγονεν». Φεύγει ἀπό τόν Θεό καί ἀποκτᾶ στό νοῦ του μιά διαστροφή.
Τό ἴδιο πράγμα, λέει ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος μέ ἄλλα λόγια: «Ἄν ὑστερήσει ἡ ψυχή ἀπό τό Πνεῦμα, ὁ ἄνθρωπος παραμένει ψυχικός καί σαρκικός». [Ἡ ὁρολογία ψυχικός καί σαρκικός] εἶναι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, καί λέει: «Τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει αὐτήν τή δύναμη». Ὁ Θεός τί χορηγεῖ στό νοῦ καί στήν καρδιά; Τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτό ζοῦμε στήν Ἐκκλησία. Ἄν αὐτό ὑστερήσει, λέει, ἡ ψυχή ἀπό τό Ἅγιο τό Πνεῦμα, ὁ ἄνθρωπος παραμένει [μόνο] ψυχή· ἔχει ψυχή. Ἀλλά μιά ψυχή πού δέν τροφοδοτεῖται, εἶναι ὁ ψυχικός ἄνθρωπος. «Ψυχικός» ‒ ὁ ἄνθρωπος τῆς ψυχῆς. Βλέπετε, πολλές φορές λένε, ἀκοῦμε στίς τηλεοράσεις καί ραδιόφωνα: «Τώρα θά κάνουμε ἐκπομπή μέ πνευματικούς ἀνθρώπους». Πνευματικός ἄνθρωπος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ζεῖ στήν Ἐκκλησία κοντά στή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μπορεῖ νά εἶναι καί ἕνας καλλιτέχνης, ἀλλά ὄχι μόνο οἱ καλλιτέχνες καί οἱ ἠθοποιοί νά εἶναι πνευματικοί ἄνθρωποι. Μπορεῖ νά εἶναι καί ἕνας καροτσέρης στό δρόμο καί ἕνας ὁ ὁποῖος καθαρίζει τούς δρόμους, ἄν εἶναι κοντά στήν Ἐκκλησία. Βλέπετε, διαστράφηκε ὁ ὅρος «πνευματικός ἄνθρωπος». Γιατί φεύγει μακριά ἀπό τόν Θεό καί ὁ νοῦς του πιά δέν στρέφεται στόν Θεό. Καί μάλιστα πανέμορφα γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή:
«ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καί ἐσκοτίσθη [ὁ] ἀσύνετος αὐτῶν [νοῦς καί ἡ] καρδία» (Ρωμ. Α´,21). «Ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς». Προσέξτε τή λέξη «διαλογισμός». Σχεδόν πάντοτε, εἰδικά στήν Καινή Διαθήκη, ἡ λέξη «διαλογισμός» χρησιμοποιεῖται ὑπό κακή ἔννοια. Λέει ὁ Χριστός, ὅταν βλέπουν κάποιοι ὅτι θά θεραπεύσει τόν παράλυτο: Οἱ «διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν» (Μάρκ. 2:6). Καί λέει ὁ Χριστός: «Τί διαλογίζεσθε;». Βλέπετε δέν εἶναι ἡ λέξη «λογισμός», [εἶναι] «δια-λογισμός». Ἡ διάσπαση τοῦ νοός. Ἀξιοποιῆστε το καί γιά τά αἱρετικά τά θέματα. Διαλογισμός. Εἶναι ἄμεση ἡ πρόσβαση. Δια-λογισμός. Λέξη ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται πάντοτε μέ ἕναν τρόπο ἀρνητικό ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Καί ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος καταλήγει [στήν ἄγνοια], ἐνῶ εἶναι ἔτσι φτιαγμένος, ἔτσι νά στρέφεται στόν Θεό, ὁ νοῦς του νά πηγαίνει νά ζητάει ἀπό τόν Θεό τή βοήθεια ‒ «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου». Καί αὐτό εἶναι ἡ πίστη, πού εἶναι αὐτή ἡ κίνηση πρός τά ἐκεῖ. Αὐτό τό ἀγνοήσαμε.
Καί πᾶμε στήν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «τήν τῆς οἰκείας αἰτίας ἐνόσησεν ἄγνοιαν». Ποιά εἶναι ἡ ἀρρώστια τῶν ἀνθρώπων; [῞Οτι] δέν γνωρίζουν τό γεγονός, πού εἶναι ὁ Θεός κοντά τους. Ἡ νόσος ποιά εἶναι; Ἡ ἄγνοια. Ποιά [εἶναι] ἡ γνώση; Τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἡ γνώση ἄλλων πραγμάτων. [Νόσος εἶναι ἡ] ἄγνοια τοῦ Θεοῦ· ἐκεῖ ἀρρώστησαν. Καί λένε οἱ Πατέρες πανέμορφα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέει, ποιά ἦταν ἡ πρώτη γνώση τοῦ ἀνθρώπου; Ποιά ἦταν; Νά γνωρίζει τόν Θεό. Μετά τήν πτώση, ἡ πρώτη γνώση πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ποιά εἶναι; Γνωρίζει ὅτι εἶναι γυμνός. Τό πρῶτο πράγμα πού καταλαβαίνει ὁ πρωτόπλαστος. Γυμνός τί; Ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί τότε (Γένεση 3:7), «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί αὐτοῦ». Τότε νόμιζε πώς γνωρίζει, καί τότε δέν γνωρίζει πιά. Ἐνῶ, ἔχει τόν Θεό μπροστά Του. Τόν εἶχε μπροστά στά μάτια του. Ὁ νοῦς του ἦταν καθαρός, ὁ νοῦς του δέν ἦταν βρώμικος, δέν ἦταν σκοτισμένος. Ξέρει, βλέπει τόν Θεό, γνωρίζει τόν Θεό. Μετά τήν πτώση πρώτη γνώση εἶναι ἡ γύμνια του. Ποιά εἶναι ἡ γύμνια; Πού ἔχει γυμνωθεῖ ἀπό τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί μάλιστα πανέμορφα, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής ‒σπουδαῖα τά κείμενα του τά ἀσκητικά‒ λέει, βλέπει αὐτό ὁ διάβολος, ὅτι ὁ ἄνθρωπος φεύγει ἀπό τόν Θεό καί βάζει πάνω μας, στό νοῦ μας, ἐκεῖ στή διάνοια, στό νοῦ, τρεῖς γίγαντες. Μιλάει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος γιά τρεῖς γίγαντες. Λέει, πρῶτος γίγας, γίγας πού πλέον σέ πολεμάει καί σέ σκοτώνει: Ἄγνοια Θεοῦ, Λήθη Θεοῦ, Ραθυμία. Πρῶτο ‒δέν ξέρω τόν Θεό· δεύτερο, ‒λήθη Θεοῦ, δέν ξέρω ποῦ δίνουν τό πετρέλαιο καί [ἄν] τό ξεχάσω δέν μπορῶ νά πάρω πετρέλαιο· καί ραθυμία ‒δέν βαριέσαι τώρα... Οἱ τρεῖς γίγαντες, κρατῆστε τους, γιά τόν πνευματικό σας ἀγῶνα: Λήθη Θεοῦ, Ἄγνοια Θεοῦ, Ραθυμία. Καί προσέξτε, ἐπειδή ἡ στροφή πρός τόν Θεό εἶναι συνεχής, μιλᾶμε γιά τήν ἀδιάλειπτο προσευχή. Δέν εἶναι ἕνα κατόρθωμα. Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή εἶναι ἡ συνεχής στροφή τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό.
Γι᾽ αὐτό βλέπετε, βασικά ὄργανα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, λειτουργοῦν ἀδιαλείπτως. Σταματήσατε ποτέ νά ἀνασαίνετε; Σταμάτησε ποτέ ἡ καρδιά σας νά χτυπάει; Σταμάτησαν οἱ βασικές λειτουργίες σας; Ὄχι. Ἔτσι ἔφτιαξε τόν ἄνθρωπο ὁ Θεός, γιά τίς βασικές, ὀργανικές κινήσεις τῆς ὑπάρξεώς μας νά ὑπάρχει τό ἀδιαλείπτως λειτουργεῖν. Δέν θά τό ἔκανε γιά τά πνευματικά; Καί αὐτό τό ἀκατανόητο γιά ἐμᾶς, τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» εἶναι τό πιό δυνατό καί φυσικό, τό ὁποῖο δέν [νοεῖται νά μήν] τό κάνουμε, ὅπως ἐγώ τρώω, κοιμᾶμαι, παίζω, κάνω κουβέντα μαζί σας. Σταμάτησε ἡ καρδιά μου; Αὐτό εἶναι τό ἐπιδιωκόμενο, πού δέν εἶναι ἄθλημα, εἶναι τό «ἀλίμονο ἐάν δέν τό κάνουμε!». Ὅλη ἡ ὕπαρξή μου νά εἶναι στραμμένη στόν Θεό. Ὅταν αὐτό ξεχαστεῖ πιά, δέν πάρω πετρέλαιο ἀπό ἐκεῖ πού πρέπει, πῶς θά ζεσταθεῖ ὁ ὀργανισμός; Προσέξτε, ἔρχομαι λίγο στό κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, ἄν κάποιος τό ἄκουγε τό πρωί, καί κάνει ἐκεῖ τό κείμενο, προσέξτε, λεπτεπίλεπτες ἀναλύσεις. Λέει πῶς συμπεριφερόταν ὁ δαιμονισμένος. Προσέξτε, τρομερά στοιχεῖα. Πρῶτον, λέει, πνεῦμα ἄλαλον, δέν μιλοῦσε. Καί ὁ Χριστός λέει, καί κωφόν καί ἄλαλον. Ἄλαλο δέ μιλάω, κωφό δέν ἀκούω. Αὐτό τί σημαίνει; Μιά ἀκοινωνησία. Ἀκοινωνησία. Δέν εἶχε πάθει κάτι. Ἄλλο πράγμα νά ἔχεις μιά βλάβη ὀργανική στό κέντρο τῆς ὁμιλίας, [πού] δέν μπορεῖς νά μιλήσεις. Μπορεῖς  [ὅμως] νά γίνεις ἅγιος. Δέν εἶχε κοινωνία, δέν ἄκουγε, καί κάτι πάρα πολύ οὐσιαστικό, οὐσιαστικότατο αὐτή τή στιγμή, σέ αὐτό τό καίριο σημεῖο: Αὐτός ὁ δαιμονισμένος, ὅταν βλέπει τόν Χριστό, πέφτει κάτω καί χτυπιέται. Δηλαδή, δέν ἀντέχει τόν Θεό. Καί ταυτόχρονα, τρεῖς ἐξωτερικές ἐνέργειες. Τό κείμενο λέει, ἔφρισσε, ἔφριζε ὁ δαιμονισμένος, ταυτόχρονα ἐξηραίνετο, κάτι, μία ἀκινησία πάθαινε, ἄφριζε. Προσέξτε, ὅλο μαζί! Ἄν τό ἄκουγε κάποιος εἰδικός, κατά τά μέτρα πού ξέρει, τά ἀνθρώπινα μεγέθη, θά ἔλεγε ‒προσέξτε‒ «μανιοκατάθλιψη» θά ἔλεγε. Καί ὡς προσδιορισμός θά ἦταν σωστός, δηλαδή: Μανία (φρίσσω, θυμώνω, χτυπιέμαι κάτω, ἀφρίζω) καί κατάθλιψη, ἀπομόνωση. Μπορεῖ νά προσδιορίσει, λοιπόν, τό ὅτι εἶναι μανιοκατάθλιψη, ἀλλά δέν ξέρει ἀπό ποῦ προῆλθε. Γιατί ὅλος ὁ ἄνθρωπος, ἔφυγε μακριά ἀπό τόν Θεό, δέν εἶναι κοντά στόν Θεό. Ἄλλο νά πάθει μιά βλάβη στό σῶμα του, θά ἦταν ἕνα ἀπό ὅλα αὐτά. Ἐδῶ εἶναι ὅλα μαζί. Καί μάλιστα τό στοιχεῖο τό ὅτι βλέπει τόν Χριστό καί πέφτει κάτω, δέν ἀντέχει τόν Χριστό. Εἶναι καίριοι αὐτοί οἱ προσδιορισμοί. Ἄρα, θά ἔλεγα καί ἐγώ, ὡς ἐκδήλωση, ναί εἶναι μανιοκατάθλιψη. Γιατί προῆλθε; Πῶς θεραπεύεται αὐτή ἡ νόσος τοῦ νοός; Προῆλθε γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό.
Εἴμαστε πάλι στό νοῦ, τώρα. Ὁ νοῦς ὅσο φεύγει μακριά ἀπό τόν Θεό, ἀρχίζει καί διαστρέφεται. Καί, ξέρετε, ὁ νοῦς εἶναι φτιαγμένος γιά νά ἔχει ἡδονή. Ὁ Θεός ἔτσι τόν ἔκανε. Αὐτό πού λέμε ὁ παράδεισος, τά μελλοντικά ἀγαθά, αὐτό πού ζοῦμε κοντά στόν Θεό στήν Ἐκκλησία, εἶναι μία ἡδονή. Ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο ἡδονές. Μᾶς ἔκανε τήν πρόταση, γιά νά μποροῦμε νά τρῶμε, τό φαγητό νά ἔχει γεύση. Εἰδάλλως, μπορεῖ νά μήν τό σκεφτόμασταν· ἀλλά ἔχει κάτι πού μᾶς προκαλεῖ νά πᾶμε νά φᾶμε. Ἄρα, ὅπως ἔτσι εἶναι τό σωματικό, καί στά πνευματικά ἔβαλε μιά ἡδονή νά χαιρόμαστε ἐκεῖ. Λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος, μία μόνο ἡδονή ὑπάρχει, τῆς ψυχῆς. Εἶναι ἡ στροφή τῆς ψυχῆς πρός τόν Λόγον, τόν Χριστό. Δέν ὑπάρχει ἄλλη ἡδονή. Ἄρα, ὁποιαδήποτε σχέση ἀνθρώπινη πού ἔχει ἡδονή, εἶναι ἡδονή τέτοια ‒ στροφή πρός τόν Θεό. Καί λένε πανέμορφα οἱ Πατέρες, ‒τά λέω μέ δικά μου λόγια‒ λένε ἔρωτας χωρίς τόν Χριστό, εἶναι μιά ἡδονή χωρίς περιεχόμενο. Γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία δένει ἄμεσα αὐτή τή στροφή στό Χριστό, μέ ὁποιοδήποτε ἐρωτικό γεγονός. Ὅλα τά ἄλλα πού λέει ὁ κόσμος, εἶναι περιττολογία καί, συγχωρέστε με δηλαδή, εἶναι λίγο σαχλαμάρες. Λένε ἔρωτας, τί σημαίνει ἔρωτας; Χωρίς αὐτήν τή στροφή στόν Θεό, ἄν πάρεις [ἀφαιρέσεις] αὐτήν τήν ἡδονή, τά ἄλλα εἶναι περιστασιακές ἡδονές. Καί ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὀνομάζει αὐτή τήν ἡδονή τήν ἐρωτική χωρίς τόν Χριστό, τή λέει φιλαυτία. Εἶναι βαθύτατοι ὁρισμοί πού πρέπει ὁποιοιδήποτε ἀσχολοῦνται παιδαγωγικά μέ αὐτά τά πράγματα, λίγο νά τά ξέρουν, ἔτσι; Κι ἀντί νά καλλιεργοῦν λάθος ἡδονές, νά καλλιεργοῦν τή στροφή στόν Θεό γιά νά [Τόν] βρεῖ ὁ ἄνθρωπος ἤ τό παιδί μας. Ἀκόμη νά καταλάβει καί τόν ἄλλον. Δέν ἀρνούμεθα τό ἐρωτικό στοιχεῖο ‒τό παίρνω σάν παράδειγμα, ὡς ἡδονή‒ ἀλλά ἀρνούμεθα τήν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ, πού παραμένουν «ξηλωμένοι» ἀπό τόν Θεό. Ἄρα εἶναι φιλαυτία.
Ἡ σωματική ἐρωτική ἡδονή, χωρίς στροφή πρός τόν Θεό εἶναι διαστροφή καί παρά φύση πράξη. Γι᾽ αὐτό, ἄν ξέρετε τήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ προφήτης Δανιήλ καλεῖται ‒διαβάστε Δανιήλ 9:23‒ «ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν». Τί ἐπιθυμιῶν; Αὐτή ἡ καίρια ἡδονή νά στρέφεται στόν Θεό, καί τό προβάλει τόσο ἔντονα. Ἀνήρ ἐπιθυμιῶν, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ ἐπιθυμία; Ἐπι-θυμία, προσέξτε, ἀκόμα καί τά ἑλληνικά: Θυμικό, λειτουργία τῆς ψυχῆς. Ἡ θύμηση ἐπί ‒ κάτι παραπάνω. Καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ἐπιθυμία χωρίς Θεό, «ἐπιθυμία νόσος ἐστί ψυχῆς». Ἡ ἐπιθυμία χωρίς Χριστό, χωρίς Θεό, χωρίς τή στροφή τοῦ νοός στόν Θεό, τή θεραπευτική τοῦ νοός, εἶναι ἀρρώστια. Προσέξτε τί λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ὁ ἄνθρωπος, λέει, στήν κατάσταση πρίν ἀπό τήν πτώση ‒ἀκοῦστε τί λέει‒ ἀγνοοῦσε τόν πόνο. Δηλαδή, ἄν τόν τρυποῦσε ἀγκάθι δέν θά πονοῦσε;... Ἀκοῦστε τί λέει. Ἀγνοοῦσε τόν πόνο, λόγω τῆς τέρψεως πού τοῦ ἔδινε ὁ Θεός ἀπό τήν ἕνωση πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό. Εἶναι τέτοια ἡ τέρψη, πού δέν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τοῦ πόνου. Δέν καταργεῖται τό τρύπημα τοῦ ἀγκαθιοῦ, ἀλλά δέν ὑπάρχει πόνος. Ἄρα, ἀκόμα καί ὁ πόνος ὁ ἰσχυρός, ἡ ἀπελπισία, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν Θεό.
