Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Τα θαύματα δεν γίνονται για τους πιστούς αλλά για τους απίστους. Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Τα θαύματα δεν γίνονται για τους πιστούς αλλά για τους απίστους. Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Τα θαύματα δεν γίνονται για τους πιστούς αλλά για τους απίστους

 Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

«Τότε παραγίνεται ο Ιησούς από της Γαλιλαίας εις τον Ιορδάνην προς τον Ιωάννην του βαπτισθήναι υπ’ αυτού».
1. Έρχεται ο Δεσπότης μαζί με τους δούλους, ο δικαστής μαζί με τους υποδίκους, για να βαπτισθεί. Μη ταραχθείς όμως· μεταξύ των ταπεινών αυτών διαλάμπει το υψηλό μεγαλείο του. Καταδέχθηκε να κυοφορηθεί σε παρθενικά σπλάγχνα επί τόσο χρόνο και να γεννηθεί απ’ αυτά μαζί με τη δική μας ανθρώπινη φύση, να ραπιστεί, να σταυρωθεί, να πάθει όλα όσα έπαθε.
 Γιατί θαυμάζεις, λοιπόν, επειδή καταδέχθηκε και να βαπτισθεί και να έλθει μαζί με τους άλλους προς τον δούλο του; Το εκπληκτικό ήταν εκείνο· να θελήσει να γίνει άνθρωπος, ενώ είναι Θεός· όλα τα άλλα ακολουθούν σύμφωνα με τη λογική. Γι’ αυτό ακριβώς και ο Ιωάννης απ’ την αρχή έλεγε εκείνα που είπε, ότι δεν είναι άξιος να λύσει τον ιμάντα του υποδήματος και όλα τα άλλα, ότι είναι, λόγου χάριν, κριτής και αποδίδει στον καθένα κατά την αξία του, και ότι θα δώσει πλουσίως το Πνεύμα σε όλους.
 Αυτά, ώστε, όταν τον δεις να έρχεται στο βάπτισμα, να μη σου περάσει καμμία ταπεινή υποψία. Γι’ αυτό και όταν ήταν κοντά, του προβάλλει προσκόμματα με τους λόγους «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα και συ έρχεσαι σ’ εμένα;». Επειδή επρόκειτο περί βαπτίσματος μετανοίας και προέτρεπε σε κατηγορία αμαρτημάτων, για να μη νομίσει κανείς, ότι και αυτός έρχεται στον Ιορδάνη με αυτήν τη διάθεση, κάνει σ’ αυτό μία διόρθωση εκ των προτέρων με το να τον καλέσει Αμνό και λυτρωτή από όλη την αμαρτία του κόσμου.
Γιατί βεβαίως αυτός που μπορεί να σηκώσει τα αμαρτήματα όλου του ανθρωπίνου γένους, είναι πολύ περισσότερο αναμάρτητος αυτός ο ίδιος. Γι’ αυτό δεν είπε· Ιδού ο αναμάρτητος, αλλά το σπουδαιότερο· «Ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Έτσι μαζί με αυτό να δεχθείς και εκείνο και αφού το δεχθείς να διαπιστώσεις ότι έρχεται στο βάπτισμα, για να πραγματοποιήσει κάποιαν άλλη οικονομία.
Γι’ αυτό και όταν ήλθε του έλεγε· «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα και συ έρχεσαι σ’ εμένα;». Δεν του είπε· Και συ ζητείς να βαπτισθείς από εμένα; Γιατί και αυτό φοβήθηκε να το πει. Και τί λέει; «Και συ έρχεσαι σ’ εμένα;». Και τί έκανε λοιπόν ο Χριστός; Ό,τι έκανε αργότερα στον Πέτρο, αυτό έκανε και τότε.
Γιατί και εκείνος τον εμπόδιζε να του πλύνει τα πόδια. Όταν όμως άκουσε «Αυτό που κάνω τώρα εσύ δεν το καταλαβαίνεις, θα το καταλάβεις δε μετά»· και ακόμη· «Δεν έχεις θέση μαζί μου»· άφησε αμέσως την αντίσταση και μεταστράφηκε στο αντίθετο. Και ο Ιωάννης πάλιν όταν άκουσε, «Ας τ’ αφήσουμε τώρα αυτά, γιατί πρέπει να εκπληρώσουμε κι οι δυό μας, ό,τι προβλέπουν οι εντολές του Θεού», υπάκουσε αμέσως. Διότι δεν ήσαν απεριόριστα φιλόνεικοι αλλά από αγάπη φρόντιζαν να υπακούουν στον Κύριο.
Πρόσεξε δε πως τον προτρέπει, από το σημείο εκείνο της ενέργειας που υποπτευόταν. Γιατί δεν είπε· Έτσι είναι δίκαιο, αλλά «έτσι πρέπει». Επειδή θεωρούσε ότι αυτό ήταν εντελώς ανάξιό του, να βαπτισθεί δηλαδή από τον δούλο του, ακριβώς αυτό αντιδιαστέλλει προς εκείνο, σαν να έλεγε· Δεν το αποφεύγεις αυτό και δεν το εμποδίζεις ως ανάρμοστο; Γι’ αυτό ακριβώς άφησέ το, διότι αρμόζει με το παραπάνω. Και δεν είπε μόνον άφησέ το· πρόσθεσε και τη λέξη «άρτι» (τώρα). Γιατί αυτά δεν θα διαρκέσουν αιωνίως, λέει, αλλά θα με δεις στην κατάσταση που επιθυμείς. Τώρα όμως δέξου αυτό.
Έπειτα αποδεικνύει και πως είναι τούτο «πρέπον». Γιατί πρέπει λοιπόν; Γιατί εκπληρώνουμε τον νόμο στο σύνολό του. Αυτό το φανέρωνε με τους λόγους «πάσαν δικαιοσύνην». Δικαιοσύνη είναι η εκπλήρωση των εντολών. Επειδή λοιπόν τηρήσαμε όλες τις άλλες εντολές, και απομένει αυτό μόνον, πρέπει να προστεθεί και αυτό. Γιατί ήλθα για να διαλύσω την κατάρα που σας βαρύνει για την παράβαση του νόμου.
Είναι ανάγκη λοιπόν εγώ πρώτος να τον εκπληρώσω κατά πάντα και αφού σας απαλλάξω από την καταδίκη, να τον ικανοποιήσω κατ’ αυτόν τον τρόπο. Πρέπει λοιπόν να εκπληρώσω το νόμο στο σύνολό του, επειδή πρέπει και να διαλύσω την κατάρα που έχει γραφτεί εναντίον σας σ’ αυτόν. Γιατί γι’ αυτό σαρκώθηκα και ήλθα σε σας. «Τότε ο Ιωάννης τον άφησε να βαπτισθεί. Και αφού βαπτίσθηκε ο Ιησούς αμέσως βγήκε από το νερό. Και να, άνοιξαν γι’ αυτόν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού σαν περιστέρι να κατεβαίνει και να έρχεται πάνω του».
2. Πολλοί θεωρούσαν τον Ιωάννη ανώτερό του, επειδή είχε ζήσει όλη τη ζωή του στην έρημο, ήταν υιός αρχιερέα, ήταν ντυμένος με τέτοια ρούχα, καλούσε όλους στο βάπτισμα, γεννήθηκε δε και από στείρα. Ενώ τον Ιησούν, επειδή καταγόταν από άσημη κόρη —δεν ήταν ακόμη γνωστός σε όλους ο παρθενικός τοκετός της— είχε ανατραφεί στο σπίτι, συναναστρεφόταν με όλους, φορούσε δε και τα συνηθισμένα ρούχα, τον υποπτεύονταν ότι ήταν κατώτερός του· δεν γνώριζαν ακόμη τίποτε από εκείνα τα απόρρητα.
Συνέβη δε και να βαπτισθεί από τον Ιωάννη, πράγμα το οποίον επιβεβαίωνε την υποψία, άνκαι κανένα από τα προηγούμενα δεν ήταν αλήθεια. Σκέφτονταν ότι αυτός ήτο ένας από τους πολλούς, διότι αν δεν ήταν ένας απ’ αυτούς, δεν θα ερχόταν μαζί με τους πολλούς στο βάπτισμα· ενώ εκείνος ήταν μεγαλύτερος απ’ αυτόν και πολύ περισσότερο θαυμαστός.
Για να μην επικρατήσει λοιπόν η γνώμη αυτή στο πλήθος, γι’ αυτό και οι ουρανοί άνοιξαν, όταν βαπτίσθηκε, και το Πνεύμα κατεβαίνει και μαζί με το Πνεύμα ακούεται φωνή, που διακηρύττει την αξία του Μονογενούς. Επειδή δηλαδή η φωνή που έλεγε «Αυτός είναι ο υιός μου ο αγαπητός», φαινόταν στο πλήθος ότι περισσότερο ταίριαζε στον Ιωάννη, γιατί δεν πρόσθεσε αυτός που βαπτίζεται, αλλά είπε μόνον «Αυτός»· και επειδή καθένας από τους ακροατές νόμιζε ότι για τον βαπτίζοντα μάλλον παρά για τον βαπτιζόμενο είχε λεχθεί και για το αξίωμα του βαπτιστού και για όσα ειπώθηκαν· Ήλθε το Πνεύμα με την μορφή περιστεριού, άφησε φωνή πάνω στον Ιησού και φανέρωσε σ’ όλους ότι το «Αυτός» δεν ειπώθηκε για τον Ιωάννη που βάπτιζε αλλά για τον Ιησούν που βαπτιζόταν.
Και πώς, λέει, δεν πίστεψαν έπειτα απ’ αυτά που έγιναν;
Και την εποχή του Μωϋσή έγιναν πολλά θαύματα, αν και όχι τέτοιου είδους. Και έπειτα από όλα εκείνα τα θαυμαστά, τις φωνές, τις σάλπιγγες, τις αστραπές, και χάλκινο μοσχάρι κατασκεύασαν και στον Βεελφεγώρ θυσίασαν. Και πάλιν οι ίδιοι που ήσαν παρόντες τότε και είδαν τον Λάζαρο αναστημένο, τόσο μακριά κρατήθηκαν από το να πιστέψουν σ’ αυτόν που τα έκανε αυτά, ώστε και τον ίδιο επιχείρησαν συχνά να θανατώσουν.
Άν και έβλεπαν με τα μάτια τους ανάσταση νεκρών, ήσαν τόσο πονηροί, γιατί απορείς που δεν δέχθηκαν τη φωνή που ακουόταν από τον ουρανό; Όταν είναι η ψυχή αχάριστη και διεστραμμένη και κατέχεται από την ασθένεια του φθόνου σε τίποτε απ’ αυτά δεν υποχωρεί. Όπως πάλιν όταν είναι ευγνώμων, τα δέχεται όλα με πίστη και δεν έχει μεγάλη ανάγκη απ’ αυτά.
Μη φέρεις λοιπόν την ένσταση αυτή ότι δεν πίστεψαν. Αλλά να επιζητείς εκείνο· αν δηλαδή δεν έγιναν όλα, όσα χρειάζονταν για να πιστέψουν. Γιατί για όλα όσα αφορούν σ’ αυτόν, ο Θεός αυτήν την απολογία κάνει διά του προφήτου. Επειδή οι Ιουδαίοι επρόκειτο να απολεσθούν και να παραδοθούν στην έσχατη τιμωρία, για να μη συκοφαντήσει κάποιος την πρόνοιά του λόγω της πονηρίας τους, λέει· «Τί έπρεπε να κάνω για το αμπέλι αυτό και δεν το έκανα;».
 Το ίδιο ακριβώς να προσέξεις και εδώ: Τί έπρεπε να γίνει και δεν έγινε; Και αν κάποτε δημιουργηθεί συζήτηση για την πρόνοια του Θεού χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο υπερασπίσεως σ’ εκείνους, που επιχειρούν να την συκοφαντήσουν εξ αιτίας της κακίας των πολλών.
 Πρόσεξε λοιπόν τα παράδοξα που συμβαίνουν, ως πρόλογος των μελλοντικών· γιατί δεν ανοίγει παράδεισος, αλλά ουρανός. Αλλά για τους Ιουδαίους, θα μιλήσουμε σε άλλη ευκαιρία. Τώρα με τη βοήθεια του Θεού ας μιλήσουμε για τα γεγονότα της βαπτίσεως του Κυρίου.
«Και αφού βαπτίσθηκε ο Ιησούς αμέσως βγήκε από το νερό. Και να, άνοιξαν γι’ αυτόν οι ουρανοί». Για ποιό λόγο άνοιξαν οι ουρανοί; Για να μάθεις ότι, όταν και συ βαπτίζεσαι γίνεται το ίδιο. Σε καλεί ο Θεός στην ουράνια πατρίδα και θέλει να σε πείσει να μην έχεις κανένα κοινό με τη γη. Αν δεν βλέπεις, μην απιστήσεις.
 Γιατί πάντοτε ως προοίμιο παράδοξων και πνευματικών πραγμάτων γίνονται αισθητές εμφανίσεις και παρόμοια σημεία για όσους συμπεριφέρονται με ανοησία, και έχουν ανάγκη από αισθητές εμφανίσεις, και δεν μπορούν να σχηματίσουν καμμία έννοια για την ασώματη φύση, αλλά επιθυμούν πολύ μόνον τα ορατά.
Και αν ακόμη δεν ακολουθήσουν τέτοια σημεία, να δεχθείς με πίστη όσα δηλώθηκαν από την αρχή. Και στην περίπτωση των Αποστόλων έγινε ήχος σφοδρού ανέμου και παρουσιάσθηκαν πύρινες γλώσσες κατά την Πεντηκοστή. Αυτό όμως δεν έγινε για τους Αποστόλους αλλά για τους παρευρισκόμενους Ιουδαίους.
Αλλ’ όμως και αν δεν υπάρχουν αισθητά σημεία αποδεχόμαστε αυτά που έχουν δηλώσει από την αρχή. Γιατί και το περιστέρι γι’ αυτό παρουσιάσθηκε τότε, ώστε σαν δάκτυλο να δείξει στους παρόντες και τον Ιωάννη, τον Υιό του Θεού. Και όχι βεβαίως μόνο γι’ αυτό, αλλά για να μάθεις και συ ότι και πάνω σου έρχεται το Πνεύμα κατά την ώρα της βαπτίσεως.
3. Επομένως εμείς δεν έχουμε ανάγκη από ορατά σημεία, αλλά μας φθάνει για όλα η πίστη. Τα θαύματα δεν γίνονται για τους πιστούς αλλά για τους απίστους. Και γιατί, με την μορφή του περιστεριού; Γιατί είναι ήμερο ζώο και καθαρό. Επειδή λοιπόν και το Πνεύμα είναι πνεύμα πραότητας, γι’ αυτό εμφανίζεται σ’ αυτό.
Εξ άλλου μας υπενθυμίζει και μία παλιά ιστορία. Όταν δηλαδή, κατά τον κατακλυσμό του Νώε, όλη η οικουμένη αντιμετώπισε ολοκληρωτική καταστροφή και το γένος μας κινδύνευσε ν’ αφανισθεί, εμφανίστηκε το πτηνό αυτό και φανέρωσε το τέλος της· κρατώντας στο ράμφος κλαδί ελιάς έφερε το χαρμόσυνο άγγελμα της κοινής γαλήνης της οικουμένης.
 Αυτά όλα αποτελούσαν προτύπωση των μελλοντικών. Τότε οι άνθρωποι ήσαν σε πολύ χειρότερη κατάσταση και ήσαν άξιοι πολύ μεγαλύτερης τιμωρίας. Για να μη φθάσεις λοιπόν σε απόγνωση, σου υπενθυμίζει την ιστορία εκείνη. Γιατί και τότε, που δεν υπήρχε ελπίδα για την κατάσταση, βρέθηκε λύση και επανόρθωση· τότε όμως με το μέσον της τιμωρίας, ενώ τώρα με τη χάρη και την άφατη δωρεά.