Εἶναι πολύ ὁριακές ἔννοιες πού πιστέψτε με, ὄχι ἐπειδή τά λέμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, εἶναι κρίμα [νά τά ἀγνοοῦν] ὅσοι ἀσχολοῦνται ἔστω ἐπαγγελματικά, θύραθεν, μέ τά θέματα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τουλάχιστον, ἄν ἔχουν τόση γνώση καί ἐμπειρία τοῦ πράγματος, νά πᾶνε λίγο παλαιότερα. Μήν ξεκινᾶνε ἀπό τά ἀπαυγάσματα τῆς ψυχοθεραπευτικῆς καί ἀπό τόν Φρόυντ καί τά λοιπά. Νά πᾶνε παλιά, νά πᾶνε πίσω, νά πᾶνε στό Μάξιμο, νά πᾶνε στό Μᾶρκο τόν Ἀσκητή. Νά μελετήσουν αὐτά τά κείμενα, καί ἄν ἡ σημερινή ἐμπειρία ἔχει κάτι νά τούς πεῖ, νά τούς πεῖ. Ἀλλά αὐτά τά κείμενα γιατί τά πετᾶς; Ἄν τό λένε ἐπιστήμη ‒ὅπως εἶναι‒ ἐπιστήμη σημαίνει γνώση ὅλου τοῦ ἐπιστητοῦ ἀντικειμένου. Δέν ἔχουν πάει σέ αὐτά τά κείμενα, πού εἶναι τόσο καίρια καί ἀγνοοῦν τόν ἄνθρωπο. Γιατί ἡ Ἐκκλησία, αὐτά τά ἔχει σάν καίρια σημεῖα; Γιατί τά ἐφαρμόζεις καί ἔχεις τό ἀποτέλεσμα. Τί σημαίνει; Ἐπιστήμη, τί εἶναι ξέρετε; Κάνω κάτι, διαχρονικά, 2000 χρόνια τό κάνω, τό κάνω σέ ὅλα τά μέρη τοῦ κόσμου, καί ἔρχεται τό ἴδιο ἀποτέλεσμα. Ἄν λοιπόν, πάρω ἕνα φάρμακο, καί τό ἐφαρμόζω 2000 χρόνια, σέ ὅλα τά μέρη τοῦ κόσμου, καί ἔρχεται πάντα ἡ θεραπεία, εἶναι ἐπιστήμη. Αὐτό εἶναι ἐπιστήμη. Ἡ ὁρολογία τῆς Ὀρθοδοξίας μας, στή θεραπευτική τῆς ψυχῆς, εἶναι ἐπιστήμη. Αὐτή εἶναι ἡ ἐπιστήμη. Γιατί γίνεται διαχρονικά, γίνεται σέ ὅλα τά μέρη τοῦ κόσμου καί τό ἀποτέλεσμα πάντοτε εἶναι θεραπευτικό. Ἄν αὐτό δέν εἶναι ἐπιστήμη, τί εἶναι ἐπιστήμη; Ἡ ὁποία κάνει καί προσδιορισμούς τῶν ὀργάνων, βλέπετε. Δηλαδή δέν κάνω ἀνατροπή τῶν γεγονότων, λέω τήν ἀλήθεια. Ἀφοῦ ἔτσι ἐφαρμόζεται.
Μέσα, λοιπόν, σέ αὐτήν τήν ἱστορία τοῦ νοός πού στρέφεται, βλέπετε, στόν Θεό, πάλι τό σχῆμα στρέφομαι στόν Θεό, νά πάρω πετρέλαιο, θερμαίνεται ὅλος ὁ χῶρος, καί ἡ καρδιά θερμαίνεται καί βλέπετε μέσα σέ ὅλη τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς πού θερμαίνεται εἶναι ἡ ψυχή, ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά. Θερμάνθηκε μέ τό «λέβητα», μέ τήν καρδιά. Τί θερμαίνεται; Θερμαίνεται καί ὁ νοῦς. Εἶναι αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες «κυκλική κίνηση». Ἐγώ πάω στόν Θεό, ζητάω πετρέλαιο, δίνει πετρέλαιο στό καζάνι, τήν καρδιά, ἡ καρδιά θερμαίνει ὅλο τό σπίτι, μές στό σπίτι θερμαίνεται καί ὁ νοῦς. Νοῦς, Θεός, καρδιά. Καί ἀρχίζει ἡ καρδιά πιά καί θερμαίνεται καί αὐτό τό λένε οἱ Πατέρες «κυκλική κίνηση». Ἔτσι. Ἡ ὁρολογία εἶναι πρῶτα ἀπό τόν Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἀλλά εἶναι πολύ σωστή. Καί μάλιστα ἐκεῖνος καί σχηματικά ὅταν ἔκανε προσευχή, καθότανε σέ ἕνα σκαμνάκι καί ἔκανε ἕναν κύκλο ‒ τόν εἶπαν μάλιστα ὀμφαλοσκόπο... κάτι κουταμάρες. Καί ὅλος ὁ ἄνθρωπος κάνει αὐτήν τήν κίνηση. Καί λένε οἱ Πατέρες, πάω στόν Θεό, ὁ Θεός μέ τροφοδοτεῖ, ἡ καρδιά μου [ζεσταίνεται] καί ἡ καρδιά ζεσταίνει καί τό νοῦ καί πάλι κυκλική κίνηση. Καί ἀλίμονο, λέει, ἄν φύγει ὁ νοῦς μακριά, ἄν πετάξει. Ἄν δέν πάει στόν Θεό καί πάει κάπου ἀλλοῦ. Ἄν πετάξει μιά ἀκτίνα φωτός, θά πάει στό σύμπαν. Πρέπει νά γίνει μιά ἐπαναφορά, ἡ λεγόμενη κυκλική κίνηση. Κρατῆστε τήν προσευχούλα, [μέ] ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι δωρεοδότης, μᾶς θερμαίνει τήν καρδιά καί ἐπειδή ἡ καρδιά θερμάνθηκε, ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτό. Ἐπειδή ἡ καρδιά θερμάνθηκε, θερμαίνεται καί ὁ νοῦς καί σέ ἐνισχύει πιό πολύ στήν προσευχή καί πιό πολύ στήν προσευχή. Καί αὐτό παίρνει (γίνεται) ἕνα σύστημα, δέν εἶναι αὐτόματο μέν, ἀλλά λειτουργεῖ μέ ἕνα μοναδικό τρόπο. Κρατῆστε καί τήν κυκλική κίνηση.
Τό θυμικό, προσέξτε, θυμικό. Τό θυμικό εἶναι ὁρολογία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀλλά, στούς Πατέρες ἔχει πάρει μιά καίρια ἔννοια. Εἶναι θύμηση. Τί λέμε γιά τά κομπιοῦτερ; Λέμε μνήμη. Θύμηση, μνήμη. Τί εἶναι αὐτό πού ἔχει τό κομπιοῦτερ; Ἔχει μιά μνήμη. Εἶναι βαλμένη μές στό κομπιοῦτερ. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, ἔχει μέσα του, μέσα στά κύτταρά του, τό θυμικό, πού θυμᾶται πάντα τόν Θεό. Τό κομπιοῦτερ ἔχει μνήμη. Ἄν καταστραφεῖ, δέν εἶναι κομπιοῦτερ πιά. Ἔχουμε, λοιπόν, μέσα μας τή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ἔχει βάλει ὁ Θεός μέσα μας. Ὑπάρχει αὐτό. Εἶναι θέμα πῶς θά ἐνεργοποιηθεῖ. Θά ἐνεργοποιηθεῖ ἄν ζεσταθεῖ τό καζάνι καί τά λοιπά καί τά λοιπά.
Προσέξτε, λέει τό ἑξῆς ὁ Ἅγιος Εὐάγριος. Πρέπει, λέει, ὅταν προσεύχεσαι, νά εἶσαι στραμμένος στόν Θεό. Μήν κάνεις στροφή σέ ἄλλα πράγματα. Καί λέει ὁ Ἅγιος Ἀββᾶς ὁ Ἠσαΐας, ὑπάρχει ἕνα μίσος ‒ μίσος σέ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ἄν ἐντυπώνεις τό νοῦ σου κάπου ἀλλοῦ καί στρέφεσαι ἐκεῖ, ἄν τό θυμικό δέν εἶναι αὐτή ἡ λειτουργία τῆς μνήμης, τότε αὐτοκαταργούμαστε. Προσέξτε, τώρα, τή λέξη μνήμη. Εἶναι πολύ σπουδαία ἡ μνήμη καί τό συνέδεσα μέ τό κομπιοῦτερ, βέβαια, ἀλλά εἶναι τό παράδειγμα πάρα πολύ καλό καί ἔχουμε μνήμη Θεοῦ. Αὐτή ἡ μνήμη εἶναι πού μᾶς κάνει καί σκεφτόμαστε μακριά. Τά ζῶα δέν σκέφτονται γιά αὔριο, γιά μεθαύριο. Ἔχουν ἔνστικτα μόνο. Ἐμεῖς γιατί μάθαμε νά σκεφτόμαστε αὔριο καί μεθαύριο; Καί μπορεῖ αὐτό νά γίνει φαντασία μετά, νά γίνει ἀρρώστια. Νά φαντάζομαι [καί νά λέω] στό παιδί μου ‒καί κάνουμε λάθος ἀγωγή‒ «ἐσύ θά γίνεις πρωθυπουργός». Ἐσύ, τό κορίτσι θά παντρευτεῖς ἕνα βασιλόπουλο. Εἶναι μέλλον, λανθασμένο μέλλον.
Οἱ Πατέρες λένε: «Ὁ Θεός ἔδωσε ἀπό τά ἐν τῇ Γῇ ὄντα του στό ἐν τῇ Γῇ λογικό ὄν» ‒μόνο ὁ ἄνθρωπος εἶναι, στόν οὐρανό εἶναι οἱ Ἄγγελοι καί ἄλλες δυνάμεις‒ «ἔδωσε τή μνήμη, νά σκέφτεται τό αὔριο, γιά ἕνα λόγο. Γιά νά σκέπτεται τόν Παράδεισο». Γι᾽ αὐτό ἔχουμε μνήμη, γιά νά μποροῦμε νά πᾶμε παρακάτω. Ποιό εἶναι τό μέλλον μας; Θά γίνουμε βασιλιάδες, θά γίνουμε πρωθυπουργοί; Τί θά γίνουμε; Δέν τό ξέρουμε. Ἀλλά εἶναι μία ἡ σίγουρη μνήμη: Τί θά γίνει παρακάτω, πού ὁ Θεός δέν τελειώνει. Ἡ μνήμη τοῦ ὅτι εἴμαστε ἀτέλειωτοι καί θά ζήσουμε αἰώνια. Ἄρα, κάνουμε διαστροφή τῆς μνήμης καί λανθασμένη ἀγωγή. Νά τολμήσω νά πῶ, ἀκόμα καί ὁλόκληρο τό οἰκοδόμημα τῆς παιδείας μας λάθος μνῆμες καλλιεργεῖ στά παιδιά. Γιατί σπουδάζει τό παιδί; Μέ τί προοπτική; Τί σκέπτεται γιά τό αὔριο; Πόσο μεγάλος θά γίνει; Πόσα χρήματα θά βγάλει; Πῶς θά καταξιωθεῖ; Ἄν ἔρθουν μόνα τους, νά ᾽ναι καλῶς. Ἀλλά ἄν αὐτή εἶναι ἡ μνήμη καί ἡ προοπτική, ὅλη ἡ παιδεία εἶναι λανθασμένη. Γι᾽ αὐτό ἡ παιδεία εἶναι ταραγμένη καί ποτέ δέν θά γίνει μή ταραγμένη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ἀντιδρᾶ στή λανθασμένη λειτουργία τῆς μνήμης. Γι᾽ αὐτό [τά] παιδιά κουράζονται πολύ, εἶναι ἐξαντλημένα καί εἶναι ἀπογοητευμένα ἀπό τό σχολεῖο. Δέν καταλαβαίνουν τό γιατί. Ἀλλά, ξέρουν ὅτι κάτι δέν τούς ἱκανοποιεῖ, ὅτι κάτι δέν τούς τρέφει.
Εἶναι πολύ σπουδαῖες [αὐτές] οἱ ἀναλύσεις τῶν Πατέρων. Μᾶς βάζουνε σέ μιά ἔκπληξη μπροστά σέ τέτοια γεγονότα. Λέει, ὅσον ἀφορᾶ αὐτή τήν παθολογία, κάτι ὄμορφο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Λέει: Ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει πολύ. Καί ἐπειδή μᾶς ἀγαπάει, μᾶς ἔκανε ὅπως εἶναι Ἐκεῖνος, κατ᾽ εἰκόνα Του ‒ κατά Χάρη, βέβαια. Τί μᾶς ἔκανε; Νά γίνουμε Θεοί, κατά Χάριν. Καί ἐπειδή μᾶς ἀγαπᾶ πολύ, μᾶς δίνει ὅ,τι ἔχει Ἐκεῖνος. Τί μᾶς δίνει; Τί μεγαλύτερο; Νά γίνουμε θεοί. Τί εἶναι ὁ Θεός; Λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ‒τί φοβερά κείμενα!‒ λέει, κοιτάξτε, ὁ Θεός ἕνα πράγμα ξέρουμε, ὅτι εἶναι ἐλεύθερος, εἶναι ἀνεξάρτητος, δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίποτα, δέν δεσμεύεται ἀπό τίποτα. Ἀκοῦστε, τώρα, τή φράση: «Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ Θεός εἶναι ἐλεύθερος καί ὅλα πού ἔχει Ἐκεῖνος μᾶς τά δίνει, μᾶς κάνει καί ἐμᾶς τόσο ἐλεύθερους καί τόσο ἀνεξάρτητους. Τόσο ἐλεύθερους, πού μποροῦμε νά Τοῦ ποῦμε καί «ὄχι δέ σέ θέλουμε». Ἡ ἐλευθερία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, λέει. Καλλιεργεῖται, ἄν καλλιεργήσω τό θυμικό καί τή στροφή πρός τόν Θεό. Ἀλλά ἡ ἐλευθερία παραμένει! Ξέρετε, τί σπουδαῖο θέμα εἶναι αὐτό, τῆς ἐλευθερίας; Μέ ποιό μέσο ἕναν ἄνθρωπο πού κάνει ἀντικοινωνικές ἐνέργειες τόν σταματᾶς; Μέ ποιό μέσο ἕνα παιδί πού μεγάλωσε, μέ ποιά μέσα ἀνελευθερίας τό σταματᾶς; Χειρότερος θά γίνεται. Ὅσο πιό πολύ ὑπάρχουν τά ΜΑΤ, τόσο περισσότερο πετᾶνε γκαζάκια οἱ διαδηλωτές. Ἀντιδροῦν, γιατί καταλαβαίνουν ὅτι κάτι τούς περιορίζει τήν ἐλευθερία. Εἶναι πολύ μεγάλο αὐτό τό θέμα γιά τήν παιδεία. Ἀλλά, μιά παιδεία πού λέει κάντε ὅ,τι  θέλετε, χωρίς νά καλλιεργεῖ αὐτό τό νοῦ πρός τόν Θεό, τό θυμικό τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, τότε πράγματι θά βγάλει καταστροφικούς ἐπαναστάτες. Ἰσόθεος ἐστί, λένε οἱ Πατέρες, κατά τό αὐτεξούσιον, προσέξτε, ἰσόθεος ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό κατά τό αὐτεξούσιον. Ἰσόθεος, γι᾽ αὐτό καί μόνο. Αὐτή ἡ ἐλευθερία φαίνεται καταστροφική καί εἶναι ἡ λύση πολλές φορές τοῦ προβλήματος καί λέει «ὁ Θεός εἶναι ἡ πηγή πάσης ἀρετῆς». Ἄν δέν στραφεῖς σέ Αὐτόν, δέν κάνεις τίποτε. Βλέπετε, «ἡ παθολογία τῆς ἐλευθερίας» λέγεται αὐτό. Πάλι θέμα μνήμης...
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, αὐτό πού σᾶς εἶπα πρίν ἀπό λίγο: «μνήμην ἔσχομεν ἵνα Ἐκεῖνον [τόν Χριστόν] φέρωμεν». Γι᾽ αὐτό, λέει, ἔχουμε μνήμη. Χωρίς Χριστό, τί νά κάνω τή μνήμη ἐγώ; Ἐπειδή θυμᾶμαι ὅτι αὔριο θά πάω στή δουλειά μου; Θυμᾶμαι τά οἰκονομικά γεγονότα, τί γίνεται στήν ἱστορία, τί ἔγινε παλιά. Ἐρώτημα καί πάλι παιδαγωγικό: Τί κάνει ἡ παιδαγωγία στά παιδιά μας; Τούς μαθαίνει πράγματα. Καί μάλιστα τούς λέει νά τά ἀποστηθίζουνε. Μιά μνήμη φορτική. Γιατί; Χωρίς τό κέντρο ‒«μνήμην ἔσχομεν ἵνα τόν Χριστόν φέρωμεν»‒ μιά μνήμη πιά χωρίς Χριστό, τί κάνει αὐτή ἡ παιδεία; Φόρτιση γνώσεων; Τρομερά ἐρωτήματα εἶναι αὐτά, πού λυπᾶμαι γιατί δέν κατατίθενται σέ ἕνα τραπέζι βαθύ παιδαγωγικῆς θεραπευτικῆς τῶν πραγμάτων. Αὐτός εἶναι ἄνθρωπος. Μνήμη Θεοῦ. Δέν ὑπάρχει, λέει, μνήμη γιά νά θυμόμαστε τά πάθη μας. Καί φτάνουμε στό χωρίο, τό γνωστό χωρίο, τό πολύ γνωστό: «µνηµονευτέον Θεοῦ µᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον». Εἶναι ὅπως ἀναπνέουμε, ἄλλο τόσο λειτουργεῖ ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Μέγας Βασίλειος: «Τουτέστιν τοῦ Θεοῦ ἐνοίκησις τό διά τῆς μνήμης ἐνιδρυμένον ἔχειν ἐν ἑαυτῷ τόν Θεόν». Τί σημαίνει κατοικία τοῦ Θεοῦ σέ ἐμᾶς; Λέμε ὁ Θεός θά εἶναι μαζί μας. Τί εἶναι αὐτό ὡς ὁριστικό γεγονός, πρακτικό στή ζωή μας; Εἶναι αὐτό τό «ἐνιδρυμένον ἔχειν ἐν ἑαυτῷ τόν Θεόν», νά ἔχεις πάνω σου ἱδρυμένο τόν Θεό. Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Χριστός, θά γίνετε ναοί Θεοῦ ζῶντες.[2] Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια. Αὐτή ἡ μνήμη σέ κάνει νά ἔχεις ἐνιδρυμένο ἐπάνω σου τόν Θεό. Λέει ὁ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς: «Μνήμη Θεοῦ, λήθη κόσμου» Ποιοῦ κόσμου; Τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Αὐτό πού λέει ὁ Χριστός: «ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰω. 15:19). Τούς βάζει νά ξεχάσουνε τόν ἁμαρτωλό αὐτόν κόσμο. Ἐξελεξάμην, καί τώρα πού ἐξελεξάμην, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» (Ματθ. 28:19). «Ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. 10:16). Ἀλλά ἕνα πράγμα νά ξεχάσετε ‒ἐδῶ χρειάζεται λήθη, ἡ λήθη τῆς ἁμαρτίας‒ γιατί ὅσο ὑπάρχει μνήμη τῆς ἐνεργοποιημένης ἁμαρτίας, δέν καθαρίζει ὁ νοῦς, παραμένει ἐσκοτισμένος. Αὐτή ἡ μνήμη εἶναι πάρα πολύ οὐσιαστική.
Καί πάλι ὁ Ἅγιος Μάξιμος: «Ὁ Θεός ἀνείδεος καί ἀδιαμόρφωτος», χωρίς σχῆμα καί μορφή, τό ξέρουμε αὐτό, χωρίς σχῆμα καί μορφή. Ὁ πειρασμός, λέει, κάνει τό ἀντίθετο. Χρησιμοποιεῖ σχήματα, γιά νά εἰσβάλλει πάνω μας. Σχήματα, βάζει σχήματα. Εἶναι αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες, ὅταν κάνετε προσευχή, μήν προσπαθεῖτε νά φτιάξετε εἰκόνες, νά φτιάχνετε κάτι φαντασίες. Ὁ Θεός δέν μπαίνει σέ σχήματα. Ὁ διάβολος μπαίνει σέ σχήματα καί φέρνει μνήμη, λήθη, ὄνειρα, πολλά πράγματα. Καί μέ τή μνήμη τοῦ Θεοῦ ἀποκαθιστοῦμε τούς κακούς λογισμούς. Τή νοσολογία πιά τοῦ νοός, τήν ὁρίζουν οἱ Πατέρες. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης: Ἡ λήθη τοῦ Θεοῦ εἶναι, λέει, ‒τέρμα‒ ἡ νόσος τῆς ψυχῆς καί τῆς λογικῆς. Ἡ μνήμη τοῦ ἀνθρώπου, μετά τή λήθη τοῦ Θεοῦ διαιρεῖται καί διαχέεται καί κατακερματίζεται ἀπό λογισμούς. Ἐάν ξεχάσω τόν Θεό, ἡ μνήμη γίνεται κομμάτια. Δια-λογισμός. Γι᾽ αὐτό ἔχουμε ἀγωνία. Τί θά κάνουμε ἐδῶ; Τί θά κάνουμε ἐκεῖ; Τί θά κάνουμε ἐκεῖ;