Γι’ αυτό εμφανίζεται και το περιστέρι. Δεν κρατά κλαδί ελιάς αλλά μας δείχνει τον ελευθερωτή από όλα τα δεινά και μας δίνει αγαθές ελπίδες. Γιατί δεν βγάζει από την κιβωτό έναν άνθρωπο αλλά με την εμφάνισή του οδηγεί ολόκληρη την οικουμένη στον ουρανό, και δεν φέρνει ένα κλαδί ελιάς αλλά την υιοθεσία σ’ όλο το ανθρώπινο γένος.
Αφού κατάλαβες λοιπόν το μέγεθος της δωρεάς, μη νομίσεις τώρα ότι μειώνεται η αξία της, επειδή εμφανίσθηκε με τέτοια μορφή. Γιατί ακούω μερικούς να λένε ότι όση απόσταση υπάρχει μεταξύ ανθρώπου και περιστεριού άλλη τόση χωρίζει τον Χριστό από το Πνεύμα, επειδή ο μεν Χριστός φανερώθηκε με τη δική μας φύση, ενώ το Πνεύμα με την μορφή του περιστεριού.
Τί έχουμε λοιπόν να απαντήσουμε σ’ αυτά; Ότι ο Υιός του Θεού πήρε την ανθρώπινη φύση, ενώ το Πνεύμα δεν πήρε τη φύση του περιστεριού. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής δεν είπε «με τη φύση του περιστεριού» αλλά «με τη μορφή του περιστεριού».
Ούτε έπειτα από το γεγονός αυτό εμφανίσθηκε με αυτήν τη μορφή, αλλά μόνον τότε. Εάν νομίζεις ότι γι’ αυτό το λόγο είναι μικρότερης αξίας, θα βρεθούν σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική και τα Χερουβίμ πολύ ανώτερά του, όσον ο αετός από το περιστέρι, επειδή και αυτά έλαβαν την μορφή αυτή.
Αλλά και οι άγγελοι πάλιν πολύ ανώτεροι, διότι συχνά εμφανίστηκαν με μορφή ανθρώπων. Αλλ’ αυτά βέβαια δεν είναι καθόλου ορθά. Η αλήθεια είναι διαφορετικό πράγμα από την οικονομία και η συγκατάβαση από μία πρόσκαιρη εμφάνιση.
Μη γίνεις λοιπόν αχάριστος προς τον ευεργέτη και μη αποδίδεις τα αντίθετα από ό,τι πρέπει σ’ εκείνον που σου χάρισε την πηγή της μακαριότητας.
 Όπου υπάρχει η τιμή της υιοθεσίας, εκεί γίνεται η εξάλειψη του κακού και η προσφορά όλων των αγαθών. Γι’ αυτό ακριβώς σταματά να γίνεται το ιουδαϊκό βάπτισμα και αρχίζει το δικό μας. Και συμβαίνει στο βάπτισμα ό,τι συνέβη και στο Πάσχα.
 Σ’ αυτό δηλαδή, αφού εκπλήρωσε και τα δύο, σταμάτησε το ένα και εγκαινίασε το άλλο. Και εδώ αφού εκπλήρωσε το ιουδαϊκό βάπτισμα, ανοίγει συγχρόνως και τις θύρες του βαπτίσματος της εκκλησίας, όπως σ’ ένα τραπέζι τότε, έτσι τώρα σ’ ένα ποταμό υπογράμμισε και την σκιά αλλά πρόσθεσε και την αλήθεια.
Γιατί τη χάρη του Πνεύματος την έχει αυτό μόνο το βάπτισμα, ενώ το βάπτισμα του Ιωάννη ήταν άμοιρο της δωρεάς αυτής. Και γι’ αυτό στους άλλους βαπτιζόμενους δεν συνέβη τίποτε παρόμοιο αλλά σ’ αυτόν μόνο, ο οποίος επρόκειτο να το παραδώσει.
Κοντά στα άλλα που είπαμε μάθε και τούτο· δεν είναι η καθαρότητα του βαπτίσματος που το κοτώρθωσε αυτό αλλά η δύναμη εκείνου που βαπτιζόταν. Τότε λοιπόν άνοιξαν και οι ουρανοί και το Πνεύμα στάθηκε πάνω του. Από τον παλαιό λοιπόν τρόπο ζωής μας βγάζει στον νέο, ανοίγοντας για χάρη μας και τις πύλες του ουρανού και αποστέλλοντας το Πνεύμα, που μας καλεί στην πατρίδα μας εκεί. Και δεν μας καλεί απλώς, αλλά, με την μεγαλύτερη τιμή. Γιατί δεν μας έκανε αγγέλους και αρχαγγέλους, αλλά, μας ανέδειξε υιούς Θεού και αγαπητούς του και έτσι μας ελκύει προς την κληρονομία εκείνη.
4. Στοχάσου τα λοιπόν όλα αυτά και παρουσίασε ζωή αντάξια της ζωής στους ουρανούς και της τιμής που σου δόθηκε. Αφού σταυρωθείς για τον κόσμο και αφού σταυρώσεις τον εαυτόν σου για το συμφέρον σου, ζήσε με κάθε ακρίβεια τη ζωή των ουρανών.
Και μη νομίσεις επειδή το σώμα σου δεν μετατοπίσθηκε προς τους ουρανούς, ότι έχεις κάτι κοινό προς την γη, γιατί η κεφαλή σου είναι τοποθετημένη ψηλά. Και γι’ αυτό, αφού προηγουμένως ήλθε ο Δεσπότης εδώ και αφού έφερε τους αγγέλους, τότε σε πήρε και πήγε εκεί, για να μάθεις ότι και πριν την άνοδό σου προς τα εκεί, σου είναι δυνατόν να ζεις στη γη σαν να είναι ουρανός.
Ας κρατήσουμε την ευγένειά μας που μας δόθηκε από την αρχή και ας επιζητούμε καθημερινά τα εκεί ανάκτορα και ας θεωρούμε ότι όλα τα εδώ είναι σκιά και όνειρο. Γιατί ούτε αν κάποιος από τους επίγειους βασιλείς σε έπαιρνε από την φτώχεια σου και την επαιτεία και σε έκανε ξαφνικά υιόν του, θα σκεφτόσουν πια την καλύβη και την μηδαμινότητά της· άνκαι η διαφορά μεταξύ τους δεν είναι μεγάλη.
Μήτε στην περίπτωση αυτή να σκέφτεσαι κάτι από τα προηγούμενα. Γιατί κλήθηκες για πολύ μεγαλύτερα. Και αυτός που σε καλεί, είναι ο Κύριος των αγγέλων και τα προσφερόμενα αγαθά υπερβαίνουν κάθε λόγο και κάθε σκέψη. Γιατί δεν σε μεταφέρει από ένα μέρος της γης σε άλλο, όπως ο βασιλεύς, αλλά από τη γη στον ουρανό, από φύση θνητή σε αθάνατη και σε δόξα απερίγραπτη, που τότε μόνο μπορεί να τήν καταλάβουμε, όταν την απολαύσουμε.
Σε τέτοια λοιπόν αγαθά ενώ πρόκειται να βρεθείς, μου αναφέρεις τα χρήματα και κρατάς με δύναμη τις φαντασίες του κόσμου; Και δεν καταλαβαίνεις ότι όλα όσα βλέπουμε είναι κατώτερα από τα κουρέλια του ζητιάνου; Πώς θα φανείς αντάξιος της τιμής αυτής; Και ποιά απολογία θα δώσεις ή μάλλον ποιά τιμωρία δεν θα υποστείς, όταν έπειτα από τόση δωρεά ξαναγυρίζεις στη παλιά σου αμαρτωλή ζωή;
 Δεν τιμωρείσαι ως άνθρωπος μόνον αλλά ως υιός του Θεού που αμάρτησες και γίνεται το μέγεθος της τιμής αφορμή μεγαλύτερης τιμωρίας. Και εμείς τιμωρούμε τους δούλους που σφάλλουν και τους υιούς μας που κάνουν το ίδιο παράπτωμα και μάλιστα όταν τύχει να έχουν δεχθεί μεγάλες ευεργεσίες από μας.
 Εάν δηλαδή αυτός που βρισκόταν στον παράδεισο υπέστη τόσα δεινά μετά από τόση τιμή εξ αίτιας μιας παρακοής, εμείς που κερδίσαμε τον ουρανό και γίναμε συγκληρονόμοι με τον Μονογενή του, ποιά συγχώρηση θα έχουμε, αφού τρέχουμε στον «όφιν» δηλ. το διάβολο, μετά την εμφάνιση του περιστεριού;
Δεν θα ακούσουμε πλέον εκείνα τα προηγούμενα· «Γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις» ή «να καλλιεργείς την γη» αλλά θα ακούσουμε τα πολύ βαρύτερα απ’ αυτά, το σκότος το εξώτερο, τα άλυτα δεσμά, το ιοβόλο σκουλήκι, τα κτυπήματα των δοντιών. Και πολύ σωστά. Γιατί αυτός που δεν έγινε καλύτερος ούτε με τόσο μεγάλη ευεργεσία, θα υποστεί δικαίως την έσχατη και βαρύτερη ποινή.
Άνοιξε κάποτε ο Ηλίας και έκλεισε τον ουρανό αλλά μόνο για να προξενήσει τη βροχή και να τη σταματήσει. Δεν ανοίγει όμως κατ’ αυτό τον τρόπο για σένα ο ουρανός αλλά για να ανέβεις εκεί· και το σπουδαιότερο, όχι μόνον για να ανέβεις αλλά να ανεβάσεις και άλλους, αν θελήσεις. Τόσα δικαιώματα και εξουσία σου έδωκε σ’ όλα τα δικά του.
Αφού λοιπόν το σπίτι μας είναι εκεί, εκεί ας τα τοποθετήσουμε όλα και ας μην αφήσουμε τίποτε εδώ, για να μην τα χάσουμε. Εδώ αν χρησιμοποιήσεις κλειδαριά, αν βάλεις πόρτες και σιδεριές, αν τοποθετήσεις πολλούς δούλους και εξουδετερώσεις όλους τους κακούργους, αν ξεφύγεις τα μάτια των φθονερών, το σαράκι, τη φθορά που προκαλεί ο χρόνος – πράγμα αδύνατο – τον θάνατο βέβαια δεν θα τον αποφύγεις ποτέ αλλά θα τα χάσεις όλα σε μία στιγμή. Και δεν θα τα χάσεις μόνον, αλλά πολλές φορές θα πέσουν στα χέρια των έχθρων σου.
Αν όμως τα εξασφαλίσεις στο σπίτι εκείνο, θα είσαι ανώτερος απ’ όλα. Δεν θα χρειαστείς ούτε κλειδαριά, ούτε πόρτες ούτε σιδεριές. Τέτοια είναι η ασφάλεια της πόλεως εκείνης, τόσο απόρθητο είναι το μέρος εκείνο και απαραβίαστο από κάθε καταστροφή και πονηρό τέχνασμα.
5. Δεν είναι λοιπόν η μεγαλύτερη ανοησία να τα μαζεύεις όλα εκεί, που χάνονται και καταστρέφονται; Ενώ εκεί που παραμένουν ανέπαφα και αυξάνονται, να μη καταθέτουμε ούτε το ελάχιστο και μάλιστα ενώ πρόκειται να ζήσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα; Γι’ αυτό οι άπιστοι δυσπιστούν στα λεγόμενά μας.
Την απόδειξη επιθυμούν να την έχουν όχι από ό,τι λέμε αλλά από ό,τι κάνουμε. Και όταν μας δουν να κτίζουμε πλούσια σπίτια, να φτιάχνουμε κήπους και λουτρά και να αγοράζουμε κτήματα, δεν θέλουν να πιστέψουν ότι προετοιμαζόμαστε για αναχώρηση σε άλλη πόλη.
Αν ήταν έτσι, λένε, θα εξαργύρωναν όλα τα εδώ και θα τα κατέθεταν εκεί. Η σκέψη τους αυτή προέρχεται από τα συμβαίνοντα εδώ. Βλέπουμε βέβαια ότι οι πολύ εύποροι αποκτούν σπίτια και αγρούς και όλα τα άλλα σ’ εκείνες τις πόλεις που πρόκειται να εγκατασταθούν.
Εμείς όμως κάνομε το αντίθετο. Την μεν γη, που εντός ολίγου πρόκειται να εγκαταλείψουμε, την εξασφαλίζουμε με πολλή λαχτάρα και όχι μόνο χρήματα δεν δίνουμε αλλά θυσιάζουμε και αυτό το αίμα μας για λίγα στρέμματα και σπίτια. Για να εξασφαλίσουμε όμως τον ουρανό δεν ανεχόμαστε να δώσουμε ούτε όσα μας είναι άχρηστα και μάλιστα ενώ πρόκειται να τον αγοράσουμε σε χαμηλή τιμή και να τον έχουμε πάντοτε, αν βεβαίως τον αγοράσουμε.
 Γι’ αυτό θα υποστούμε την έσχατη τιμωρία, πηγαίνοντας εκεί γυμνοί και φτωχοί. Και δεν θα υποφέρουμε τις αθεράπευτες εκείνες συμφορές εξ αίτιας της δικής μας φτώχειας, αλλά για το ότι κάνουμε και τους άλλους φτωχούς. Όταν δουν οι άπιστοι να δείχνουν τόσον ενδιαφέρον σ’ αυτά τα πράγματα άνθρωποι, που αξιώθηκαν τόσων μεγάλων μυστηρίων, πολύ περισσότερο θα προσκολληθούν οι ίδιοι στα παρόντα.
Συνεπώς και απ’ αυτό πολλή φωτιά, δηλ. τιμωρίες, θα μαζέψουμε πάνω μας. Γιατί όταν εμείς που οφείλουμε να τους διδάσκουμε να περιφρονούν όλα τα πρόσκαιρα, οι ίδιοι περισσότερο από όλους τους άλλους τους δημιουργούμε την επιθυμία γι’ αυτά, τότε πώς θα μπορέσουμε να σωθούμε, όταν μας βαρύνουν οι ευθύνες για την απώλεια άλλων; Δεν ακούς τον Χριστό που λέει ότι μας άφησε σ’ αυτό τον κόσμο, για να είμαστε το άλας και το φως και να συγκρατούμε όσους παρασύρονται από τις απολαύσεις, να φωτίζουμε δε όσους σκοτίζονται από τη μέριμνα των χρημάτων; Όταν λοιπόν τους σπρώχνουμε περισσότερο μέσα στο σκοτάδι και την ματαιότητα, ποιά ελπίδα σωτηρίας μας απομένει; Δεν υπάρχει καμμία.
Αλλά με θρήνους και με δόντια να κτυπούν και με δεμένα χέρια και πόδια, θα καταλήξουμε στη φωτιά της γεέννης, αφού μας παρασύρουν οι φροντίδες του πλούτου. Ας τα σκεφθούμε λοιπόν όλα αυτά και ας συντρίψουμε τα δεσμά αυτής της απάτης, για να μη παρασυρθούμε σ’ εκείνα που μας παραδίδουν στο αιώνιο πυρ. Όποιος είναι δούλος των χρημάτων, θα είναι υπεύθυνος πάντοτε και για τις εδώ και για τις εκεί αλυσίδες.
 Όποιος όμως είναι απαλλαγμένος απ’ αυτή την επιθυμία θα πετύχει και την μία και την άλλη ελευθερία. Για να την κερδίσουμε και εμείς, αφού συντρίψουμε το βαρύ ζυγό της φιλοχρηματίας, ας ετοιμάσουμε τον εαυτό μας για το ταξίδι προς τον ουρανό με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σ΄ αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη στους ατελεύτητους αιώνες. ‘Αμήν.

( Ι. Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, Ομιλία ΙΒ΄ Ε.Π.Ε τ. 9. σ. 383- 405. Επεξεργασία της μεταφράσεως, Α.Χ. Θεολόγος).

pemptousia.gr

Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Υπαπαντή του Ιησού Χριστού

Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Υπαπαντή του Ιησού Χριστού
 
Λόγος εις την Υπαπαντήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις την Θεοτόκον και εις τον Συμεών

Δεν φορεί μόνο σάρκα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αλλά και περιτέμνεται σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, για να μην έχη πρόφασι η απιστία των Ιουδαίων. Γιατί έρχεται προς τον νόμο για χάρι του ίδιου του νόμου, για να ελευθερώση τους μαθητές του μέσω της πίστεως που βασιζόταν στον νόμο.
Και παίρνει σάρκα και περιτέμνεται κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Πήρε το ίδιο με αυτούς σώμα, πήρε και την ίδια περιτομή. Έκανε α­ναντίρρητη την συγγένειά Του με αυτούς, ώστε να μη τον αρνη­θούν, Αυτόν, ο οποίος ήταν ο Χριστός που έρχεται από την γενιά του Δαυίδ, και που αυτοί προσδοκούσαν.
Έδειξε το γνώρισμα της συγγενείας Του με αυτούς. Γιατί, αν ακόμη και μετά την περιτομή Του έλεγαν «δεν ξέρουμε από πού είναι»[1], εάν δεν είχε περιτμηθή κατά σάρκα, η άρνησίς τους θα είχε κάποια εύλογη πρόφασι.

«Όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ ημέρες»: Γιατί ο νόμος ορίζει την ογδόη ημέρα να γίνεται η περιτομή, και όταν φθάση η ογδόη, έρχεται μέσα ο γιατρός και πιάνει το μαχαιράκι και κάνει τα της τέχνης του. Δεν ισχύει δε τότε η αργία του Σαββάτου λόγω της περιτομής.

Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους Ιουδαίους: Ανάπαυσις το Σάββατο· τέλεια αργία αυτή την ημέρα... Για ποια λοιπόν αιτία η ογδόη εκτοπίζει την εβδόμη; Γιατί η ο­γδόη γίνεται ανώτερη από την εβδόμη; Όμως οι Ιουδαίοι δεν γνωρίζουν τα των Ιουδαίων.
Ενώ η Εκκλησία του Χριστού και τον Χριστό γνωρίζει και τις Ιου­δαϊκές διδασκαλίες. Περιτέμνεται λοιπόν το παιδί την ογδόη ημέρα, επειδή κατά την ογδόη η Ανάστασις, δηλαδή η Κυριακή, έμελλε να αποβή η περιτομή[2] όλου του κόσμου.
Γιατί άλλωστε δεν διέταξε ο Μωυσής να γίνεται η περιτομή την έκτη ημέρα; Γιατί όχι την εννάτη ή την δεκάτη; Είναι λοιπόν προφανής η σημασία της ο­γδόης ημέρας, κατά την οποία γίνεται η Ανάστασις του Κυρίου. Όποιος λοιπόν δεν πιστεύει στην Ανάστασι είναι απερίτμητος στην καρδιά, αφού με την απιστία του αποξενώνεται από τον Θεό. Ενώ η περιτομή της πίστεως είναι αληθινή γνώσις και αίσθησις.
Γι' αυτό, αγαπητέ μου, η περιτομή δίδεται θεωρητικά στους πι­στούς υπό την έννοια του αγίου βαπτίσματος. Το δε άγιο βάπτισμα είναι τύπος της Αναστάσεως του Χριστού. Να περάσης λοιπόν από την σάρκα στο πνεύμα και από τα σωματικά στο μεγαλείο του πνεύματος και θα βρης εκεί μεν περιτομή σαρκική, εδώ δε περιτομή πνευματική και κάθαρσι από τις αμαρτίες.
Ογδόη ημέρα είναι η περιτομή· η δε ογδόη ημέρα είναι και η ανάστασις· της δε αναστάσεως τύπος είναι το βάπτισμα. Δέστε πώς από τα μικρά προοδεύουμε στα μεγαλύτερα, από τα σω­ματικά στα πνευματικώτερα. Να έλθουν λοιπόν οι Ιουδαίοι κι αυτοί και να προοδεύσουν. Γιατί πρέπει να προοδεύσουν από τα σαρκικά και να μην αρκεστούν σ' αυτά.

Λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος δεν ήλθε να καταλύση τον νόμο, αλλά να τον εκπληρώση, περιετμήθη κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Λέγει λοιπόν ο Ευαγγελιστής: «Συμπληρώθηκαν οκτώ ημέρες για την περιτομή του και του δόθηκε το όνομα Ιησούς, όπως ωνομάστηκε από τον άγγελο προτού να συλληφθή στην κοιλιά της μητέρας του».
Εμείς δηλαδή παίρνουμε το όνομα μετά την γέννησί μας, ενώ ο Ιησούς παίρνει το όνομά του προτού να γεννηθή. Γιατί υπήρχε και προτού να συλληφθή. Ωνομάστηκε δε Ιησούς, επειδή το έργο του ήταν έργο Σωτήρος.

«Και όταν συμπληρώθηκαν, λέει, οι ημέρες του καθαρισμού τους σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως». Τίνος καθαρισμού; Της Μαρίας και του Ιωσήφ. Διέταζε δηλαδή ο νόμος, η γυναίκα που μόλις είχε γεννήσει να καθαρίζεται και να φυλάγη τις ημέρες και να μην βγαίνη εξω.

«Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού σύμφωνα με τον νό­μο του Μωυσέως» — καίτοι δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη για την Παρθένο, αλλ' όμως εκπληρωνόταν ετσι ο νόμος —  «τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα, για να τον προσφέρουν στον Κύριο, όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου».
Όπου ο λόγος είναι για σωματικό καθαρισμό, λέει «σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως»· όπου για προσφορά του Αγίου, «όπως έχει γραφτή, λέει, στον νόμο του Κυρίου». Όχι ότι ο νόμος του Μωυσέως δεν ήταν νόμος του Κυρίου· διότι, όσα λέει ένας προφή­της κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δεν τα λέει μόνος, αλλά ο Κύριος του τα υπαγορεύει. Επειδή όμως και ο καθαρισμός είχε χαρακτήρα σωματικό, γι’ αυτό λέει «νόμο του Μωυσέως». Όταν όμως προσφερόταν το πρωτότοκο, λέει «κατά τον νόμο του Κυρίου» τιμώντας έτσι το νεογέννητο.

«Όπως είναι γραμμένο στον νόμο του Κυρίου: κάθε αρσενικό που διανοίγει μήτρα να ονομασθή άγιο και αφιερωμένο στον Κύριο». Αυτή λοιπόν η φράσις και η διάταξις ολόκληρη και η αφορμή της διατάξεως βάλθηκε γι' αυτόν που επρόκειτο να διανοίξη μήτρα.
Γιατί όλα τα πρωτότοκα των ζώων και των ανθρώπων ουδέ­ποτε διήνοιξαν μήτρα, αλλά ήταν απλώς και μόνο πρωτότοκα. Εκείνος όμως που γεννήθηκε από μητέρα παρθένο, αυτός μόνο διήνοιξε μήτρα. Κάνε μου λοιπόν την χάρι και πρόσεξε ότι η διατύπωσις όλου αυτού του νόμου έγινε για εκείνον μόνο που επρόκειτο να γεννηθή από μητέρα παρθένο.
Πώς όμως να την κατανοούσαν οι Ιουδαίοι; Γιατί σαν σαρκικοί που είναι απέχουν πολύ από του να καταλάβουν τα νοήματα της πνευματικής διδασκαλίας.

Έπειτα ανεβαίνουν «για να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα με αυτό που λέει ο νόμος του Κυρίου, ένα ζευγάρι από τρυγόνια ή δύο νεοσσούς από περιστέρια»[3]. Έγιναν δε και αυτά τυπικά, κατά τον νόμο, ώστε να μην υπάρχη καμμιά έλλειψις στην πιστή εκτέλεσι του νόμου. Αυτά είναι συγκεκαλυμμένα νοήματα του Μωσαϊ­κού νόμου. Ας έλθουμε όμως στην εξήγησι του Ευαγγελίου.
«Και να, υπήρχε ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ που ωνομαζόταν Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και το Πνεύμα του Θεού ήταν ­επάνω του. Αυτός είχε λάβει αποκάλυψι από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα τελείωνε την ζωή του προτού δη τον Χριστό τον Κυρίου». Γέροντας ήταν ο Συμεών και πε­ρίμενε την εκπλήρωσι της υποσχέσεως. Έμενε στον ναό μέσα και μονολογούσε: Όπου και να γεννηθή, οπωσδήποτε εδώ θα παρουσιασθή.

«Αυτός ήλθε κατ' έμπνευσιν του Πνεύματος στον ναό» εκείνη την ώρα που οι γονείς έφερναν εκεί το παιδί. Διότι βέβαια πολλές φορές ερχόταν, αλλά με δική του πρόθεσι. Τότε όμως οδηγημένος από το Άγιο Πνεύμα στην κατάλληλη στιγμή, έρχεται, για να λάβη την εκπλήρωσι της υποσχέσεως.

«Αυτός δέχτηκε στην αγκαλιά του τον Ιησού και ευλόγησε τον Θεό και είπε: Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Από πού τον αφήνεις ελεύθερο; Από τον στίβο της ζωής. Γιατί είναι γεμάτα λύπη τα βιοτικά πράγματα. Η ζωή είναι φυλακή. Εκείνος λοιπόν ήθελε να ελευθερωθή. Εάν όμως κάποιος την αναχώρησι από την εδώ ζωή την θεωρή ζημία αυτός δεν είναι ακόμη τέλειος στην πίστι.

Εκείνος όμως έλεγε: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Διότι αυτός που πρόκειται να κάμη ειρήνη με τον κόσμο έφθασε· ο ειρηνοποιός έχει έλθει- εκείνος που συνδέει τον ουρανό με την γη και μετατρέπει την γη σε ουρανό με την ευαγγελική διδασκαλία έχει κατα­φθάσει.

Ο Συμεών φωνάζει: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη, γιατί είδαν τα μάτια μου την σωτηρία σου», λέει. Τι είναι αυτό που λέει; Προηγουμένως δηλαδή πίστευα με την διάνοιά μου και γνώριζα με τον λογισμό μου. Τώρα όμως είδαν και τα μάτια μου.
Και εκείνο που προσδοκούσα με την καρδιά μου, να που το είδαν τα μάτια μου εκπληρωμένο. Και ποιο είναι αυτό; «Είδα, λέει, την σωτηρία σου». Ποια σωτηρία; «Αυτήν που ετοίμασες ενώπιον όλων των λαών». Όχι του λαού του ενός ούτε του λαού του Ισ­ραήλ μόνο, αλλά «ενώπιον όλων των λαών». Γιατί αυτός που γεννήθηκε είναι δι­δάσκαλος όλων των ανθρώπων.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Γιατί φως; Επειδή ακριβώς οι εθνικοί βρίσκονταν στο σκοτάδι. Ε­πειδή τα σκοτισμένα ειδωλολατρικά έθνη φωτίζονταν.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Εδώ η δόξα και εκεί η αποκάλυψις. Εκεί η αρχή της διδασκαλίας, εδώ η πρόοδος της μαθήσεως.

«Δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Αλλά εδώ σίγουρα θα ρωτήση κάποιος: Και πού είναι οι Ισραηλίτες; Έχεις τον Πέτρο, έχεις τον Παύλο, έχεις τον Ιωάν­νη, έχεις τις τρεις χιλιάδες, έχεις τις πέντε χιλιάδες, έχεις την Εκκλησία της Ιε­ρουσαλήμ, έχεις αυτούς που πίστεψαν από τις τάξεις των Ιουδαίων.
Γιατί μέσα στους πιστούς βρισκόταν το έθνος. «Εάν ο Κύριος των Δυνάμεων δεν άφηνε για σπόρο μια μικρή μερίδα πιστού λαού ανάμεσά μας, θα είχαμε γίνει σαν τα Σόδομα και θα είχαμε όμοια τύχη με τα Γόμορρα»[4].
Διότι λέει επίσης ο Θεός: «Κράτησα για τον εαυτό μου επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι δεν γονάτισαν να προσκυνήσουν τον Βάαλ»[5]. Έτσι μέσα στον λαό φυλαγόταν το σπέρμα της πίστεως και δεν χάθη­κε ο λαός — μη γένοιτο — ούτε εξαχρειώθηκαν όλοι οι Ιουδαίοι. Αφού και τώρα, σ' αυτή την μακάρια κατάστασι και κλήσι των Χριστιανών πολλοί είναι οι καλεσμέ­νοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί.
Ο Χριστός δηλαδή κάλεσε όλη την οικουμένη και ετοί­μασε το άγιο τραπέζι του Ευαγγελίου. Αλλά όταν έλθη στη Δευτέρα Παρουσία, μπαίνει μέσα και κάνει ξεδιάλεγμα και εξετάζει με προσοχή τους συνδαιτυμόνες.
Κι αν βρη κανένα να μη έχη ένδυμα κατάλληλο για γάμο του λέει: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα χωρίς γαμήλιο ένδυμα;»[6] Και θα τον βγάλη έξω καθώς ακού­σαμε στα Ευαγγέλια. Ώστε, όπως και εκεί έγινε εκλογή, έτσι και εδώ θα γίνη ε­κλογή. Μήπως δηλαδή, επειδή έχουμε κληθή, πρέπει στο εξής να αλαζονευώμαστε, σαν να έχουμε, αλήθεια, εξασφαλίσει την τελειότητα; Λοιπόν, η πτώσις εκείνων ας γίνη δική μας ασφάλεια.
Έτσι, αγαπητέ, ούτε ο λαός χάθηκε ολόκληρος, ούτε όλος εξαχρειώθηκε, ούτε όλος απίστησε, ούτε όλος κατεδίωξε τους Αποστόλους, αλλά με το κήρυγμα των Αποστόλων πίστευσαν αμέσως τρεις χιλιάδες, χωρίς τις γυ­ναίκες και τα παιδιά.
Και έγινε στην Ιερουσαλήμ Εκκλησία αναρίθμητη, ενώ α­κόμη δεν είχε καταστραφή ο Ναός, ενώ ακόμη δεν είχαν εκδιωχθή oι Ιουδαίοι, ενώ ακόμη δεν είχε γκρεμισθή η Ιερουσαλήμ. Οικοδομήθηκε Εκκλησία και τα λό­για του Ιωάννη έγιναν ξεκάθαρη αλήθεια: «Εκείνος πρέπει να μεγαλώνη, εγώ δε να μικραίνω»[7].

Ο Συμεών λοιπόν που είναι προφήτης λέγει: «Δόξα για τον λαό σου τον Ισ­ραήλ». Γιατί ήταν δόξα γι' αυτούς που προσδοκούσαν η συνάντησις εκείνου τον οποίο προσδοκούσαν.

Και αναλογίζονταν ο Ιωσήφ και η Μαρία αυτά που άκουγαν: Ο άγγελος έφερε την ευχάριστη είδησι, οι μάγοι τον εγνώρισαν, οι ποιμένες τον έμαθαν, οι στρατιές των αγγέλων χόρευαν, το αστέρι από πάνω τον ανήγγειλε, ο Συμεών προφητεύει, η Άννα η κόρη του Φανουήλ προφητεύει, η γη αγαλλόταν, ο ουρανός μίλησε με το αστέρι, οι μάγοι αρνήθηκαν τον τύραννο, οι ποιμένες προσκύνησαν τον αρχιποιμένα, όλα τον εγνώρισαν, η μητέρα ήξερε, ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε, έτρεμαν για όσα έγιναν, όμως κατάλαβαν την έκβασι των γεγονότων.

«Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ την μητέρα του: Αυτός πρόκειται να γίνη πτώσις και έγερσις για πολλούς μέσα στον Ισραήλ και σημείο αντιλεγόμενο». Πτώσις για ποιους; Σαφώς γι' αυτούς που απιστούν, αυτούς που αντιλέγουν, αυτούς που τον σταυρώνουν. Και έγερσις για ποιους; Αυτούς που τον αναγνωρίζουν και τον ομολογούν με ευγνωμοσύνη.

«Και σημείο αντιλεγόμενο». Ποιο σημείο αντιλεγόμενο; Το σημείο του Σταυ­ρού, που η Εκκλησία το θεωρεί σωτηρία του κόσμου, που οι Ιουδαίοι το εχθρεύονται και που πολλές φορές και ο ουρανός το διεκήρυξε. Αμφισβητείται το σημείο, για να νικήση η αλήθεια. Γιατί χωρίς αντίλογο δεν μπορεί να γίνη ολοκληρωμένη νίκη. Έπρεπε λοιπόν να εμφανισθή η αντιλογία, για να εκδώση την απόφασί του ο δικαστής, αφού μακροθυμήση μέχρι το τέλος των αιώνων. Γι' αυτό λέει «και ση­μείο αντιλεγόμενο». Αντιλέγουν δε εκείνοι που απιστούν.

Και συ, λέει, θεωρείσαι μητέρα. Άραγε λοιπόν εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή συμφώνησες να γίνης μητέρα, επειδή τον εγέννησες, επειδή έκρινες καλό να του δανείσης την μήτρα σου; (Διότι η κοιλιά σου έγινε δοχείο της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος).
Άραγε λοιπόν θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή έγινες Θεο­τόκος, επειδή συνέλαβες χωρίς πείρα γάμου, επειδή καταστάθηκες Μητέρα του Δημιουργού σου; Άραγε εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού; Ούτε κι εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, αλλά «κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυ­χή».
Γιατί, Κύριε μου; Σε τι αμάρτησα; Σε τίποτε δεν αμάρτησες βέβαια. Όταν όμως Τον δης κρεμασμένο στον Σταυρό, όταν Τον δης να υποφέρη για όλο τον κό­σμο, όταν δης στον Σταυρό τα χέρια Του τρυπημένα και καρφωμένα στο ξύλο, τότε θα αρχίσης να αμφιβάλλης και να λες: Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο μου μί­λησε ο άγγελος; Αυτός είναι εκείνος στον οποίο έγινε το θαύμα της συλλήψεως; Παρθένος ήμουν και γέννησα και έμεινα πάλι παρθένος. Γιατί λοιπόν αυτός σταυρώνεται;

«Κι εσένα την ιδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή». Ώστε, σύμφωνα με την προφητεία του δικαίου Συμεών, κανένας δεν έμεινε εκτός πειρασμού. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος από τους μαθητές, τον αρνήθηκε τρεις φορές.
Οι άλλοι μα­θητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. Ούτε είχε άλλωστε ο τσομπάνος ανάγκη από τα πρόβατα για να τον προστατεύσουν, ενόσω αυτός έδιωχνε τους λύκους, ούτε ο αγωνιστής είχε ανάγκη από βοηθούς, αλλά όλοι τους έφυγαν. Και ο Χριστός έμει­νε μόνος κρεμασμένος στον Σταυρό σαν κριάρι έτοιμο για θυσία. Λοιπόν και αυ­τής την ψυχή την διεπέρασε η ρομφαία: ο πειρασμός δηλαδή και η αμφιβολία.

«Κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή, ώστε να αποκα­λυφθούν από πολλές καρδιές οι λογισμοί». Πάσχει λοιπόν ο Ιησούς, για να ελέγξη την απιστία και για να γεμίση από ευγνωμοσύνη τις καρδιές αυτών που Τον πιστεύουν. Αντιλέγεται το σημείο, για να ελεγχθούν αυτοί που αντιλέγουν από κακία.
Γιατί, αν η αλήθεια ήταν από κάθε άποψι αναντίρρητη για τους ανθρώ­πους, τότε η ευσέβεια θα έμενε αδοκίμαστη. Όμως με το να γίνεται παραχώρησις στην αντιλογία, δοκιμάζεται η ελεύθερη εκλογή της αλήθειας. Αντιλέγεται το ση­μείο.
Γιατί πώς αλλιώς θα δοκιμάζονταν οι μάρτυρες στους διωγμούς; Πώς θα α­γωνίζονταν και θα αναδεικνύονταν νικητές με την καρτερία τους; Δες πόσο ωφέ­λησε η αντιλογία, αφού έφτιαξε όχι πιστούς απλώς, όπως θάλεγε κανείς, αλλά και μάρτυρες που έφθασαν μέχρι τα βασανιστήρια και τον θάνατο και παρουσίασαν μια απόδειξι της χάριτος του Χριστού με την καρτερία τους.

Όταν λοιπόν ο Συμεών λέει «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον», εννοείται ότι ούτε την πτώσι την προξενεί αυτός, ούτε την ανάστασι την προσφέρει με την βία, αλλά «κείται εις πτώσιν» αυτών που σκοντάφτουν στον λίθο του προσκόμματος και «εις ανάστα­σιν» εκείνων που πιστεύουν με την αγαθή τους προαίρεσι.
Διότι λέει «κείται». Σαν να έλεγε κανείς: Το φως ανατέλλει για να βλέπουν οι υγιείς, ενώ αυτοί που τους πονούν τα μάτια να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από την λάμψι του φωτός. Γιατί πώς αλλιώς θα ήταν δυνατόν οι πρώτοι να πέσουν και να είναι αξιοκατάκριτοι, ενώ οι δεύτεροι να σηκωθούν με χρηστές ελπίδες που προέρχονται από την καλή τους προαίρεσι, αν δεν υπήρχε το «αντιλεγόμενο σημείο»;
Γιατί λέει ο Συ­μεών «και εις σημείον αντιλεγόμενον»; Για να μη προξενήση η αντιλογία απορία στους πιστούς. Το να αμφισβητείται δε και η αλήθεια του Θεού, είναι φανερό ότι αυτό γίνεται, επειδή το επιτρέπει ο Θεός. Κανένας δηλαδή δεν μπορεί να προβάλη καμμιά αντίρρησι, αν δεν το επιτρέψη αυτό ο Θεός. Είναι όντως αναγκαία η παραχώρησι αυτή εκ μέρους του Θεού, για να φανερωθούν οι άξιοι.