Καί λένε οἱ Πατέρες, τώρα, μιλᾶνε γιά τήν παθολογία τῆς φαντασίας. Ἡ φαντασία· γι᾽ αὐτό μιλᾶμε, ὅπως εἴπαμε καί πρίν ἀπό λίγο, γιά τόν ἀπλανή νοῦ. Μήν ἔχεις φαντασίες περιττές. Ἡ μόνη φαντασία ποῦ εἶναι; Ὁ Παράδεισος, ὁ Χριστός, ἡ Ἀγάπη, ἡ Σωτηρία, ὅλα τά ὄμορφα. Καί αὐτό τό λένε οἱ Πατέρες «εὐπρεπή φαντασία». Καί λένε καί πάλι οἱ Πατέρες, μόνο μέ τήν εὐπρεπή φαντασία πού εἶναι στραμμένη στόν Θεό καί σκέφτεται τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, τότε μπορεῖς νά ἔχεις ‒προσέξτε, παρεμβαίνουνε στά ὄνειρα‒ καλά ἐνύπνια. Δέν ἀρνοῦνται οἱ Πατέρες καί ἡ Γραφή τά ἐνύπνια, ἐφόσον ὅμως ἔχεις γιατρεμένη τή φαντασία. Ἄν ἡ φαντασία εἶναι ἄρρωστη, τό ξέρει αὐτό ὁ διάβολος καί μπαίνει ἀκόμα καί στόν ὕπνο καί διακόπτει τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Γιατί δέν ἔχεις εὐπρεπή φαντασία. Καί σήμερα ἡ φαντασία διακόπτει συνέχεια τήν κοινωνία μέ τόν Θεό.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, λέει, ὁ ἄνθρωπος «κατά στέρησιν τῆς τοῦ Θεοῦ φαντασίας ἑαυτοῖς ἐπινοεῖν ἤρξετο καί ἀναπλάττειν τά οὐκ ὄντα». Ἐπειδή ξέχασε τή φαντασία τοῦ Θεοῦ, τό σίγουρο δηλαδή, τότε ἀναπλάτει τά οὐκ ὄντα. Αὐτό πού εἶναι ὑποθέσεις. Καί λίγο παρακάτω μέσα ἀπό αὐτή τή θεραπευτική πιά τοῦ νοός, τή στροφή τοῦ νοῦ στόν Θεό, μιλᾶνε οἱ Πατέρες γιά τήν παθολογία τῶν αἰσθήσεων. Οἱ αἰσθήσεις δόθηκαν, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γιά νά κατανοοῦμε τόν Θεό. Ὅλες οἱ αἰσθήσεις. Προσέξτε, πῶς σέ ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει αἰσθητό γεγονός. Βάπτισμα μέ νερό, ψωμί καί κρασί στή Θεία Κοινωνία, λάδι στό Εὐχέλαιο, ἀκόμη καί στήν Ἐξομολόγηση βάζεις τό χέρι σου, τό πετραχήλι, πάνω στήν κεφαλή τοῦ μετανοοῦντος. Εἶναι μιά πράξη ζωῆς. Οἱ αἰσθήσεις δόθηκαν, γιά νά κατανοοῦμε τόν Θεό. Καί τονίζει καί πάλι ὁ Χρυσόστομος: «Ὀφθαλμός ἐδόθη γιά νά βλέπω τήν κτίσιν νά δοξάζει τό Δεσπότη». Νά βλέπω τήν κτίσιν, τό πουλάκι πού κελαηδάει, χωρίς νά τό καταλάβει δοξάζει τόν Θεό. Τό φυλλαράκι τοῦ δέντρου, πού ἀνθίζει τώρα τήν Ἄνοιξη, δοξάζει τόν Θεό.
Ἀκόμη καί τό κείμενο τῆς Β᾽ Πρός Κορινθίους, μιλάει γιά εὐωδία Χριστοῦ. (Β᾽ Κορινθίους 2:15: «Χριστοῦ εὐωδία»). Κάτι βγαίνει, μιά εὐωδία Χριστοῦ στά πράγματα μέσα. Καί στή γεύση: «Γεύσασθε καί ἴδετε, ὅτι χρηστός ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33:9). Μέσα ἀπό ὅλες τίς αἰσθήσεις, λειτουργεῖ ἡ στροφή πρός τόν Θεό. Καί ὅλο τό σῶμα εἶναι ναός πιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ αἰσθήσεις τώρα, ἀντί νά ὑπηρετοῦν τόν Θεό, ὑπηρετοῦν τήν προσωπική ἀπόλαυση. [Αὐτό εἶναι] ἡ διαστροφή, γιατί πιά ὁ νοῦς δέν στρέφεται στόν Θεό. Δέν θερμαίνεται ὁ ὀργανισμός, καί ὁ ὀργανισμός πάει νά ζήσει καί ποῦ νά στραφεῖ; Δέν ἔχει τίποτε. Οὔτε πετρέλαιο γιά νά καύσει. Ἔχει ψυχρανθεῖ. Καί ἔτσι ἔρχονται τά πάθη πού εἶναι νοσήματα τῆς ψυχῆς.
Καί μιλοῦν [οἱ Πατέρες], γιά τή διπλή κίνηση τῆς ἐσωτερικῆς μεταστροφῆς, σέ αὐτό τό σχῆμα πιά: Νοῦς, Θεός, καρδιά. Μιλοῦν γιά τή διπλή κίνηση τῆς ἐσωτερικῆς μεταστροφῆς. Ἀπομάκρυνση ἀπό τό κακό, στροφή πρός τόν Θεό. Δύο πράγματα ἀπαιτοῦν. Φεύγεις ἀπό τό κακό, στρέφεσαι στόν Θεό. Καί πάλι τό σημερινό Εὐαγγέλιο: «Μπορεῖς  νά τό γιατρέψεις τό παιδί μου;». Φίλε, ἐσύ ἐμένα ρωτᾶς; Τό θέμα δέν εἶναι ἄν μπορῶ, [εἶναι] ἄν ἐσύ πιστεύεις. «Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι», λέει (Μάρκ. 9:23). Νά κάνεις [αὐτή] τή θεραπευτική διπλή κίνηση. Ἀφήνεις τό κακό -πού τόσο καιρό καλλιεργοῦσες, ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται καί [εἶχες] τό παιδί σου μακριά ἀπό τόν Θεό- καί στρέφεσαι σέ Ἐμένα. Πιστεύεις; Ναί. Χωρίς αὐτήν τήν ἰσορροπία, ἔρχονται μετά ὅλα τά πάθη.
Οἱ Πατέρες, μάλιστα, δέν ἔχω καιρό νά τό ἀναλύσω, κάνουν μιά συστηματική ἀνάλυση τῶν παθῶν. Καί ἔχουν μιά κατάταξη τῶν παθῶν.  Ξεκινᾶνε ἀπό τά πάθη πού εἶναι ἐξωτερικά καί πᾶνε σέ βαθύτερα. Ἁπλῶς τά ἀπαριθμῶ, ὅλα αὐτά εἶναι αἰτία πού ἀπομακρύνθηκε ὁ νοῦς μας ἀπό τόν Θεό. Ξεκινᾶνε, λένε, ἀπό σωματικά πάθη, πού εἶναι ἡ γαστριμαργία, ἡ πορνεία, ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία, ἡ ὀργή. Καί μετά ἀκολουθεῖ ἡ κενοδοξία καί ἡ ὑπερηφάνεια. Βλέπετε πρῶτα, γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, πλεονεξία. Καί ἀκολουθοῦν πιό ψηλά, βαθιά πάθη, κενοδοξία καί ὑπερηφάνεια. Τά πρῶτα, βλέπετε, γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, πλεονεξία ἔχουν ἕνα ἐξωτερικό μέγεθος. Ἀπό τά ἐξωτερικά ξεκινᾶς. Καί μετά σιγά σιγά, ἡ ἀρρώστια μπαίνει μέσα. Βλέπετε, ἄν τώρα ἔχει σκόνη, ἐδῶ, σ᾽ αὐτό τό χῶρο, καί ἐγώ δέν βάλω κάποια γυαλιά νά προστατεύομαι ἀπό τή σκόνη, θά μποῦνε οἱ σκόνες μές στά μάτια μου ἤ θά μποῦνε στό στόμα μου. Ἄρα, πρέπει νά μποῦνε δικλίδες στίς αἰσθήσεις. Αὐτό πού πέρασε πιά, χωρίς δικλίδες, πάει κατευθείαν στό νοῦ, ὁ νοῦς τό ἐπεξεργάζεται. Ἄν ὅμως, δέν στρέφεται στόν Θεό, αὐτό πάει παρακάτω. Καί πάει μές στήν καρδιά καί μένει. Ἄν ἀφήσω κάτω τήν πόρτα ἀνοιχτή καί δέν βάλω κάτι νά φρουρεῖ τήν πόρτα, θά μποῦν ποντίκια. Δέν ὑπάρχει κανείς  νά προσέχει. Τά ποντίκια πᾶνε στό ὑπόγειο καί κρύβονται στό ὑπόγειο, καί ἄντε νά τά βγάλεις μετά. Εἶναι σχήματα τῶν Πατέρων αὐτά. Καί ὁ νοῦς τί ἔκανε; Ἤτανε ἀφύλακτος. Καί οἱ αἰσθήσεις ἀφύλαχτες, [ἀλλά] καί ὁ νοῦς. Ἡ φυλακή τοῦ νοός. Ὁρολογία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη, τῶν Πατέρων μέν, ἀλλά τό σχηματοποιεῖ στό ἔργο του «Περί φυλακῆς τῶν αἰσθήσεων». Πάλι ὁ νοῦς. Καί ἔτσι, οἱ λογισμοί εἶναι ἤ διάθεση γιά τόν Θεό ἤ διάθεση γιά δαιμονική ἐνέργεια. Αὐτοί εἶναι οἱ λογισμοί. Καί οἱ λογισμοί εἶναι στό νοῦ μας. Δέν μπορεῖ νά μήν ἔχουμε νοῦ. Δέν κυνηγοῦμε ἕνα νιρβάνα κατά τά μέτρα τοῦ βουδισμοῦ, νά ξεχάσουμε τά πάντα. Ἀλίμονο! Αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει. Στρεφόμαστε συνέχεια στόν Θεό, καί ἤ πᾶμε στόν Θεό ἤ λειτουργοῦμε δαιμονικά. Καί ἀναφέρω καί μερικά χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, πανέμορφα: «Μακάριος ἀνήρ ὅς ὑπομένει πειρασμόν» (Ἰακ. 1:12). Πειρασμούς θά ἔχεις. Τί φίλτρα ἔβαλες νά ἀντιστέκεσαι; Τί φίλτρα ἔβαλες στό νοῦ σου;
Τί λένε πάλι οἱ Πατέρες; Ποιό εἶναι τό πρῶτο στάδιο τῆς ἁμαρτίας; Ὁ πειρασμός. Ποῦ πάει; Ἐδῶ. Ὅπως στόν πρωτόπλαστο, στήν Εὔα, ἐδῶ. Αὐτό δέν εἶναι ἁμαρτία. Ἔρχεται ὁ πειρασμός. Λένε πάλι οἱ Πατέρες, ἄν τό κουβεντιάσεις καί πεῖς νά τό σκεφτῶ, ἄρχισε ἡ πρώτη ἁμαρτία. Πού λέγεται συνδυασμός. Καί ἄν λές «ἄ, ὡραῖο πράγμα εἶναι αὐτό νά τό σκεφτῶ», ἄρχισες τήν κουβέντα μέ τό διάβολο. Ἡ προσβολή δέν εἶναι ἁμαρτία. Ἡ κουβέντα μέ τό διάβολο εἶναι τό πρῶτο στάδιο τῆς ἁμαρτίας. Τό τρίτο, τήν κάνεις τήν ἁμαρτία. Τό τέταρτο, τήν κάνεις καί ἄλλες φορές καί γίνεται πάθος. Καί μετά ἀρχίζει ἡ ἀντίστροφη πορεία. Μπῆκε πιά τό ποντίκι στήν ἀποθήκη, μπῆκε στήν καρδιά, θά μετανιώσεις, θά τό βγάλεις, θά καθαρίζεις τό νοῦ σου ‒θεραπεία τοῦ νοός‒ στρεφόμενος στόν Θεό καί μετά θά βάλεις φίλτρα στίς αἰσθήσεις. «Μακάριος ἀνήρ ὅς ὑπομένει πειρασμόν». Καί ὁ Ἅγιος Ἀμμωνᾶς λέει, ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τούς πειρασμούς, τί κάνει; Δίνει φοβερή ἰσχύ καί δύναμη στούς ἀνθρώπους, λέει. Ἡ δύναμη εἶναι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κοντά στήν Ἐκκλησία, ἄν εἶσαι. Ἀλλιῶς, δέν γίνεται κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλιῶς, δέν νικῶνται οἱ πειρασμοί. Καί ἄλλοι νά μᾶς λένε ὅ,τι θέλουνε. Καί ἄς λένε πώς αὐτός ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται μέ ἀρρωστημένο μυαλό καί τά λοιπά. Αὐτό τό ἐξέτασαν καθόλου;
«Οὐδείς  ἀπείραστος», λέει ὁ Μέγας Ἀντώνιος, «δυνήσεται εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν». Δέν σημαίνει ὅτι θέλουμε πειρασμούς. Ἀλλά, θέλουμε δέν θέλουμε, αὐτόν τόν πόλεμο θά τόν περάσουμε. Πῶς ξεπερνιέται ὁ πόλεμος; Πάλι μέ αὐτήν τήν ἱστορία. Ὁ νοῦς πού στρέφεται στόν Θεό καί ζητάει τή Χάρη Του. Καί ἀρχίζουν πιά οἱ ἀσκητικές μέθοδοι, ἡ νίψη, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, ἡ ἐγρήγορση, συνεχῶς. Καί ἀποκτοῦμε τότε αὐτό πού λέει ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολύμων. Ἔκανε ἕνα ἐρώτημα ὅταν ἔρχονταν πειρασμοί καί ἔλεγε: «Εἶσαι δικός μας ἤ ἀπό τούς ἐχθρούς;». Γιατί καμιά φορά [οἱ πειρασμοί ἔρχονται] μέ μιά γλύκα. Σοῦ λένε: «Ἐντάξει, ἀγάπησε αὐτόν τόν ἄνθρωπο». Ὁ γλυκός πειρασμός. Τί σημαίνει ἀγαπῶ; Ὠφελιμισμός, χρήση, ἐκμετάλλευση τοῦ ἄλλου; Τό τονίζει ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος. Εἶναι μεγάλοι ἀσκητές αὐτοί καί δέν τούς ἔχουμε διαβάσει. Νά ρωτᾶς «εἶσαι δικός μας ἤ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων;» Ἀκόμη καί ἕνας λεγόμενος καλός λογισμός, γιατί τόν ἔχεις; Ἔχεις ἕναν καλό λογισμό, γιά νά κάνεις μιά δουλειά. Νά σπουδάσεις κάτι. Γιατί; Εἶναι δικός μας ἤ κακός; Ἐδῶ εἶναι τό ἐπικίνδυνο σημεῖο. Γιατί νά γίνει αὐτό; Ποιό εἶναι τό ἀποτέλεσμα αὐτοῦ; Θά λειτουργήσει ὡς πρός τόν Θεό, ὡς θεραπευτική τῆς κοινωνίας, ἤ ἐγωιστικά; Καί ἔρχεται ἐδῶ καί πάλι νά πεῖ ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος: «Ὅταν τά πάθη καταστραφοῦν, ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος στή φυσική ὑγεία τοῦ νοός». Τί εἶναι τά πάθη πιά; Ὁ νοῦς εἶναι φτιαγμένος νά στρέφεται στόν Θεό, ἐκεῖ μόνο στρέφεται καί ὅ,τι κάνει, τό κάνει γιά τή δόξα Του.
Θυμηθεῖτε σήμερα καί πάλι στό Εὐαγγέλιο αὐτό πού κάνει ὁ Χριστός. Λέει τό κείμενο ‒ φοβερό εἶναι τό κείμενο, δέν τό προσέχουμε‒ λέει, ὁ Χριστός εἶδε ὅτι συνέτρεχε, ὄχλος. Ὅπου γίνει ξέρετε ἕνα γεγονός, τρέχουν οἱ ἄνθρωποι νά δοῦν τί γίνεται. Μαζεύονταν γύρω Του νά δοῦν τί γίνεται. Τό βλέπει ὁ Χριστός αὐτό καί ‒ἄς τό πῶ ἔτσι‒ βιάζεται νά τελειώσει. Δέν ἤθελε νά γίνει σαματάς, ὀχλοκρατία καί διαφήμιση. Διαφημιστική φανέρωση. Ἔτσι θά καταστραφεῖ ὁ νοῦς σου, μέ τή φανέρωση τή διαφημιστική. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Ὁ Χριστός μετά φεύγει καί πάει στή Γαλιλαία. Προσέξτε τό κείμενο πάλι τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν πῆγε ἀπό τόν κλασικό δρόμο, παρέδραμεν, πῆγε ἀπό παράδρομο. Νά μήν δημιουργήσει ὀχλοκρατικές ἐντυπώσεις γιά τά πράγματα. Πόσο πολύ μάθαμε στά παιδιά μας, τό χειροκρότημα, τήν καταξίωση, τραγικά πράγματα, πού δέν τά καταλάβαμε. Στεναχωριέμαι κάθε φορά, πού τά καλύτερα παιδιά μας, τούς μαθητές μας, τούς βάζουμε νά εἶναι σημαιοφόροι στήν παρέλαση. Τούς καταστρέφουμε. Διαφημίζουμε τό πόσο καλοί εἶναι. Καί ἐκεῖ ἔρχεται ἕνας ψαλμός, νά ὁρίσει μέ ἕνα δικό του τρόπο τή σχιζοφρένεια, πού εἶναι ὁ χωρισμός τοῦ νοῦ ἀπό τήν καρδιά. Ὁ νοῦς στρέφεται στόν Θεό, [ἀλλά] δέν στρέφεται ἡ καρδιά στόν Θεό. Δέν παίρνεις πετρέλαιο, δέν ἐνισχύεται ἡ καρδιά. Αὐτό εἶναι σχιζοφρένεια: Νά μήν στραφεῖς  στόν Θεό, νά πάρεις πετρέλαιο ἀπό ἀλλοῦ. Ἀπό τό περίπτερο δέν θά πάρεις πετρέλαιο, θά πάρεις τσίχλες. Καί ἡ καρδιά θά μείνει χωρίς πετρέλαιο. Αὐτό γιά τή γνώση τῆς Γραφῆς εἶναι σχιζοφρένεια. «Ὠδίνησεν ἀδικίαν, συνέλαβε πόνον καί ἔτεκεν ἀνομίαν» (Ψαλμ. Ζ´, 14). Καί ὅλη αὐτή ἡ κίνηση, (τρέχω νά ἐνισχυθῶ καί τά λοιπά), ὠδίνησεν ἀδικίαν ‒δέν θά βγεῖ κάτι δίκαιο‒ συνέλαβε πόνον καί ἔτεκεν ἀνομίαν. Τελικά ἀνομία βγαίνει καί πίσω ἀπό ὅλα αὐτά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἡ θεραπεία τοῦ νοός.
Δεν σᾶς εἶπα πράγματα παράξενα. Ὅσο μποροῦσα [ἀνέπτυξα] ὅλη αὐτήν τήν Πατερική θεολογία, σέ μιά πράξη ζωῆς. Μέ ἁπλά λόγια, ὅσο μποροῦσα. Καί αὐτή εἶναι ἡ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τό νοῦ. Ὁ νοῦς ὁ διαλυμένος τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Κοντά στήν Ἐκκλησία τά ἔχουμε ὅλα. Αὐτό ζήσαμε. Κάθε φορά, στή Λειτουργία μέσα αὐτό ζοῦμε, κάθε φορά, ἔ; «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου». Τό εἶπαν οἱ Ἀρχάγγελοι ὅταν ἔπεφτε ὁ διάβολος, «Στῶμεν καλῶς, μετά φόβου», τίποτα ἄλλο. Ἐκεῖ στραμμένοι, ἐκεῖ [στόν Θεό] στραμμένοι!
 