Θα έλθη όμως εποχή που δεν θα υπάρχη πια καμμιά αντίρρησις. Όταν δηλαδή το σημείο του Σταύρου θα λάμψη σαν προάγγελος του Κυρίου από τον ουρανό, «τότε θα κλίνη κάθε γόνυ στα επουράνια και στα επίγεια και στα καταχθόνια και κάθε γλώσσα θα ομολογήση ότι ο Χριστός είναι Κύριος προς δόξαν του Θεού Πατρός»[8].
Όσο δηλαδή το σημείο αυτό φαίνεται μόνο του και είναι απλό σημείο και δεν φαίνεται πουθενά ο σημαινόμενος, το σημείο θα αντιλέγεται. Όταν όμως ο ίδιος ο σημαινόμενος αποκαλύψη τον εαυτό του κατά την Δευτέρα Παρουσία, τότε πια κανείς δεν θα τολμά να αντιλογήση στο σημείο, γιατί ο σημαινόμενος θα έχη καταφθάσει με ολοφάνερη την θεότητά του εναντίον εκείνων που Τον αρνούν­ται. Τότε εκείνοι που προηγουμένως είχαν δεχθή το σημείο θα δοξασθούν από αυ­τόν που εκείνο υποδήλωνε, ενώ εκείνοι που αμφισβήτησαν το σημείο θα καταδικα­σθούν από τον υποδηλωθέντα.
Και αυτό θα είναι τότε το τέλος της αντιλογίας, το τέλος της πλάνης, το τέλος της αμφιβολίας, το τέλος της απιστίας, η αρχή δε των βραβείων και των στεφάνων. Αυτά μακάρι όλοι μας να τα επιτύχουμε με την χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

[1]  πρβλ. Ιωάν. ζ' 41-43
[2]  Η ανάστασις των νεκρών κατά την δευτέρα παρουσία θα αποτελέση την «περιτομή» δηλ. την ο­ριστική απομάκρυνσι του κακού και της αμαρτίας από ολόκληρη την κτίσι.
[3]  Λευϊτ. ε’ 11, ιβ’ 8
[4]  Ησ. α’ 9
[5]  Ρωμ. ια’ 4· πρβλ. Γ’ Βασ. ιθ’ 18
[6]  Ματθ.  κβ’ 12
[7]  Ιωάν. γ’ 30
[8]  Φιλιπ. β’ 10-11

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΣΟΣΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

Η επικαιρότητα των Τριών Ιεραρχών. Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Η επικαιρότητα των Τριών Ιεραρχών. Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Η επικαιρότητα των Τριών Ιεραρχών* 

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

          Οι Τρεις Ιεράρχες και γενικότερα οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, που Την διακόνησαν κατά τον 4ον αιώνα, όπως ασφαλώς και οι υπόλοιποι των άλλων αιώνων, είναι πάντα επίκαιροι και φάροι για τη ζωή μας, παρά τα όσα υποστηρίζουν ορισμένοι. Και είναι επίκαιροι οι Τρεις Ιεράρχες γιατί με τη ζωή και το έργο τους, δίδαξαν αυτό που πρέπει να είναι πάντοτε η επιδίωξη όλων, δηλαδή το πώς βιώνεται το χριστιανικόν ήθος και πώς ακολουθείται η ασφαλής οδός της σωτηρίας του ανθρώπου. 
Δίδαξαν ακόμη πως στην Παιδεία και στην Εκπαίδευση σημασία έχει το ήθος και όχι το σύστημα. Δείτε πόσα εκπαιδευτικά συστήματα έχουν  περάσει από τη χώρα μας. Δεκάδες. Κάθε κυβέρνηση έφερνε τουλάχιστον ένα στην θητεία της. Κι όμως η Εκπαίδευση και γενικότερα η Παιδεία μας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο και η κατηφόρα δεν λέγει να τελειώσει. 

            Οι Τρεις Ιεράρχες είχαν τρία σπουδαία κοινά γνωρίσματα. Το πρώτο είναι πως είχαν παρρησία και λόγο. Αγαπούσαν με όλη τους την ψυχή τον Χριστό και την Ορθοδοξία και ήσαν έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για την προάσπιση της Αλήθειας και του Δικαίου. Και τα θυσίασαν.  
Ο Μέγας Βασίλειος δεν κάμφθηκε από την πίεση της κοσμικής εξουσίας και τις απειλές του αυτοκράτορα Ουάλη και του υπάρχου του Μόδεστου. Ο διάλογος του Μεγάλου Βασιλείου με τον Μόδεστο σώθηκε στον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε επί του σκηνώματος του ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αναφέρω μόνο το τέλος του διαλόγου. 
Όταν ο Μόδεστος απείλησε τον Βασίλειο με δήμευση της περιουσίας του, με εξορία, με βασανιστήρια και με τον θάνατο και πήρε καθαρές και γενναίες απαντήσεις που τον καθήλωσαν, έκπληκτος είπε στον Μεγάλο Ιεράρχη:
- Έως τώρα, κανείς δεν μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόσο μεγάλη παρρησία σε εμένα τον Μόδεστο. Και ο Βασίλειος του απάντησε:
- Ίσως δεν έτυχε να συναντήσεις Επίσκοπο! Γιατί, αν συναντούσες επίσκοπο πραγματικό, που να αγωνίζεται για την ορθή πίστη, μ' αυτόν τον τρόπο θα απαντούσε. Εμείς, Ύπαρχε, σε όλα τα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλον άνθρωπο, γιατί αυτήν την εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και δεν σηκώνουμε τα μάτια μας με αυθάδεια, όχι μόνο πάνω σε άνθρωπο με τόσο μεγάλη εξουσία όπως η δική σου, αλλ' ούτε και στον πιο τυχαίο άνθρωπο. 
Όταν όμως πρόκειται για τον Θεό και όταν κινδυνεύει η πίστη προς Αυτόν, τότε όλα τα περιφρονούμε και μόνον Αυτόν λογαριάζουμε. Φωτιά και σπαθί και θηρία και νύχια που ξεσχίζουν τις σάρκες - αυτά για εμάς είναι μάλλον ευχαρίστηση, παρά φοβέρα. Λοιπόν, μπορείς να υβρίζεις, να φοβερίζεις, να κάμεις ό, τι θέλεις και να χρησιμοποιήσεις την εξουσία σου! 
Αυτή είναι η απάντησή μου - και ας την μάθει και ο βασιλιάς: ότι εμένα δεν πρόκειται να με υποτάξεις, ούτε να με πείσεις να πάω με το μέρος των αιρετικών και των ασεβών, έστω κι αν με φοβερίσεις με ακόμη τρομερότερα πράγματα.

Αυτή η απάντηση του Μεγάλου Βασιλείου στον εξουσιαστή του κόσμου τούτου δεν είναι επίκαιρη; Δεν αποτελεί πάντα πρότυπο αναφοράς και συμπεριφοράς του κάθε Επισκόπου προς τις Αρχές και τις Εξουσίες; Δεν πρέπει πάντα ο Επίσκοπος να έχει στην καρδιά του γενναιότητα και το θάρρος να υπερασπίζεται τα Δίκαια της Εκκλησίας; Το επιμύθιο της ιστορίας είναι ότι ο Μόδεστος γύρισε ντροπιασμένος στον Ουάλη και όταν τον είδε οι πρώτες του κουβέντες ήσαν: "Ενικηθήκαμε ω Βασιλεύ".

Ο Άγιος Γρηγόριος γνώρισε το μίσος των Αρειανών και τον φθόνο των συνεπισκόπων του Ορθοδόξων. Όταν πήγε στην Κωνσταντινούπολη  τα πράγματα εκεί ήσαν πολύ δυσάρεστα για την Εκκλησία. Ο Αρειανός Πατριάρχης Δημόφιλος ήλεγχε όλες τις εκκλησίες πλην αυτής της αγίας Αναστασίας, όπου πήγαιναν οι Ορθόδοξοι. 
Ο Γρηγόριος, ήδη Επίσκοπος Σασίμων,  σε τέτοια κρίση ανέλαβε το δύσκολο ποιμαντικό έργο στη Βασιλεύουσα και εκεί εκφώνησε τους πέντε θαυμάσιους λόγους του, που ονομάζονται "Θεολογικοί" και από τους οποίους ο ίδιος πήρε την επωνυμία "Θεολόγος". Βλέποντας οι αιρετικοί ότι οι οπαδοί τους επιστρέφουν στην Ορθοδοξία οργάνωσαν επίθεση κατά του Γρηγορίου και επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν λιθοβολώντας τον. Ο Άγιος εσώθη ως εκ θαύματος.

Το 380 και ενώ ο Μέγας Θεοδόσιος τον προόριζε για Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Πέτρος Β' επιδίωξε να χειροτονήσει αθόρυβα και ύπουλα τον Μάξιμο, κυνικό φιλόσοφο από την Αίγυπτο και "φίλο" του Γρηγορίου. 
Το εκκλησιαστικό πραξικόπημα αποφεύχθηκε με αποφασιστική επέμβαση του λαού, αλλά ο Γρηγόριος είχε πληγωθεί από την προδοσία του "φίλου" του. Ο Αυτοκράτορας εκτιμώντας ο ίδιος τον Γρηγόριο και γνωρίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό που του είχε ο λαός τον εγκατέστησε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως το 380, ενώ προετοιμαζόταν η Β' Οικουμενική Σύνοδος, της οποίας οι εργασίες άρχισαν το 381.
Κατά την έναρξη της Συνόδου ορισμένοι Επίσκοποι υποστήριξαν ότι η εκλογή του Γρηγορίου ήταν αντικανονική, γιατί ήταν Επίσκοπος Σασίμων και οι μεταθέσεις των Επισκόπων απαγορεύονται από τους Ιερούς Κανόνες. 
Στη Σύνοδο υπήρξε αναταραχή και κίνδυνος διάλυσής της, αφού τα πάθη είχαν εξαρθεί μεταξύ των υποστηρικτών και των φθονούντων τον Γρηγόριο. Τότε ο Μεγάλος και στην ψυχή Πατήρ, δεν σκέφθηκε ότι το δίκιο είναι με το μέρος του, ότι ο Βασιλεύς είναι στο πλευρό του και ότι οι πολλοί συνεπίσκοποι τον υποστήριζαν. 
Σκέφθηκε μόνο τη γαλήνη της Εκκλησίας, με τη δική του θυσία. Όπως είπε στον λόγο της παραιτήσεως του: " Δεν είμαι σεμνότερος του προφήτου Ιωνά. Ρίξτε με στην θάλασσα για να σταματήσει ο κλυδωνισμός της Εκκλησίας". Και συνέχισε επί λέξει: "Αιρούμαι παθείν ό, τι αν βούλησθε, καίπερ αθώος ων, της υμών ομονοίας ένεκεν. 
Θρόνου εξώσατε, πόλεως απελάσατε. Μόνον την αλήθειαν και ειρήνην αγαπήσατε!". Με αυτά τα λόγια παραιτήθηκε του θρόνου της Βασιλεύουσας. Δεν είναι πάντα επίκαιρο το παράδειγμα του; Δεν πρέπει να αποτελεί πρότυπο η συμπεριφορά του; Πόσοι στην ιστορία και σήμερα Επίσκοποι παραιτούνται για το καλό και προς όφελος της Εκκλησίας, όταν δεν μπορούν να εκτελέσουν τα ποιμαντικά τους καθήκοντα ή/και όταν γίνονται αιτία σκανδαλισμού των αδελφών τους;

Ο ΆγιοςΙωάννης ο Χρυσόστομος, ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ανέπτυξε μεγάλη ιεραποστολική δραστηριότητα κατά των Αρειανών, αλλά και διοικητική σε βάρος αναξίων Ορθοδόξων συνεπισκόπων του. Έτσι το 401 συγκάλεσε  Σύνοδο στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε για σιμωνία έξι επισκόπους. 
Η απόφαση αυτή προκάλεσε άσπονδο μίσος εναντίον του από αυτούς τους αναξίους Επισκόπους και τους ομοίους τους. Όσοι εχθρεύονταν τον Χρυσόστομο, με επικεφαλής τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο, και έχοντας υποστηρικτές τους και τους  Βασιλείς Αρκάδιο και Ευδοξία συγκάλεσαν στην τοποθεσία Επί Δρυν, κοντά στην Χαλκηδόνα, Σύνοδο 36 Επισκόπων, από τους οποίους οι 29 από την ελεγχόμενη από τον Θεόφιλο Αίγυπτο, και κάλεσαν τον Χρυσόστομο σε απολογία επί φανταστικών κατηγοριών. Εκείνος αρνήθηκε να δώσει λόγο στην ψευτοσύνοδο και αυτή αποφάσισε να τον καθαιρέσει και να τον εξορίσει!

Η απόφαση ανακλήθηκε από την Βασίλισσα Ευδοξία, αλλά για λίγο. Η Βασίλισσα νόμισε ότι εξαγόρασε τη σιωπή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αλλά εκείνος, παρά την δαμόκλειο σπάθη της εξορίας που αιωρείτο πάνω από τον αυχένα του, εξακολούθησε να ομιλεί δημόσια και με παρρησία για τα αμαρτήματα της, που σκανδάλιζαν τον λαό. 
Την παραμονή του Πάσχα του 404 στρατιωτική δύναμη τον συνέλαβε και την Πεντηκοστή πήρε τον δρόμο της εξορίας. Μετά από ταξίδι έντεκα εβδομάδων έφτασε στο χωριό Κουκουσός, στα σύνορα Καππαδοκίας και Αρμενίας. Ήταν ασθενής και υπέφερε από το ψύχος, αλλά από τις επιστολές του φαίνεται ότι ήταν αποφασισμένος έως το τέλος της ζωής του να συνεχίσει το ποιμαντικό έργο του. 
Η αγάπη του λαού προς τον Μέγα Ιεράρχη φόβιζε πάντα τον αυτοκράτορα, που διέταξε την μεταφορά του στα Κόμανα του Πόντου. Από τις ταλαιπωρίες απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 407 καθ' οδόν προς τον νέο τόπο της εξορίας του. Η ζωή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου δεν είναι επίσης επίκαιρο παράδειγμα Ιεράρχου; Η παρρησία του ως Επισκόπου έναντι της πολιτικής εξουσίας, η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, με όλες τις συνέπειες που είχε σε βάρος του, η ποιμαντική του μέριμνα ακόμη και από την εξορία, η ιεραποστολική του δράση δεν είναι ζωντανά παραδείγματα προς μίμηση;

Το δεύτερο κοινό στοιχείο των Τριών Ιεραρχών είναι ότι προήρχοντο από ευσεβέστατες οικογένειες και ότι εξελίχθηκαν σε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής τους, με ευρύτερη, οικουμενική απήχηση. Ο πατέρας του Βασιλείου, Βασίλειος ο παλαιός, ήταν ενάρετος, συνήγορος στο επάγγελμα, άνθρωπος με ευρεία μόρφωση. 
Η μητέρα του Εμμέλεια ήταν χριστιανή με βαθύτατη ευσέβεια, κόρη Χριστιανού, που πέθανε ως μάρτυρας στους διωγμούς του Διοκλητιανού. Οι γονείς του  Αγίου Γρηγορίου ήσαν επίσης ευσεβέστατοι. Ο πατέρας του, επίσης Γρηγόριος, χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ναζιανζού και διακόνησε εκεί επί 45 χρόνια και έως τον θάνατό του, το 374. Η μητέρα του Νόννα ήταν ευσεβέστατη και βοηθός του συζύγου της στα επισκοπικά του καθήκοντα.    
Ο πατέρας του Χρυσοστόμου, Σεκούνδος,  ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού στη Συρία  και πέθανε λίγο μετά την γέννηση του υιού του. Η μητέρα του Ανθούσα ήταν ευσεβέστατη Χριστιανή και αν και έμεινε χήρα σε ηλικία 20 ετών δεν ξαναπαντρεύτηκε, αλλά επιδόθηκε στην ανατροφή του παιδιού της. Οι τρεις αυτές οικογένειες δεν είναι επίκαιρα παραδείγματα και σήμερα, όταν βάλλεται τόσο βάναυσα ο θεσμός της οικογένειας και όταν πάει αυτή να εξισωθεί με κάθε αρρωστημένη και διεστραμμένη σχέση;
Ως προς τις προσωπικότητες των Τριών Ιεραρχών. Και οι τρεις ήσαν μεγαλοφυίες στα γράμματα και σπουδαία ταλέντα στη συγγραφή, στην ομιλία, στην αξιοσύνη. Στις σπουδές τους ήσαν τόσο πετυχημένοι, που τους ζήλεψαν και οι ίδιοι οι καθηγητές τους, στην Αθήνα τους Βασίλειο και Γρηγόριο οι Ιμέριος και Προαιρέσιος και στην Αντιόχεια και στην Κωνσταντινούπολη τον Ιωάννη ο Λιβάνιος, ο οποίος μάλιστα στο τέλος του βίου του ομολόγησε ότι θα όριζε διάδοχό του στη σχολή της ρητορικής που είχε ιδρύσει  τον Ιωάννη, "εάν δεν τον είχαν συλήσει οι Χριστιανοί", όπως είπε.  

Δεν είναι επίκαιρο το παράδειγμα της προσωπικότητας των Τριών Ιεραρχών; Δεν δείχνουν ότι στην Εκκλησία πρέπει να παίρνουν τις θέσεις των Επισκόπων αυτοί που αντικειμενικά στην κοινωνία διακρίνονται όχι μόνο για το ήθος τους και για τα εκκλησιαστικά τους προσόντα, αλλά και για τα γενικότερα προτερήματά τους, που τους κάνουν αξιοσέβαστους  και υπολογίσιμους όχι μόνο στο ποίμνιο τους, αλλά ακόμη και στους εχθρούς της Εκκλησίας;

Η παιδαγωγική των Τριών Ιεραρχών

Το τρίτο κοινό γνώρισμα είναι ότι και οι Τρεις Ιεράρχες αναδείχθηκαν άριστοι παιδαγωγοί. Και αυτό έχει τη σημασία του, όταν οι μετανεωτερική παρέα των θεολόγων επιζητεί να εισαγάγει στα θρησκευτικά του Δημοτικού και του Γυμνασίου προτεστάντικες και συγκρητιστικές μεθόδους διδασκαλίας.
 Ο Ακαδημαϊκός Φαίδων Κουκουλές σε λόγο του, εκφωνηθέντα στις 30 Ιανουαρίου  1951 στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, σημειώνει: "Σοφά και παιδαγωγικώς και ψυχολογικώς ορθά απεφήναντο  οι της οικουμένης διδάσκαλοι περί του τρόπου διδασκαλίας".
Για την ηλικία εισόδου στην εκπαίδευση και οι τρεις Πατέρες  συμφωνούν ότι είναι τα έξι με τα επτά χρόνια. Ως προς τη μάθηση ο Χρυσόστομος συνιστά ο μαθητής πρώτα να αποκτά ασφαλή και βεβαία γνώση των διδαχθέντων και έπειτα να προσδέχεται νέο μάθημα. 
Ο Βασίλειος υποστηρίζει ότι τα μαθήματα πρέπει να γίνονται κατά μικρόν και συμμέτρως και ο δάσκαλος να προχωρεί προσεκτικά από τα απλούστερα και πιο εύληπτα στα δυσκολότερα. Κατά τον Θεολόγο Γρηγόριο στους μικρούς σε ηλικία μαθητές πρέπει να προσφέρονται τα απλούστερα και στοιχειωδέστερα των διδαγμάτων. 
Από την πλευρά του ο Χρυσόστομος απαιτούσε ο δάσκαλος να μην φορτώνει με πολλά φορτία τους μαθητές του, πολλά και συνεχώς διδάσκων, αλλά μεθοδικά και τμηματικά, ώστε οι μαθητές του να μπορούν να κάνουν κτήμα τους τα διδαχθέντα, αλλιώς, όπως επισημαίνει, θα έχει την ευθύνη οι μαθητές του να γίνουν οκνηρότεροι και αδιάφοροι, επειδή δεν μπορούν να συγκρατήσουν στη μνήμη τους "τα αθρόως διδασκόμενα". 
Ο Γρηγόριος τονίζει ότι είναι προτιμότερο το ολίγο και ασφαλές, από το πολύ και επισφαλές. Και ο Βασίλειος φέρνει το παράδειγμα του στομαχιού και αναφέρει πως όπως αυτό δεν μπορεί να χωνέψει το υπερβολικό φαγητό, έτσι και το μυαλό δεν μπορεί να αφομοιώσει το πολύ μάθημα.
Οι Τρεις Ιεράρχες στην παιδαγωγική τους υπογραμμίζουν ακόμη ότι η διδασκαλία δεν πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, αλλά με παραδείγματα να διασαφηνίζονται τα λεγόμενα από τον δάσκαλο. Η εποπτική διδασκαλία, που πρώτοι οι Τρεις Ιεράρχες δίδαξαν, είναι βασικό στοιχείο της νεότερης παιδαγωγικής. 
Κατά τον Μέγα Βασίλειο η διδασκαλία πρέπει να είναι ευχάριστη και να μην προκαλεί στον μαθητή αρνητικά συναισθήματα. Μέχρι και για τον επαγγελματικό προσανατολισμό ενδιαφέρθηκαν οι Πατέρες. Ο Θεολόγος Γρηγόριος επισημαίνει τη σημασία που έχει ο διορατικός δάσκαλος, ο οποίος εγκαίρως διακρίνει τις κλίσεις των μαθητών του και τους υποδεικνύει ποιο επάγγελμα πρέπει να ακολουθήσουν για να είναι πετυχημένοι στη ζωή τους. Τι πιο επίκαιρο από τον έγκαιρο και πετυχημένο επαγγελματικό προσανατολισμό, που εισηγείται ο Άγιος Γρηγόριος;…
Να αναφερθεί και κάτι ακόμη. Οι Τρεις Ιεράρχες συνιστούν οι δάσκαλοι  να είναι άριστοι, για να είναι άριστοι οι μαθητές τους  και ο βίος τους να είναι άψογος για να βλέπουν οι μαθητές την αρετή τους και να την έχουν παράδειγμα και πρότυπο στη ζωή τους, αλλά και να μπορούν οι δάσκαλοι με παρρησία να ελέγχουν τους μαθητές τους. Αυτά  είναι ζητούμενα στις ημέρες μας. 
Ο πρακτικός και ιδεολογικός σοσιαλισμός που επικράτησε στην Ελλάδα ισοπέδωσε τα πάντα και στην Παιδεία, σε διδάσκοντες και διδασκομένους. Η εξίσωση των διδασκόντων ήταν με τον ανικανότερο, τον πιο αστοιχείωτο, τον πιο ακατάλληλο… Μιλάμε για τάση ιλιγγιώδη προς τα κάτω χωρίς φρένο, χωρίς σταμάτημα. Και από την άλλη όποιος είναι κακός και αμελέστατος μαθητής δεν πρέπει να πληγωθεί…Και όποιος παραπονιέται για την αθλιότητα της κατάστασης στην Εκπαίδευση στιγματίζεται ως "οπισθοδρομικός"….
Ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα στην παιδαγωγική διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών είναι η άποψή τους ότι όσοι διδάσκουν τα του Χριστιανισμού πρέπει, πέραν των άλλων ικανοτήτων και αρετών τους, να είναι πιστοί Ορθόδοξοι, ζέοντες στην Πίστη. Άλλο ένα ζητούμενο. 
Με το ισχύον σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων στις Θεολογικές Σχολές μπορεί να εισαχθεί σ' αυτές ο οποιοσδήποτε, ανεξάρτητα δηλαδή αν πιστεύει, αν είναι Ορθόδοξος Χριστιανός. Αποτέλεσμα; Σήμερα σε Γυμνάσια και σε Λύκεια της χώρας  θεολόγοι διακηρύσσουν πως είναι αγνωστικιστές και άθεοι! Τώρα τι θρησκευτικά μπορεί να διδάξει ένας άθεος αυτό μόνο οι γραφειοκράτες του Υπουργείου Παιδείας το γνωρίζουν. 
Τελευταίως έχουμε και τους "προοδευτικούς", αριστερόστροφους ιδεολογικά θεολόγους, οι οποίοι προωθούν την αντίληψη τα θρησκευτικά να διδάσκονται με ολίγη Ορθοδοξία, με πολύ συγκρητισμό και με "μοντέρνες", προτεσταντικής έμπνευσης, ιδέες. 
Αυτοί οι μετανεωτερικοί θεολόγοι, μέσα στον φανατισμό και την ιδεολογική αλαζονική τους μονομέρεια δεν καταλαβαίνουν ότι η πρόταση τους για τα θρησκευτικά υποβαθμίζει το ρόλο του θεολόγου στο σχολείο και, επομένως, υπονομεύει την ύπαρξη των Θεολογικών Σχολών, δεν καταλαβαίνουν ότι κόβουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται. 
Γιατί αν το μάθημα γίνει θρησκειολογικό, όπως εισηγούνται, τότε ευλόγως οι Φιλοσοφικές Σχολές θα ζητήσουν να το διδάσκουν οι απόφοιτοί τους και τότε οι Θεολογικές Σχολές δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης. Δηλαδή, αν επιβληθεί το θρησκειολογικό μάθημα δεν θα ζημιωθούν μόνο τα παιδιά, που δεν θα αποκτούν γνώση της Ορθοδοξίας, αλλά και οι θεολόγοι, που το επάγγελμά τους θα περάσει στην Ιστορία, όπως τόσα άλλα επαγγέλματα που εγκαταλείφθηκαν.
Οι Τρεις Ιεράρχες είναι και θα είναι πάντοτε επίκαιροι και εύχομαι να αποτελούν πάντα πρότυπα και υποδείγματα στη ζωή μας. Πρέπει να αντιληφθούμε την ευθύνη μας στο να διατηρήσουμε ζωντανή τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών και γενικά των Πατέρων της Εκκλησίας. Οφείλουμε να εφαρμόσουμε ως λαός  τις αιώνιες αξίες που δίδαξαν και να μείνουμε ενωμένοι με τις ρίζες μας. Μόνον έτσι θα επιβιώσουμε ως Έθνος.