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1]. «ἀκόλουθον ἦν κενωθέντας τούς ἀνθρώπους τῆς περί Θεοῦ ἐννοίας καί εἰς τά οὐκ ὄντα ἀποστραφέντας» («Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου»).
[2]. [«ὑμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος» - Β ´ Κορ. 6:16]

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Ο περί βλασφημίας λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και το σχόλιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Ο περί βλασφημίας λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και το σχόλιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Περί βλασφημίας – Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

«Επειδή τώρα σας ωμίλησα περί βλασφημίας, θέλω να ζητήσω από όλους σας μίαν χάριν αντί της διαλέξεως και της ομιλίας ταύτης, και αυτή είναι να σωφρονήσετε, προς χάριν μου, τους ανθρώπους που βλασφημούν εις την πόλιν.
Και αν ακούσης κάποιον εις τον δρόμον ή εις το μέσον τής αγοράς να βλασφημή τον Θεόν, πλησίασε, επίπληξέ τον, και αν πρέπει να τον δείρης, μη διστάσης· ράπισέ τον εις το πρόσωπον, σύντριψέ του το στόμα, και αγίασε το χέρι σου δια της πληγής που θα του δώσης, και αν σε καταγγείλουν μερικοί και σε σύρουν εις το δικαστήριον, να τους ακολουθήσης· και αν από το δικαστικόν βήμα σου ζητήση ο δικα­στής ευθύνας να ειπής με θάρρος, ότι εβλασφήμησε τον βα­σιλέα των αγγέλων. Διότι εάν πρέπει να τιμωρούνται αυτοι που βλασφημούν τον επίγειον βασιλέα, πολύ περισσότερον πρέπει να τιμωρούνται εκείνοι που βλασφημούν Εκείνον.

Το έγκλημα τούτο είναι κοινόν και το αδίκημα δημόσιον και δι’ αυτό είναι δικαίωμα καθενός που θέλει να τους τιμωρή· ας μάθουν και οι Ιουδαίοι και οι ειδωλολάτραι ότι οι Χριστιανοί είναι σωτήρες τής πόλεως και κηδεμόνες και προστάται και διδάσκαλοι αυτής, ας μάθουν αυτό και οι ακόλαστοι και διεφθαρμένοι, και ότι πρέπει να φοβούνται τους δούλους τού Θεού, ώστε αν κάποτε θελήσουν να εκστομίσουν τέτοια λόγια, να βλέπη ο ένας τον άλλον παντού και να τρέμουν τας σκιάς, και να αγωνιούν μήπως ο Χριστιανός τούς ακούση και ορμήση εναντίον τους και τους τιμωρήση.

Δεν ήκουσες τί έκαμεν ο Ιωάννης; Είδεν άνθρωπον τύραννον να ανατρέπη τους περί γάμου νόμους, και με θάρρος εις το μέσον τής αγοράς είπε· «δεν σου επιτρέπεται να έχης ως σύζυγον την γυναίκα τού αδελφού σου Φιλίππου».
Εγώ όμως δεν σε ωδήγησα ενώπιον βασιλέως, ούτε ενώπιον δικαστού, ούτε διά παρανόμους γάμους, ούτε δι’ εξύβρισιν των συνανθρώ­πων σου, αλλά διά υβριστικήν συμπεριφοράν εις τον Δεσπό­την· έχω την αξίωσιν να σωφρονίσης τον συνάνθρωπόν σου.

Άραγε εάν σου έλεγα να τιμωρής και να διορθώνης τους βασιλείς και τους δικαστάς όταν παρανομούν, δεν θα έλεγες ότι πάσχω από τρέλλαν; Και όμως ο Ιωάννης αυτό έκαμε· Και έτσι εδείχθη ότι δεν είναι έξω από τα καθήκοντά μας. Τώρα δε τουλάχιστον τον ομόδουλον και ομότιμόν σου αν παραστή ανάγκη να πεθάνης, σωφρονίζων τον αδελφόν σου, να μη διστάσης να το κάμης, διότι έτσι θα γίνης μάρτυς του καθήκοντος· διότι και ο Ιωάννης έγινε μάρτυς. Αν και δεν εθυσιάσθη ούτε διετάχθη να προσκυνήση είδωλον, αλλά χά­ριν των ιερών νόμων που υβρίζοντο απετμήθη την κεφα­λήν· και συ λοιπόν να αγωνισθής μέχρι θανάτου υπέρ της αληθείας και ο Κύριος θα πολεμήση δι’ εσέ.

Και μη μου ειπής τον ψυχρόν τούτον λόγον, τί με ενδιαφέρει; δεν έχω καμμίαν σχέσιν με αυτόν. Μόνον με τον διάβολον δεν έχομεν καμμίαν σχέσιν, με τους ανθρώπους δε όλους έχομεν πολλά κοινά. Διότι έχουν την ιδίαν φύσιν με εμάς, κατοικούν την ιδίαν γην, και τρέφονται με τας ιδίας τροφάς, έχουν τον ίδιον Δεσπότην, έλαβον τους ιδίους νό­μους και προορίζονται να απολαύσουν τα ίδια αγαθά με ε­μάς. Ας μη λέγωμεν λοιπόν ότι δεν έχομεν τίποτε κοινόν προς αυτούς· διότι αυτή, είναι σατανική φωνή και δείχνει απανθρωπίαν διαβολικήν· ας μη λέγωμεν λοιπόν αυτά και ας δείξωμεν ενδιαφέρον που αρμόζει εις αδελφούς.

Σας διαβεβαιώ δε τούτο με πάσαν ακρίβειαν, και σας εγγυώμαι ότι εάν όλοι εσείς εδώ ηθέλατε να διαμοιράσετε την πόλιν εις τομείς και ενδιαφερθήτε δια την σωτηρίαν των κατοίκων της, γρήγορα ολόκληρη η πόλις θα διορθωθή. Καίτοι εδώ υπάρχει το ελάχιστον μέρος τής πόλεως κατά το πλήθος, το σημαντικώτερον όμως ως προς την ευσέβειαν.
Ας διαμοιράσωμεν λοιπόν την σωτηρίαν των αδελφών μας· είναι ικανός ένας άνθρωπος γεμάτος από ζήλον να διορθώση ολόκληρον πόλιν. Όταν δε δεν είναι ένας, ούτε δύο και τρεις, αλλά τόσον μεγάλο πλήθος που ημπορεί να ασχοληθή με την φροντίδα των παραμελημένων πνευματικώς, τότε αντιλαμβάνομαι ότι όχι από άλλην αιτίαν, ούτε από αδυναμίαν αυτών, αλλά από την ιδικήν μας αδιαφορίαν οι περισ­σότεροι των Χριστιανών καταβάλλονται και καταστρέφονται πνευματικώς.
Διότι δεν είναι άτοπον, όταν ίδωμεν εις την αγοράν συμπλοκήν ανθρώπων να τρέχωμεν να συμφιλιώνωμεν τους διαπληκτιζομένους· και διατί αναφέρω συμπλο­κήν ανθρώπων; Εάν ίδωμεν κάποιον όνον να έχη πέσει, όλοι τρέχομεν να τον βοηθήσωμεν να σηκωθή· διά δε τους αδελφούς μας που χάνονται θα αδιαφορούμεν;

Με όνον ομοιάζει ο βλάσφημος, που έπεσε, διότι δεν ημπορούσε να βαστάση το φορτίον τού θυμού του· πλησίασε και σήκωσέ τον και δια των λόγων και δια των έργων, και με επιείκειαν και με σφοδρότητα, ας είναι ποικίλον το φάρμακον της θεραπείας· και αν έτσι τακτοποιώμεν τα ζητήματά μας, και φροντίζωμεν διά την σωτηρίαν τών πλησίον, γρήγορα και εις αυτούς ακόμη που θα διορθώσουν τον εαυτόν τους διά των ενεργειών μας θα είμεθα ποθητοί και αξιαγάπητοι· και το σπουδαιότερον όλων θα απολαύσωμεν τα αγαθά που μας έχουν ετοιμασθή, των οποίων είθε όλοι να επιτύχωμεν διά της χάριτος και φιλανθρωπίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μετά του οποίου εις τον Πατέρα συγχρόνως και το άγιον Πνεύμα ανήκει δόξα, κράτος, τιμή, και τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»

(Από την α’ ομιλία ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ, ΕΠΕ τ. 31, σελ. 623-627, Εκδόσεις «Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς».
«…Τους ανά την πόλιν βλασφήμους να τιμωρήτε και να σωφρονίζετε, τους υ­βρίζοντας τον Θεόν και εμφα
νιζομένους προς αυτόν, ως να είναι μεθυσμένοι, να εμποδίζετε να κάνουν τούτο. Δεν νομίζω ότι αυτά τότε τα είπα εξ ιδικής μου εμπνεύσεως, αλλά ο Θεός που προγνωρίζει τα μέλλοντα, έβαλεν εις την διάνοιάν μου τους λόγους τούτους, διά να μας προστατεύση· διότι εάν ετιμωρούσαμεν εκείνους που τολμούν να κάνουν τοιαύτα έργα, δεν θα συνέβαινον εις την πόλιν μας όσα συνέβησαν.
Πόσον προτιμότερον θα ήτο, σωφρονίζοντες και τιμωρούντες αυτούς, να πάθωμεν κάτι κακόν, εάν το επέβαλλεν η ανάγκη, πράγμα που θα μας εξασφάλιζε και μαρτυρικόν στέφανον, παρά να φοβούμεθα τώρα, και να τρέμωμεν και να περιμένωμεν τον θάνατον ένεκα της αμαρτίας εκείνων;
Ιδού το αμάρτημα έγινεν από ολίγους, και το έγκλημα τώρα γίνεται κοινόν· ιδού εξ αιτίας εκείνων όλοι τώρα φοβούμεθα και υφιστάμεθα εμείς τας τιμωρίας δι’ όσα εκείνοι απετόλμησαν. Εάν δε τους προελαμβάνομεν και τους εξεδιώκομεν από την πόλιν, και τους εσωφρονίζομεν, και εθεραπεύαμεν το άρρωστον μέλος, δεν θα εδοκιμάζομεν τώρα τον φόβον αυτόν.
Γνωρίζω ότι το ήθος τής πόλεως από αρχαιοτάτων χρόνων είναι εκείνο που αρμόζει εις ελευθέρους ανθρώπους, και ότι μερικοί ξένοι και όχι ξεδιαλεγμένοι άνθρωποι, αχρείοι και κακοποιοί, που έχουν απελπισθή διά την σωτηρίαν των ετόλμησαν να κάμουν αυτά που έκαμαν.
Διά τούτο δεν έπαυσα πάντοτε να φωνάζω και να διαμαρτύρωμαι λέγων· ας τιμωρήσωμεν την μανίαν τών βλασφημούντων, ας σωφρονίσωμεν την διάνοιάν των, και ας φροντίσωμεν διά την σω­τηρίαν των και αν χρειασθή να αποθάνωμεν διά την πράξιν μας αυτήν, θα μας αποφέρη μεγάλο κέρδος η πράξις μας αυτή· ας μη αδιαφορούμεν όταν βλέπωμεν να υβρίζεται ο κοινός Δεσπότης. Η αδιαφορία αυτή θα φέρη μεγάλο κα­κόν εις την πόλιν».


(Από την β’ ομιλία ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ, ΕΠΕ τ. 31, σελ. 641-643, Εκδόσεις «Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς».)

Σχόλιο του Αγ. Νικοδήμου στον ΚΖ’ Ιερό Κανόνα των Αγίων Αποστόλων, με αναφορά στην παραπάνω θέση του Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου περί βλασφημίας, αλλά και στην ενέργεια του Ιησού Χριστού να εκβάλει τους εμπόρους από τον οίκο του Πατρός Του

ΙΕΡΟΝ ΠΗΔΑΛΙΟΝ, έκδοσις 1886, σελ. 35:

«Είπα δε ότι δεν πρέπει να δαίρνουσιν οι ιερωμένοι τους αμαρτάνοντας εις αυτούς, διατί εκείνους οπού αμαρτάνουσιν εις τα θεία, και εις τον Θεόν, και μήτε με νουθεσίας μήτε με επιτίμια σωφρονίζονται, ημπορούν να τους σωφρονίζουν ιερωμένους όντας, ή λαϊκούς, με της εξωτερικής εξουσίας την δύναμην, κατά τον ε’ Αντιοχ. και τον ος’. πβ’. πγ’. ςθ’. ρ’. ρς’. ρξ’. Καρθαγέν. και τον θ’. της α’. και β’. επειδή τότε δεν φαίνονται να εκδικούσι πλέον τον εαυτόν τους, αλλά τον Θεόν οπού ατιμάζεται και υβρίζεται.
Όθεν και ο Κύριος ο τους εις αυτόν αμαρτάνοντας μήτε κτυπών μήτε λοιδορών, έκαμε φραγγέλιον από σχοινίον, και κτυπώντας εξέβαλε τους πραγματευτάς και σαράφιδας από το ιερόν, διατί ημάρτανον εις τον Θεόν, και τον οίκον τού πατρός του έκαμναν σπήλαιον ληστών και οίκον εμπορίου. Πρέπει όμως να στοχασθώμεν, ότι, αγκαλά και οι εξηγηταί των κανόνων, Ζωναράς και Βαλσαμών, αλλά δη και ο Βουλγαρίας Θεοφύλακτος, εν τη ερμηνεία του κατά Ιωάννην, λέγουσιν, ότι ο Κύριος εκτύπησε τους εν τω ιερώ πραγματευομένους, με όλον τούτο και οι δ’. Ευαγγελισταί, οπού διηγούνται την υπόθεσιν ταύτην, δεν γράφουσιν ότι εκτύπησεν, αλλά μόνον ότι εξέβαλε αυτούς.
Όθεν και ο μέγας Βασίλειος (όρα κατά πλάτος ομιλ. μ’.) λέγει ότι μόνοις τοις περί το ιερόν πωλούσι και αγοράζουσι την μάστιγα επανετοίνατο.
Οπού θέλει να ειπή΄ ότι εσύκωσε μεν κατ’ επάνω αυτών το φραγγέλιον και εφοβέρισε να τους κτυπήση, ουχί δε και ότι τους εκτύπησε. Και τούτον τον λόγον φαίνεται και ο Χρυσόστομος, ότι θέλει να σωφρονίζωνται οι βλάσφημοι με πληγαίς ως εις Θεόν αμαρτάνοντες. Διότι λέγει (ομιλ. α’ ανδριάντ.). «Ανίσως και ακούσας τινός να βλασφημή τον Θεόν μέσα εις το παζάρι, ή εις το δίστρατον, πλησίασε κοντά, και έλεγξαί τον διά την βλασφημίαν του.
Αν δε και κάμη χρεία να τον κτυπήσης, κτύπησέ τον». Όρα ότι δεν λέγει ο άγιος αποφασιστικά να κτυπά τινάς τον βλάσφημον, αλλά με υπόθεσιν και κεκολασμένως, αν κάμη χρεία. Και τούτο δε σημείωσαι, ότι, αν και ο άγιος λέγη τούτο εκ περιουσίας, πλην αυτός ο τούτο λέγων, ποτέ δεν έκαμε παρόμοιον πράγμα. ...».

Πηγή ενημέρωσης και αναδημοσίευσης  Άλοψις 

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Λόγος εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Λόγος εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος

Λόγος εἰς τό Ἅγιον Βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
Τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρός ἠμῶν  Ἰωάννου
Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου

Πρὸς τοὺς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων, καὶ εἰς τὸ ἅγιον καὶ σωτήριον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ περὶ τῶν ἀναξίως κοινωνούντων, καὶ ὅτι οἱ ἀτέλεστον καταλιμπάνοντες τὴν θείαν λειτουργίαν, καὶ πρὸ τῆς τελευταίας εὐχῆς ἐξερχόμενοι, τὸν Ἰούδαν μιμοῦνται, λόγος.

α. Πάντες ὑμεῖς ἐν εὐθυμίᾳ τήμερον, ἐγὼ δὲ ἐν ὀδύνῃ μόνος. Ὅταν γὰρ εἰς τὸ πέλαγος ἀπίδω τοῦτο τὸ πνευματικὸν, καὶ τὸν ἄπειρον τῆς Ἐκκλησίας θεάσωμαι πλοῦτον, εἶτα λογίσωμαι ὅτι τῆς ἑορτῆς παρελθούσης, καὶ τὸ πλῆθος ἡμῖν τοῦτο πάλιν ἀποπηδῆσαν οἰχήσεται, δάκνομαι καὶ ὀδυνῶμαι τὴν ψυχὴν, ὅτι τοσαῦτα τεκοῦσα τέκνα ἡ Ἐκκλησία, οὐ καθ' ἑκάστην σύναξιν ἀπολαύειν αὐτῶν δύναται, ἀλλ' ἐν ἑορτῇ μόνον.
Πόσον ἦν ἀγαλλίαμα πνευματικὸν, πόση χαρὰ, πόση δόξα Θεοῦ, πόση ψυχῶν ὠφέλεια, εἰ καθ' ἑκάστην σύναξιν οὕτω πεπληρωμένους ἑωρῶμεν τοὺς περιβόλους τῆς ἐκκλησίας; Νῦν δὲ ναῦται μὲν καὶ κυβερνῆται πάντα ποιοῦσιν, ὅπως τὸ πέλαγος διαδράμοιεν, καὶ πρὸς τὸν λιμένα καταντήσωσιν· ἡμεῖς δὲ διὰ παντὸς πελάγους σαλεύειν φιλονεικοῦμεν, ἐν ταῖς τῶν βιωτικῶν πραγμάτων τρικυμίαις συνεχῶς ποντούμενοι, καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις στρεφόμενοι, ἐνταῦθα δὲ ἅπαξ ἢ δεύτερον μόλις τοῦ παντὸς ἀπαντῶντες ἐνιαυτοῦ.

Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι καθάπερ λιμένας ἐν πελάγει, οὕτω τὰς ἐκκλησίας ἐν ταῖς πόλεσιν ἔπηξεν ὁ Θεὸς, ἵνα ἀπὸ τῆς ζάλης τῶν βιωτικῶν θορύβων ἐνταῦθα καταφεύγοντες, γαλήνης μεγίστης ἀπολαύωμεν; Οὐδὲ γὰρ κυμάτων ἔστιν ἐνταῦθα δεῖσαι τρικυμίαν, οὐ λῃστῶν ἐπιδρομὰς, οὐ κακούργων ἔφοδον, οὐ πνευμάτων βίας, οὐ θηρίων ἐπιβουλάς· λιμὴν γάρ ἐστιν ἁπάντων τούτων ἀπηλλαγμένος, λιμήν ἐστι ψυχῶν πνευματικός.
 Καὶ τῶν λεγομένων μάρτυρες ὑμεῖς. Εἰ γάρ τις ὑμῶν τὸ συνειδὸς ἀναπτύξειε νῦν, πολλὴν ἔνδον εὑρήσει τὴν ἡσυχίαν· οὐ θυμὸς γὰρ ἐνοχλεῖ, οὐκ ἐπιθυμία φλέγει, οὐ βασκανία τήκει, οὐκ ἀπόνοια φυσᾷ, οὐ κενοδοξίας ἔρως διαφθείρει, ἀλλὰ πάντα ταῦτα κατέσταλται τὰ θηρία, καθάπερ θείας τινὸς ἐπῳδῆς, τῆς τῶν θείων Γραφῶν ἀκροάσεως, διὰ τῆς ἑκάστου ἀκοῆς πρὸς τὴν ψυχὴν εἰσιούσης, καὶ κοιμιζούσης τὰ ἄλογα ταῦτα πάθη.
Πόσης οὖν ἀθλιότητος οὐκ ἂν εἴη, τοσαύτης μέλλοντας ἀπολαύειν φιλοσοφίας μὴ συνεχῶς ἐπιχωριάζειν καὶ φοιτᾷν πρὸς τὴν κοινὴν ἁπάντων μητέρα, τὴν Ἐκκλησίαν λέγω; Ποίαν γὰρ ἂν ἔχοις εἰπεῖν μοι ταύτης ἀναγκαιοτέραν διατριβήν; τίνα δὲ χρηστοτέραν συνουσίαν; τί δὲ τὸ ἐμπόδιον τῆς ἐνταῦθα διατριβῆς;
 Πάντως μοι τὴν πενίαν ἐρεῖς κώλυμά σοι γίνεσθαι τοῦ καλοῦ τοῦδε συλλόγου· ἀλλ' οὐκ εὔλογος ἡ πρόφασις. Ἑπτὰ ἡμέρας ἡ ἑβδομὰς ἔχει· τὰς ἑπτὰ ταύτας ἐμερίσατο πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός· καὶ οὐχ ἑαυτῷ μὲν τὸ πλέον, ἡμῖν δὲ τὸ ἔλαττον ἔδωκε, μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἐξ ἡμισείας αὐτὰς διενείματο, οὐκ ἔλαβε τρεῖς καὶ ἔδωκε τρεῖς, ἀλλὰ σοὶ μὲν ἀπένειμεν ἓξ, ἑαυτῷ δὲ κατέλιπε μίαν.
 Καὶ οὐδὲ ἐν ταύτῃ τῇ ὅλῃ ἀνέχῃ τῶν βιωτικῶν ἀπηλλάχθαι πραγμάτων, ἀλλ' ὅπερ οἱ τὰ ἱερὰ συλῶντες χρήματα ποιοῦσι, τοῦτο καὶ σὺ ἐπὶ τῆς ἡμέρας ταύτης τολμᾷς, αὐτὴν οὖσαν ἱερὰν καὶ ἀνακειμένην τῇ τῶν πνευματικῶν ἀκροάσει λογίων ἁρπάζων καὶ καταχρώμενος εἰς βιωτικὰς φροντίδας.
Τί δὲ λέγω περὶ ἡμέρας ὁλοκλήρου; ὅπερ ἐπὶ τῆς ἐλεημοσύνης ἐποίησεν ἡ χήρα, τοῦτο ποίησον ἐπὶ τοῦ καιροῦ καὶ σὺ τῆς ἡμέρας· καθάπερ ἐκείνη δύο κατέβαλεν ὀβολοὺς, καὶ πολλὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐπεσπάσατο τὴν εὔνοιαν· οὕτω καὶ σὺ δύο δάνεισον ὥρας τῷ Θεῷ, καὶ μυρίων ἡμερῶν κέρδος εἰς τὴν οἰκίαν εἰσάξεις τὴν σήν.
 Εἰ δὲ οὐκ ἀνέχῃ, σκόπει μή ποτε, μικρὸν ἡμέρας μέρος οὐ βουλόμενος ἑαυτὸν ἀποστῆσαι τῶν γηΐνων κερδῶν, ὁλοκλήρων ἐνιαυτῶν ἀπολέσῃς πόνους. Οἶδε γὰρ ὁ Θεὸς καταφρονούμενος καὶ τὰ συλλεγέντα κενοῦν χρήματα· ὥσπερ οὖν καὶ Ἰουδαίοις ἀπειλῶν ἔλεγεν, ἐπειδὴ τῆς περὶ τὸν ναὸν κατεφρόνουν ἐπιμελείας· Εἰσηνέγκατε αὐτὰ εἰς τοὺς οἴκους ὑμῶν, καὶ ἐξεφύσησα αὐτὰ, λέγει Κύριος.
Τί γὰρ, εἰπέ μοι, διδάξαι σε τῶν ἀναγκαίων δυνησόμεθα, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἢ δεύτερον παρ' ἡμῖν φοιτῶντα, περὶ ψυχῆς, περὶ σώματος, περὶ ἀθανασίας, περὶ βασιλείας τῶν οὐρανῶν, περὶ κολάσεως, περὶ γεέννης, περὶ μακροθυμίας Θεοῦ, περὶ συγγνώμης, περὶ μετανοίας, περὶ βαπτίσματος, περὶ ἁμαρτημάτων ἀφέσεως, περὶ τῆς κτίσεως ταύτης τῆς ἄνω, καὶ τῆς κάτω, περὶ ἀνθρώπων φύσεως, περὶ ἀγγέλων, περὶ τῆς τῶν δαιμόνων κακουργίας, περὶ τῶν μεθοδειῶν τοῦ διαβόλου, περὶ πολιτείας, περὶ δογμάτων, περὶ τῆς ὀρθῆς πίστεως, περὶ τῶν διεφθαρμένων αἱρέσεων;
Ταῦτα γὰρ καὶ πολλῷ πλείονα τούτων τὸν Χριστιανὸν εἰδέναι χρὴ, καὶ τούτων πάντων ἀποδιδόναι λόγον τοῖς ἐρωτῶσιν ὑμᾶς.
Ὑμεῖς δὲ οὐδὲ τὸ πολλοστὸν τούτων εἰδέναι δυνήσεσθε μέρος, ἅπαξ ἐνταῦθα καὶ τοῦτο παρέργως συναγόμενοι, καὶ διὰ συνήθειαν ἑορτῆς, οὐ δι' εὐλάβειαν ψυχῆς.
 Ἀγαπητὸν γὰρ εἰ καθ' ἑκάστην σύναξιν ἐνταῦθά τις ἀπαντῶν δυνηθείη μετ' ἀκριβείας ἅπαντα ταῦτα κατασχεῖν. Οἰκέτας ἔχετε πολλοὶ τῶν ἐνταῦθα παρόντων καὶ υἱοὺς, καὶ μέλλοντες αὐτοὺς παραδιδόναι τοῖς τῶν τεχνῶν ἐπιστάταις, ὧν ἂν ἕλοισθε, καὶ τὴν οἰκίαν αὐτοῖς τὴν ὑμετέραν ἄβατον ποιεῖτε καθάπαξ, καὶ στρώματα καὶ τροφὰς καὶ τὴν ἄλλην ἅπασαν αὐτοῖς παρασκευάσαντες διακονίαν, τῷ διδασκάλῳ συγκατοικίζετε ἀπείργοντες αὐτοὺς τῆς οἰκίας ἐπιβαίνειν τῆς ὑμετέρας, ἵνα ἡ συνεχὴς ἐκεῖ διατριβὴ τὴν διδασκαλίαν ἀκριβεστέραν ἐργάσηται, μηδεμιᾶς φροντίδος τὴν σχολὴν διακοπτούσης.
 Νυνὶ δὲ οὐ τέχνην τὴν τυχοῦσαν, ἀλλὰ τὴν πασῶν μείζονα μανθάνειν μέλλοντες, πῶς ἀρέσαι τῷ Θεῷ δεῖ, καὶ τῶν οὐρανίων ἐπιτυχεῖν, παρέργως ἡγεῖσθε δύνασθαι τοῦτο κατορθοῦν. Καὶ πόσης τοῦτο ἀνοίας;
Ὅτι γὰρ μάθησις τὸ πρᾶγμά ἐστι πολλῆς δεόμενον τῆς προσοχῆς, ἄκουσον τί φησι· Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι, καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ· καὶ πάλιν ὁ προφήτης· Δεῦτε, τέκνα, ἀκούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς· καὶ πάλιν· Σχολάσατε καὶ γνῶτε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός. Ὥστε πολλῆς σχολῆς χρεία τῷ μέλλοντι ταύτης ἀπολαύσεσθαι τῆς φιλοσοφίας.

β. Ἀλλὰ γὰρ, ἵνα μὴ τὸν χρόνον ἅπαντα εἰς ἔγκλημα τῶν ἀπολιμπανομένων ἀναλώσωμεν, ἀρκεσθέντες τοῖς εἰρημένοις εἰς τὴν τῆς [αὐτῶν] ἐκείνων ῥᾳθυμίας διόρθωσιν, φέρε τι περὶ τῆς παρούσης ἑορτῆς φιλοσοφήσωμεν. Πολλοὶ γὰρ τὰς μὲν ἑορτὰς ἄγουσι, καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἴσασι, τὰς δὲ ὑποθέσεις, ὅθεν ἐτέχθησαν, ἀγνοοῦσιν.
Ὅτι μὲν οὖν Ἐπιφάνεια ἡ παροῦσα λέγεται ἑορτὴ, δῆλόν ἐστι πᾶσι· τίς δέ ἐστιν ἡ ἐπιφάνεια αὕτη, καὶ πότερον μία τίς ἐστιν ἢ δύο, τοῦτο οὐκ ἔτι ἴσασιν· ὅπερ ἐσχάτης αἰσχύνης ἂν εἴη καὶ πολλοῦ τοῦ καταγέλωτος, καθ' ἕκαστον ἐνιαυτὸν τὴν ἑορτὴν ταύτην ἄγοντας, τὴν ὑπόθεσιν αὐτῆς ἀγνοεῖν. Πρῶτον μὲν οὖν ἀναγκαῖον εἰπεῖν πρὸς τὴν ὑμετέραν ἀγάπην, ὅτι οὐ μία τίς ἐστιν ἐπιφάνεια, ἀλλὰ δύο· μία μὲν ἡ παροῦσα αὕτη καὶ γενομένη, δευτέρα δὲ ἡ μέλλουσα καὶ κατὰ τὴν συντέλειαν ἐνδόξως γενησομένη.
 Καὶ περὶ ἑκατέρας αὐτῶν ἠκούσατε σήμερον Παύλου Τίτῳ διαλεγομένου καὶ λέγοντος οὕτω· περὶ μὲν τῆς παρούσης· Ἐπεφάνη ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, παιδεύουσα ἡμᾶς, ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας, σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι· περὶ δὲ τῆς μελλούσης· Προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Καὶ ὁ προφήτης δὲ περὶ αὐτῆς ἐκείνης ἔλεγεν οὕτως· Ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος, καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα, πρὶν ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ. Ἀλλὰ τίνος ἕνεκεν οὐχὶ ἡ ἡμέρα καθ' ἣν ἐτέχθη, ἀλλ' ἡ ἡμέρα καθ' ἣν ἐβαπτίσθη, ἐπιφάνεια λέγεται;
Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ἡμέρα καθ' ἣν ἐβαπτίσατο, καὶ τὴν τῶν ὑδάτων ἡγίασε φύσιν. Διά τοι τοῦτο καὶ ἐν μεσονυκτίῳ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι οἴκαδε τὰ νάματα ἀποτίθενται, καὶ εἰς ἐνιαυτὸν ὁλόκληρον φυλάττουσιν, ἅτε δὴ σήμερον ἁγιασθέντων τῶν ὑδάτων· καὶ τὸ σημεῖον γίνεται ἐναργὲς οὐ διαφθειρομένης τῆς τῶν ὑδάτων ἐκείνων φύσεως τῷ μήκει τοῦ χρόνου, ἀλλ' εἰς ἐνιαυτὸν ὁλόκληρον καὶ δύο καὶ τρία πολλάκις ἔτη τοῦ σήμερον ἀντληθέντος ὕδατος ἀκεραίου καὶ νεαροῦ μένοντος, καὶ μετὰ τοσοῦτον χρόνον τοῖς ἄρτι τῶν πηγῶν ἐξαρπασθεῖσιν ὕδασιν ἁμιλλωμένου. Τίνος οὖν ἕνεκεν αὕτη ἐπιφάνεια λέγεται;
Ἐπειδὴ οὐχ ὅτε ἐτέχθη, τότε πᾶσιν ἐγένετο κατάδηλος, ἀλλ' ὅτε ἐβαπτίσατο· μέχρι γὰρ ταύτης ἠγνοεῖτο τῆς ἡμέρας τοῖς πολλοῖς. Καὶ ὅτι ἠγνόουν αὐτὸν οἱ πολλοὶ, καὶ οὐκ ᾔδεισαν ὅστις ποτὲ ἦν, ἄκουσον τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου λέγοντος· Μέσος ὑμῶν ἕστηκεν, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε.
 Καὶ τί θαυμαστὸν εἰ ἄλλοι ἠγνόουν, ὅπου γε καὶ αὐτὸς ὁ Βαπτιστὴς αὐτὸν ἠγνόει ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης;
Καὶ γὰρ ἐγὼ, φησὶν, οὐκ ᾔδειν αὐτὸν, ἀλλ' ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἐφ' ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον, καὶ μένον ἐπ' αὐτὸν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.
 Ὅτι μὲν οὖν ἐπιφάνειαι δύο, δῆλον ἐκ τούτων· τίνος δὲ ἕνεκεν ἐπὶ τὸ βάπτισμα ἔρχεται ὁ Χριστὸς, ἀναγκαῖον εἰπεῖν, καὶ ἐπὶ ποῖον ἔρχεται βάπτισμα· καὶ γὰρ καὶ τοῦτο ἀναγκαῖον εἰδέναι, ὥσπερ οὖν κἀκεῖνο. Καὶ τοῦτο πρότερον διδάξαι χρὴ τὴν ὑμετέραν ἀγάπην· ἀπὸ γὰρ τούτου κἀκεῖνο εἰσόμεθα. Βάπτισμα ἦν τὸ Ἰουδαϊκὸν, τὸ ῥύπων σωματικῶν ἀπαλλάττον, οὐ τῶν κατὰ τὸ συνειδὸς ἁμαρτημάτων.
Οὐ γὰρ εἴ τις μοιχείαν εἰργάσατο, οὐδὲ εἴ τις κλοπὴν ἐτόλμησεν, οὐδὲ εἴ τις ἄλλο τι τοιοῦτον παρηνόμησεν, ἀπήλλαττεν αὐτὸν τῶν ἐγκλημάτων· ἀλλ' εἴ τις ὀστῶν ἥψατο νεκρῶν, εἴ τις μὴ νενομισμένης ἐγεύσατο τροφῆς, εἴ τις ἐκ φθορᾶς παρεγένετο, εἴ τις λεπροῖς συνεγίνετο, ἐλούετο, καὶ μέχρι τῆς ἑσπέρας ἀκάθαρτος ἦν, εἶτα ἐκαθαίρετο.
Λούσεται γὰρ τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι καθαρῷ, φησὶν, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας, καὶ καθαρισθήσεται. Οὐ γὰρ ἀληθῶς ἁμαρτία ταῦτα ἦν οὐδὲ ἀκαθαρσία, ἀλλὰ ἀτελεστέρους ὄντας διὰ τῶν τοιούτων ποιῶν εὐλαβεστέρους ὁ Θεὸς, πρὸς τὴν τῶν μειζόνων παρατήρησιν ἀκριβεστέρους ἄνωθεν παρεσκεύασε.

γ. Τὸ μὲν οὖν Ἰουδαϊκὸν καθάρσιον ἁμαρτημάτων μὲν οὐκ ἀπήλλαττε, ῥύπων δὲ σωματικῶν μόνον, τὸ δὲ ἡμέτερον οὐ τοιοῦτον, ἀλλὰ πολλῷ μεῖζον καὶ πολλῆς γέμον χάριτος· καὶ γὰρ ἁμαρτημάτων ἀπαλλάττει, καὶ ψυχὴν ἀποσμήχει, καὶ Πνεύματος δίδωσι χορηγίαν.
Τὸ δὲ τοῦ Ἰωάννου τοῦ μὲν Ἰουδαϊκοῦ σφόδρα ὑψηλότερον ἦν, τοῦ δὲ ἡμετέρου ταπεινότερον, καθάπερ γέφυρά τις ὂν ἑκατέρων τούτων τῶν βαπτισμάτων, ἀπ' ἐκείνου πρὸς τοῦτο δι' ἑαυτοῦ χειραγωγοῦν· οὐ γὰρ δὴ εἰς παρατήρησιν καθαρμῶν σωματικῶν αὐτοὺς ἐνῆγεν, ἀλλ' ἀποστῆσαν ἐκείνων παρῄνει καὶ συνεβούλευε μεταβαλεῖν ἀπὸ κακίας εἰς ἀρετὴν, καὶ ἐν τοῖς τῶν ἔργων κατορθώμασι τὰς ἐλπίδας τῆς σωτηρίας ἔχειν, οὐκ ἐν βαπτισμοῖς διαφόροις καὶ καθαρμοῖς ὑδάτων. Οὐ γὰρ ἔλεγε· Πλῦνον τὰ ἱμάτιά σου, καὶ λοῦσον τὸ σῶμά σου, καὶ ἔσῃ καθαρός· ἀλλὰ τί;
 Ποιήσατε καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας.
Καὶ κατὰ τοῦτο ὑψηλότερον ἦν τοῦ Ἰουδαϊκοῦ, τοῦ δὲ ἡμετέρου ταπεινότερον· ἐπειδὴ μήτε Πνεῦμα ἅγιον ἐδίδου τὸ βάπτισμα Ἰωάννου, μήτε τὴν διὰ τῆς χάριτος παρεῖχε συγχώρησιν· μετανοεῖν γὰρ ἐκέλευεν, οὐκ ἀφιέναι κύριος ἦν. Διόπερ καὶ ἔλεγεν·
Ἐγὼ μὲν ὑμᾶς βαπτίζω ἐν ὕδατι, ἐκεῖνος δὲ ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί. Δηλονότι αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζε Πνεύματι. Τί δέ ἐστιν, Ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί; Ἀναμνήσθητί μοι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ' ἣν ὤφθησαν τοῖς ἀποστόλοις διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρὸς, καὶ ἐκάθισεν ἐφ' ἕνα ἕκαστον αὐτῶν.
 Καὶ ὅτι τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἀτελὲς ἦν, οὔτε Πνεύματος χορηγίαν ἔχον, οὔτε ἁμαρτημάτων ἄφεσιν, δῆλον ἐκεῖθεν· Εὑρὼν γάρ τινας μαθητὰς ὁ Παῦλός φησι πρὸς αὐτοὺς, Εἰ Πνεῦμα ἅγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; Οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· Ἀλλ' οὐδὲ εἰ Πνεῦμα ἅγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν. Εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· Εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; Οἱ δὲ εἶπον· Εἰς τὸ Ἰωάννου βάπτισμα. Εἶπε δὲ Παῦλος· Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας· μετανοίας, οὐκ ἀφέσεως.
Καὶ τίνος ἕνεκεν ἐβάπτισεν; Τῷ λαῷ λέγων· Εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ' αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ' ἔστιν, εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Καὶ ἀκούσαντες ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας, ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπ' αὐτούς.
Εἶδες πῶς ἀτελὲς ἦν τὸ Ἰωάννου βάπτισμα; Εἰ γὰρ μὴ ἦν ἀτελὲς, οὐκ ἂν αὐτοὺς πάλιν ἐβάπτισεν ὁ Παῦλος, οὐκ ἂν αὐτοῖς τὰς χεῖρας ἐπέθηκε· νυνὶ δὲ ἀμφότερα ταῦτα ποιήσας, ἐδήλωσε τὴν ὑπεροχὴν τοῦ βαπτίσματος τοῦ ἀποστολικοῦ, καὶ ὅτι ἐκεῖνο τούτου πολὺ κατώτερον ἦν.
 Ἀλλὰ τὴν μὲν τῶν βαπτισμάτων διαφορὰν ἐκ τούτων ἐμάθομεν· τίνος δὲ ἕνεκεν ὁ Χριστὸς βαπτίζεται, καὶ ποῖον βάπτισμα, λοιπὸν ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Οὔτε τὸ Ἰουδαϊκὸν τὸ πρότερον, οὔτε τὸ ἡμέτερον τὸ μετὰ ταῦτα· οὔτε γὰρ ἁμαρτημάτων συγχωρήσεως ἐδεῖτο· πῶς γὰρ ὁ μηδεμίαν ἁμαρτίαν ἔχων;
Ἁμαρτίαν γὰρ, φησὶν, οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ· καὶ πάλιν, Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; Οὔτε Πνεύματος ἄμοιρος ἦν ἐκείνη ἡ σάρξ· πῶς γὰρ ἂν ἡ ἐκ Πνεύματος ἁγίου κατασκευασθεῖσα τὴν ἀρχήν;
Εἰ τοίνυν μήτε Πνεύματος ἁγίου ἄμοιρος ἦν ἡ σὰρξ ἐκείνη, μήτε ἁμαρτήμασιν ὑπεύθυνος, τίνος ἕνεκεν ἐβαπτίζετο; Ἀλλὰ πρότερον ἀναγκαῖον μαθεῖν ποῖον ἐβαπτίσατο βάπτισμα, καὶ τότε καὶ τοῦτο σαφέστερον ἡμῖν γενήσεται. Ποῖον οὖν ἐβαπτίσατο;
Οὔτε τὸ Ἰουδαϊκὸν, οὔτε τὸ ἡμέτερον, ἀλλὰ τὸ Ἰωάννου. Διὰ τί; Ἵνα καὶ δι' αὐτῆς τῆς τοῦ βαπτίσματος φύσεως μάθῃς, ὅτι οὐ δι' ἁμαρτίας ἐβαπτίσατο, οὐδὲ ὡς τῆς τοῦ Πνεύματος δεόμενος χορηγίας· ἑκατέρων γὰρ τούτων ἔρημον ἐκεῖνο τὸ βάπτισμα, καθάπερ οὖν καὶ ἀπεδείξαμεν.
Καὶ ὅτι μὲν οὔτε δι' ἄφεσιν ἁμαρτημάτων, οὔτε διὰ Πνεύματος χορηγίαν ἦλθεν ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην, δῆλον ἐκ τούτων· ἵνα δὲ μὴ νομίσῃ τις τῶν τότε παρόντων, ὅτι ἐπὶ μετανοίᾳ, καθάπερ οἱ λοιποὶ, παραγίνεται, ἄκουσον καὶ τοῦτο πῶς ὁ Ἰωάννης προδιωρθώσατο.
Ὁ γὰρ τοῖς ἄλλοις λέγων, Ποιήσατε καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας, ἄκουσον τί τούτῳ φησίν· Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι· καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; Τοῦτο δὲ ἔλεγε δηλῶν ὅτι οὐ διὰ τὴν αὐτὴν τοῖς πολλοῖς χρείαν παρεγένετο πρὸς αὐτόν· καὶ ὅτι τοσοῦτον ἀπέχει διὰ τοῦτο βαπτίζεσθαι, ὅτι καὶ αὐτοῦ τοῦ Βαπτιστοῦ πολλῷ μείζων ἦν, καὶ ἀσυγκρίτως καθαρώτερος.
Τίνος οὖν ἕνεκεν ἐβαπτίζετο, εἰ μήτε ἐπὶ μετανοίᾳ, μήτε ἐπὶ ἁμαρτημάτων ἀφέσει, μήτε ἐπὶ Πνεύματος χορηγίᾳ τοῦτο ἐποίει; Ἑτέρων δυοῖν ἕνεκεν αἰτιῶν, μιᾶς μὲν ἧς φησιν ὁ μαθητὴς, ἑτέρας δὲ ἧς αὐτὸς πρὸς τὸν Ἰωάννην εἶπε.
Τίνα οὖν φησιν ὁ Ἰωάννης αἰτίαν τοῦ βαπτίσματος εἶναι τούτου; Ἵνα γνωρισθῇ τοῖς πολλοῖς, καθὼς καὶ ὁ Παῦλος ἔλεγεν, ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ' αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσιν· τοῦτο ἦν τὸ κατόρθωμα τοῦ βαπτίσματος.
Τὸ μὲν γὰρ εἰς τὴν ἑκάστου περιιέναι οἰκίαν, καὶ ταῖς θύραις προσιόντα καλεῖν ἔξω καὶ λέγειν κατέχοντα τὸν Χριστὸν, ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὕποπτον ἐποίει τὴν μαρτυρίαν καὶ σφόδρα ἐργῶδες ἦν· τὸ δὲ λαβόντα πάλιν εἰς τὴν συναγωγὴν εἰσελθεῖν καὶ δεικνύειν, καὶ τοῦτο αὐτὸ ὁμοίως ὕποπτον ἐποίει τὴν μαρτυρίαν πάλιν· τὸ δὲ τῶν δήμων ἁπάντων ἐξ ἑκάστης πόλεως ἐκχυθέντων ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην, καὶ περὶ τὰς ὄχθας διατριβόντων τοῦ ποταμοῦ, ἐλθόντα καὶ αὐτὸν ἐπὶ τὸ βαπτισθῆναι, δέξασθαι τὴν ἄνωθεν σύστασιν τὴν διὰ τῆς φωνῆς τοῦ Πατρὸς, τὴν διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Πνεύματος τῆς ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἀνύποπτον ἐποίει γενέσθαι τὴν Ἰωάννου τὴν ἐπ' αὐτῷ μαρτυρίαν.
Διὰ τοῦτο, Κἀγὼ, φησὶν, οὐκ ᾔδειν αὐτὸν, ἀξιόπιστον τὴν ἑαυτοῦ καθιστῶν μαρτυρίαν.
Ἐπειδὴ γὰρ συγγενεῖς ἦσαν ἀλλήλων κατὰ σάρκα Ἰδοὺ γὰρ, φησὶν, Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου, καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν, τῇ Μαριάμ φησιν ὁ ἄγγελος περὶ τῆς μητρὸς Ἰωάννου· εἰ δὲ αἱ μητέρες συγγενεῖς ἦσαν, εὔδηλον ὅτι καὶ τὰ παιδία· ἐπεὶ οὖν συγγενεῖς ἦσαν, ἵνα μὴ διὰ τὴν συγγένειαν δόξῃ μαρτυρεῖν τῷ Χριστῷ, ᾠκονόμησεν ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις πᾶσαν τὴν πρώτην ἡλικίαν ἐν ἐρήμῳ τὸν Ἰωάννην διάγειν, ἵνα μὴ διὰ φιλίαν ἢ ἐκ κατασκευῆς τινος τοιαύτης ἡ μαρτυρία γίνεσθαι δόξῃ, ἀλλ' ὡς παρὰ τοῦ Θεοῦ μαθὼν, οὕτως αὐτὸν καταγγείλῃ.
 Διὰ τοῦτό φησι· Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν. Πόθεν οὖν ἔμαθες; Ὁ πέμψας με, φησὶ, βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπε. Τί σοι εἶπεν; Ἐφ' ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν, καὶ μένον ἐπ' αὐτὸν, αὐτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. Ὁρᾷς ὅτι διὰ τοῦτο ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐχ ὡς τότε πρῶτον ἐπιφοιτῆσαν, ἀλλ' ἵνα δείξῃ τὸν κηρυττόμενον, ὥσπερ δακτύλῳ τινὶ τῇ πτήσει πᾶσιν αὐτὸν γνώριμον ποιοῦν;
Διὰ τοῦτο τοίνυν ἦλθεν ἐπὶ τὸ βάπτισμα. Καὶ δι' ἑτέραν δὲ αἰτίαν, ἣν αὐτός φησι· ποίαν δὴ ταύτην; Τοῦ Ἰωάννου εἰπόντος, Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; αὐτὸς ἀπεκρίνατο λέγων· Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Εἶδες εὐγνωμοσύνην οἰκέτου; εἶδες ταπεινοφροσύνην Δεσπότου; Τί ποτέ ἐστι τὸ, Πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην; Δικαιοσύνη λέγεται τῶν ἐντολῶν πασῶν ἡ πλήρωσις· ὥσπερ ὅταν λέγῃ· Ἦσαν ἀμφότεροι δίκαιοι πορευόμενοι ἐν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. Ἐπεὶ οὖν ἔδει πληρῶσαι τὴν δικαιοσύνην ταύτην τοὺς ἀνθρώπους ἅπαντας, οὐδεὶς δὲ αὐτὴν ἀπήρτισεν οὐδὲ ἐπλήρωσεν, ἐλθὼν ὁ Χριστὸς πληροῖ τὴν δικαιοσύνην ταύτην.

δ. Καὶ ποία δικαιοσύνη, φησὶ, τὸ βαπτισθῆναι; Τὸ τῷ προφήτῃ πεισθῆναι δικαιοσύνη ἦν. Ὥσπερ οὖν περιετέμνετο, καὶ θυσίαν ἀνήνεγκε, καὶ σάββατα ἐτήρησε, καὶ ἑορτὰς ἐπλήρωσεν Ἰουδαϊκὰς, οὕτω καὶ τοῦτο τὸ λειπόμενον προσέθηκε, τὸ πεισθῆναι προφήτῃ βαπτίζοντι.
 Ὅτι γὰρ Θεοῦ βούλημα ἦν τὸ βαπτίζεσθαι πάντας τότε, ἄκουσον τί φησιν ὁ Ἰωάννης· Ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι· καὶ πάλιν ὁ Χριστὸς, Οἱ τελῶναι καὶ ὁ ὄχλος ἐδικαίωσαν τὸν Θεὸν, βαπτισθέντες τὸ βάπτισμα Ἰωάννου· οἱ δὲ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς ἠθέτησαν τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ μὴ βαπτισθέντες ὑπ' αὐτοῦ.
Εἰ τοίνυν τὸ τῷ Θεῷ πείθεσθαι δικαιοσύνη, ὁ δὲ Θεὸς ἔπεμψε τὸν Ἰωάννην, ὥστε βαπτίσαι τὸν λαὸν, μετὰ τῶν ἄλλων ἁπάντων τῶν νομικῶν καὶ τοῦτο ἐπλήρωσεν ὁ Χριστός. Ὑπόθου τοίνυν διακόσια δηνάρια τοῦ νόμου τὰς ἐντολὰς εἶναι· τοῦτο τὸ χρέος ἔδει τὸ γένος τὸ ἡμέτερον καταβαλεῖν· οὐ κατεβάλομεν· κατεῖχεν ἡμᾶς ὁ θάνατος ὑπευθύνους ὄντας τοῖς ἐγκλήμασι τούτοις.
 Ἐλθὼν ὁ Χριστὸς καὶ εὑρὼν ἡμᾶς κατεχομένους, κατέβαλε τὸ χρέος, ἐπλήρωσε τὸ ὄφλημα, ἐξήρπασε τοὺς οὐκ ἔχοντας δοῦναι. Διὰ τοῦτο οὐκ εἶπε, Πρέπον ἐστὶν ἡμῖν ποιῆσαι τὸ καὶ τὸ, ἀλλὰ, Πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ἐμοὶ τῷ Δεσπότῃ πρέπον ἐστὶ, φησὶ, τῷ ἔχοντι, καταβαλεῖν ὑπὲρ τῶν οὐκ ἐχόντων.
Αὕτη ἡ αἰτία τοῦ βαπτίσματος, ἵνα δόξῃ τὸν νόμον ἅπαντα πληροῦν, καὶ αὕτη, καὶ ἡ πρὸ ταύτης εἰρημένη. Διὸ καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς κάτεισιν· ὅπου γὰρ καταλλαγὴ Θεοῦ, περιστερά. Καὶ γὰρ καὶ ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ τῆς ἐπὶ Νῶε φέρουσα κλάδον ἐλαίας ἦλθεν ἡ περιστερὰ, σύμβολον τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας, καὶ τῆς τοῦ χειμῶνος ἀπαλλαγῆς· καὶ νῦν ἐν εἴδει περιστερᾶς, οὐκ ἐν σώματι δεῖ γὰρ ἀσφαλῶς ταῦτα εἰδέναι, τὸ Πνεῦμα ἔρχεται, τὸν ἔλεον τοῦ Θεοῦ καταγγέλλον τῇ οἰκουμένῃ, ἅμα δὲ καὶ δηλοῦν, ὅτι τὸν πνευματικὸν ἄνδρα ἀπόνηρόν τινα εἶναι χρὴ καὶ ἁπλοῦν καὶ ἄκακον· καθάπερ καὶ ὁ Χριστός φησιν·
 Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἐκείνη μὲν οὖν ἡ κιβωτὸς, τοῦ χειμῶνος λυθέντος, ἔμεινεν ἐπὶ τῆς γῆς· αὕτη δὲ ἡ κιβωτὸς, τῆς ὀργῆς λυθείσης, εἰς τὸν οὐρανὸν ἡρπάζετο, καὶ νῦν ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς τὸ ἄμωμον ἐκεῖνο καὶ ἀκήρατον σῶμα.
Ἀλλ' ἐπειδὴ τοῦ σώματος ἐμνήσθην Δεσποτικοῦ, ἀναγκαῖον πρὸς ὑμᾶς μικρὰ περὶ τούτου διαλεχθέντας καταπαῦσαι τὸν λόγον. Οἶδα ὅτι πολλοὶ παρ' ἡμῖν διὰ τὴν τῆς ἑορτῆς συνήθειαν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ προσδραμοῦνται τραπέζῃ.
 Ἔδει μὲν οὖν, ὡς καὶ πολλάκις ἔφθην εἰπὼν, μὴ ἑορτὰς παρατηρεῖν, ἡνίκα ἂν δέοι κοινωνεῖν, ἀλλὰ τὸ συνειδὸς καθαίρειν, καὶ τότε τῆς ἱερᾶς ἅπτεσθαι θυσίας.
Ὁ μὲν γὰρ ἐναγὴς καὶ ἀκάθαρτος οὐδὲ ἐν ἑορτῇ δίκαιος ἂν εἴη μετέχειν τῆς ἁγίας ἐκείνης καὶ φρικώδους σαρκός· ὁ δὲ καθαρὸς καὶ διὰ μετανοίας ἀκριβοῦς ἀποσμηξάμενος τὰ πλημμελήματα, καὶ ἐν ἑορτῇ καὶ ἀεὶ δίκαιος ἂν εἴη μετέχειν τῶν θείων μυστηρίων, καὶ ἀπολαύειν ἂν εἴη ἄξιος τῶν τοῦ Θεοῦ δωρεῶν.
Ἀλλ' ἐπειδὴ τοῦτο οὐκ οἶδα πῶς παρῶπταί τισι, καὶ μυρίων πολλοὶ γέμοντες κακῶν, ὅτε τὴν ἑορτὴν ἴδωσι παραγενομένην, ὡς ὑπ' αὐτῆς ὠθούμενοι τῆς ἡμέρας, ἅπτονται τῶν ἱερῶν μυστηρίων, ἃ μηδὲ ἰδεῖν οὕτω διακειμένους θέμις· τοὺς μὲν δήλους ἡμῖν αὐτοὶ πάντως ἡμεῖς ἀπείρξομεν, τοὺς δὲ ἀγνώστους ἡμῖν τῷ Θεῷ καταλείψομεν, τῷ τὰ ἀπόῤῥητα τῆς ἑκάστου διανοίας εἰδότι· τὸ γοῦν φανερῶς ἁμαρτανόμενον παρὰ πάντων πειρασόμεθα διορθῶσαι τήμερον.
Τί οὖν ἐστι τοῦτο τὸ ἁμάρτημα; Τὸ μὴ μετὰ φρίκης προσιέναι, ἀλλὰ λακτίζοντας, τύπτοντας, θυμοῦ γέμοντας, βοῶντας, λοιδοροῦντας, τοὺς πλησίον ὠθοῦντας, ταραχῆς ἐμπεπλησμένους. Ταῦτα καὶ πολλάκις εἶπον, καὶ λέγων οὐ παύσομαι.
Οὐχ ὁρᾶτε ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων ἀγώνων, ὅταν ἀγωνοθέτης διὰ τῆς ἀγορᾶς βαδίζῃ, στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἔχων, στολὴν ἀναβεβλημένος, ῥάβδον ἐν τῇ χειρὶ κατέχων, ὅση ἡ εὐταξία, τοῦ κήρυκος βοῶντος ἡσυχίαν εἶναι μετ' εὐκοσμίας;
Πῶς οὖν οὐκ ἄτοπον, ἔνθα μὲν ὁ διάβολος πομπεύει, τοσαύτην εἶναι τὴν ἡσυχίαν, ἔνθα δὲ ὁ Χριστὸς πρὸς ἑαυτὸν καλεῖ, πολὺν εἶναι τὸν θόρυβον;
Ἐν ἀγορᾷ ἡσυχία, καὶ ἐν ἐκκλησίᾳ κραυγή; ἐν πελάγει γαλήνη, καὶ ἐν λιμένι κύματα; Τί θορυβῇ, εἰπέ μοι, ἄνθρωπε; τί δὲ ἐπείγῃ; πραγμάτων ἀνάγκη σε καλεῖ πάντως; ὅλως γὰρ οἶδας ὅτι πράγματα ἔχεις κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην; μέμνησαι γὰρ ὅλως, ὅτι ἐπὶ τῆς γῆς εἶ; νομίζεις δὲ μετὰ ἀνθρώπων εἶναι;
Καὶ πῶς οὐχὶ λιθίνης ταῦτα διανοίας, τὸ νομίζειν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐπὶ γῆς ἑστάναι, ἀλλ' οὐ μετ' ἀγγέλων χορεύειν, μεθ' ὧν τὸ μυστικὸν ἐκεῖνο μέλος ἀνέπεμψας, μεθ' ὧν τὴν ἐπινίκιον ἐκείνην ἀνήνεγκας ᾠδὴν τῷ Θεῷ;
 Διὰ τοῦτο καὶ ἀετοὺς ἡμᾶς ὁ Χριστὸς ἐκάλεσεν εἰπὼν, Ὅπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοὶ, ἵνα οὐρανοβατῶμεν, ἵνα ὑψηλὰ πετώμεθα τοῖς πτεροῖς τοῦ πνεύματος κουφιζόμενοι· ἡμεῖς δὲ κατὰ τοὺς ὄφεις χαμαὶ συρόμεθα, καὶ γῆν ἐσθίομεν.
Βούλεσθε εἴπω πόθεν ὁ θόρυβος καὶ ἡ κραυγὴ γίνεται; Ὅτι οὐ διαπαντὸς ὑμῖν τὰς θύρας ἀποκλείομεν, ἀλλὰ συγχωροῦμεν πρὸ τῆς ἐσχάτης εὐχαριστίας ἀποπηδᾷν καὶ ἀναχωρεῖν οἴκαδε· ὃ καὶ αὐτὸ πολλῆς ἂν εἴη καταφρονήσεως. Τί ποιεῖς, ἄνθρωπε; Τοῦ Χριστοῦ παρόντος, τῶν ἀγγέλων παρεστώτων, τῆς φρικτῆς ταύτης τραπέζης προκειμένης, τῶν ἀδελφῶν σου μυσταγωγουμένων ἔτι, αὐτὸς καταλιπὼν ἀποπηδᾷς;
Καὶ ἐπὶ δεῖπνον μὲν κληθεὶς, κἂν πρότερον κορεσθῇς, οὐ τολμᾷς τῶν ἄλλων ἀνακειμένων ἀναχωρῆσαι πρὸ τῶν φίλων αὐτός· ἐνταῦθα δὲ τῶν φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων ἐπιτελουμένων, τῆς ἱερᾶς τελετῆς συνεστώσης ἔτι, καταλιμπάνεις ἐν μέσῳ πάντα καὶ ἀναχωρεῖς;
Καὶ ποῦ ταῦτα συγγνώμης ἄξια; ποίας δὲ ἀπολογίας; Βούλεσθε εἴπω τίνος ἔργον ποιοῦσιν οἱ πρὸ τῆς συμπληρώσεως ἀναχωροῦντες, καὶ τὰς εὐχαριστηρίους ᾠδὰς οὐκ ἐπιφέροντες τῷ τέλει τῆς τραπέζης; Τάχα φορτικόν ἐστι τὸ μέλλον ῥηθήσεσθαι, ἀλλ' ὅμως ἀναγκαῖον λεχθῆναι διὰ τὴν τῶν πολλῶν ῥᾳθυμίαν.
 Ὅτε ἐκοινώνησε τὸ ἔσχατον δεῖπνον ὁ Ἰούδας τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν νύκτα ἐκείνην, τῶν ἄλλων ἁπάντων ἀνακειμένων, αὐτὸς προπηδήσας ἐξέβη.
 Ἐκεῖνον τοίνυν μιμοῦνται καὶ οὗτοι, οἱ πρὸ τῆς ἐσχάτης ἀποπηδῶντες εὐχαριστίας. Ἐκεῖνος γὰρ εἰ μὴ ἐξῆλθεν, οὐκ ἂν ἐγένετο προδότης· εἰ μὴ κατέλιπε τοὺς συμμαθητὰς, οὐκ ἂν ἀπώλετο· εἰ μὴ τῆς ἀγέλης ἑαυτὸν ἀπέῤῥηξεν, οὐκ ἂν αὐτὸν εὗρεν ὁ λύκος μόνον, καὶ κατέφαγεν· εἰ μὴ τοῦ ποιμένος ἑαυτὸν ἐχώρισεν, οὐκ ἂν θηριάλωτος γέγονε. Διὰ δὴ τοῦτο ἐκεῖνος μὲν μετὰ Ἰουδαίων, οὗτοι δὲ μετὰ τοῦ Δεσπότου ὑμνήσαντες ἐξῆλθον.
Ὁρᾷς ὅτι ἡ ἐσχάτη μετὰ τὴν θυσίαν εὐχὴ κατ' ἐκεῖνον γίνεται τὸν τύπον; Καὶ νῦν, ἀγαπητοὶ, ταῦτα ἐννοῶμεν, ταῦτα λογιζώμεθα, φοβούμενοι τὸ κείμενον ἐπὶ τούτῳ κρῖμα. Αὐτός σοι τῆς σαρκὸς μεταδίδωσι· σὺ δὲ οὐδὲ λόγοις αὐτὸν ἀμείβῃ, οὐδὲ εὐχαριστεῖς ὑπὲρ ὧν ἔλαβες, ἀλλὰ σωματικῆς μὲν τροφῆς ἀπολαύων μετὰ τὴν τράπεζαν ἐπὶ εὐχὴν τρέπῃ, πνευματικῆς δὲ καὶ ὑπερβαλλούσης τὴν κτίσιν ἅπασαν τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν ἀόρατον μετέχων, ἄνθρωπος ὢν καὶ τῆς εὐτελοῦς φύσεως, οὐ μένεις εὐχαριστῶν καὶ ῥήμασι καὶ πράγμασι;
Καὶ πῶς οὐκ ἐσχάτης ταῦτα κολάσεως ἄξια; Ταῦτα λέγω, οὐχ ἵνα ἐπαινῆτε μόνον, οὐδ' ἵνα θορυβῆτε καὶ κράζητε, ἀλλ' ἵνα ἐπὶ τοῦ καιροῦ τούτων μεμνημένοι τῶν ῥημάτων, τὴν προςήκουσαν εὐταξίαν ἐπιδείξησθε. Μυστήρια καὶ λέγεται, καὶ ἔστιν· ἔνθα δὲ μυστήρια, πολλὴ σιγή.
Μετὰ πολλῆς τοίνυν τῆς σιγῆς, μετὰ πολλῆς τῆς εὐταξίας, μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας, τῆς ἱερᾶς ταύτης ἁπτώμεθα θυσίας, ἵνα εἰς πλείονα τὴν εὔνοιαν τὸν Θεὸν ἐπισπασώμεθα, καὶ τὴν ψυχὴν ἐκκαθάρωμεν, καὶ τῶν αἰωνίων ἐπιτύχωμεν ἀγαθῶν· ὧν γένοιτο πάντας ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ' οὗ τῷ Πατρὶ ἅμα τῷ ἁγίῳ Πνεύματι ἡ δόξα, καὶ τὸ κράτος, καὶ ἡ προσκύνησις, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.