* Ομιλία εις Κόρινθο, μετά από πρόσκληση των συνεργαζομένων Ορθοδόξων Χριστιανικών Συλλόγων " Ο Απόστολος Παύλος" και "Ο Απόστολος Θωμάς", την Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2012.

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὁμιλία Α'. Στόν Σταυρό καί τόν Ληστή

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὁμιλία Α'. Στόν Σταυρό καί τόν Ληστή

Στόν Σταυρό καί τόν Ληστή
  για τη δεύτερη παρουσία του Χριστού
και για την αδιάκοπη προσευχή υπέρ των εχθρών μας.


1.-. Σήμερα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς βρίσκεται πάνω στὸ σταυρὸ καὶ ἐμεῖς ἑορτάζουμε, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ σταυρὸς εἶναι ἑορτὴ καὶ πανήγυρη πνευματική. Γιατί προηγουμένως ὁ σταυρὸς ἦταν ἡ λέξη ποὺ σήμαινε καταδίκη, τώρα ὅμως ἔγινε ἀντικείμενο τιμῆς. Προηγουμένως ἦταν σύμβολο καταδίκης, τώρα ὅμως εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας.
Γιατί αὐτὸς ὁ σταυρὸς μᾶς προξένησε ἄπειρα ἀγαθά, αὐτὸς μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας, αὐτὸς μᾶς φώτισε ἐνῶ ζούσαμε μέσα στὸ σκοτάδι, αὐτὸς μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ εἴχαμε γίνει ἐχθροί του, αὐτὸς μᾶς ἔκανε φίλους του, ἐνῶ εἴχαμε ἀποξενωθεῖ ἀπ’ Αὐτόν, αὐτὸς μᾶς ἔφερε κοντὰ στὸν Θεό, ἐνῶ ἤμαστε μακριά Του.
Αὐτὸς ἐξαφάνισε τὴν ἔχθρα, αὐτὸς ἐξασφάλισε τὴν εἰρήνη, αὐτὸς ἔγινε γιὰ μᾶς θησαυροφυλάκιο ἀπείρων ἀγαθῶν. Ἐξαιτίας του δὲν περιπλανιόμαστε πιὰ στὶς ἐρήμους, γιατί γνωρίσαμε τὸν ἀληθινὸ δρόμο. Δὲν ζοῦμε πιὰ ἔξω ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιατί βρήκαμε τὴν εἴσοδό της.
Δὲν φοβόμαστε πιὰ τὰ πυρωμένα βέλη τοῦ διαβόλου, γιατί εἴδαμε τὴν πηγή. Χάρη σ’ αὐτὸν δὲν βρισκόμαστε πιὰ σὲ χηρεία, γιατί ἀποκτήσαμε τὸ Νυμφίο. Δὲν φοβόμαστε τὸ λύκο, γιατί ἔχουμε τὸν καλὸ Ποιμένα. Γιατί λέγει ὁ Χριστός: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ ποιμένας ὁ καλὸς»1.
Χάρη σ’ αὐτὸν δὲν τρέμουμε τὸν τύραννο, γιατί εἴμαστε κοντὰ στὸν Βασιλιά. Γι’ αὐτὸ ἑορτάζουμε καὶ τιμοῦμε τὸ σταυρό. Ἔτσι παράγγειλε καὶ ὁ Παῦλος νὰ ἑορτάζουμε τὸ σταυρό. Διότι λέγει: «Ἂς ἑορτάζουμε ὄχι μὲ τὴν παλιὰ ζύμη, ἀλλὰ μὲ ἄζυμα εἰλικρίνειας καὶ ἀλήθειας»2.
Ἔπειτα, ἀφοῦ πρόσθεσε τὴν αἰτία, συνέχισε; «Γιατί τὸ Πάσχα τὸ δικό μας εἶναι ὁ Χριστός, ποὺ θυσιάσθηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας»3.
Βλέπεις γιατί παραγγέλλει νὰ ἑορτάζουμε τὸν σταυρό; Γιατί ἐπάνω στὸν σταυρὸ θυσιάσθηκε ὁ Χριστός. Καὶ ὅπου γίνεται θυσία, ἐκεῖ ἐξαφανίζονται τὰ ἁμαρτήματα, ἐκεῖ γίνεται συμφιλίωση μὲ τὸν Κύριο, ἐκεῖ γίνεται ἑορτὴ καὶ χαρά. «Τὸ Πάσχα, τὸ δικό μας εἶναι ὁ Χριστός, ποὺ θυσιάσθηκε γιά μας». Καὶ πές μου, ποῦ θυσιάσθηκε; Πάνω σὲ σταυρὸ ποὺ στήθηκε ψηλά. Εἶναι καινούριο τὸ θυσιαστήριο αὐτῆς τῆς θυσίας, ἐπειδὴ καὶ ἡ θυσία εἶναι καινούρια καὶ ἀξιοθαύμαστη. Γιατί ὁ Ἴδιος ἦταν καὶ θύμα καὶ ἱερέας. Θύμα, κατὰ τὸ σῶμα Του, καὶ Ἱερέας, κατὰ τὴν πνευματική του φύση. Ὁ Ἴδιος καὶ πρόσφερε τὴ θυσία καὶ προσφερόταν σωματικά.
 Ἄκουσε λοιπὸν πῶς μᾶς φανέρωσε ὁ Παῦλος αὐτὰ τὰ δύο. «Κάθε ἀρχιερέας», λέγει, «ξεχωρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ γίνεται ἀρχιερέας γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἔχει καὶ ὁ Χριστὸς κάτι ποὺ νὰ τὸ προσφέρει σὰν θυσία. Καὶ πρόσφερε αὐτὸς τὸν ἑαυτὸ του»4. Καὶ ἀλλοῦ λέγει, ὅτι «Ὁ Χριστὸς ποὺ θυσιάσθηκε μία φορὰ γιὰ νὰ βαστάξει πάνω του τὶς ἁμαρτίες τῶν πολλῶν, θὰ φανεῖ σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν περιμένουν γιὰ νὰ τοὺς σώσει»5. Νά, στὴ μία περίπτωση θυσιάσθηκε, ἐνῶ στὴν ἄλλη θυσίασε τὸν Ἑαυτό του. Εἶδες πὼς ἔγινε καὶ θύμα καὶ Ἱερέας, καὶ πῶς ὁ σταυρὸς ἦταν θυσιαστήριο;
Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο, θὰ πεῖ κάποιος, δὲν ἔγινε ἡ θυσία του μέσα στὸ ναό, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τὰ τείχη; Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ προφητεία ποὺ ἔλεγε: «Τὸν λογάριασαν ἀνάμεσα στοὺς κακούργους»6. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο, σφάζεται πάνω σὲ σταυρὸ ποὺ στήθηκε ψηλὰ καὶ ὄχι κάτω ἀπὸ στέγη; Γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν ἀτμόσφαιρα, γι’ αὐτὸ θυσιάσθηκε ψηλά, χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἀπὸ πάνω Του στέγη, ἀλλὰ ὁ οὐρανός.
Καθαριζόταν λοιπὸν ἡ ἀτμόσφαιρα, ἐπειδὴ θυσιαζόταν ψηλὰ τὸ πρόβατο. Καθαριζόταν ὅμως καὶ ἡ γῆ, ἐπειδὴ ἔσταζε πάνω της τὸ αἷμα ἀπὸ τὴν πλευρά Του. Γι’ αὐτὸ δὲν θυσιάσθηκε κάτω ἀπὸ στέγη, γι’ αὐτὸ δὲν θυσιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἰουδαίων, γιὰ νὰ μὴ νομίσεις ὅτι Αὐτός προσφέρεται γιὰ χάρη μόνο τοῦ ἰουδαϊκοῦ ἔθνους. Γι’ αὐτὸ θυσιάσθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τὰ τείχη, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ἡ θυσία ἔγινε γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅτι ἡ προσφορὰ ἔγινε γιὰ ὅλη τὴ γῆ, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ καθαρμὸς εἶναι γενικὸς καὶ ὄχι μερικός, ὅπως γινόταν στοὺς Ἰουδαίους.
Γι’ αὐτὸ παράγγειλε ὁ Θεὸς στοὺς Ἰουδαίους ν’ ἀφήσουν ὅλη τὴ γῆ καὶ σ’ ἕνα τόπο νὰ προσφέρουν τὶς θυσίες τους καὶ νὰ προσεύχονται, ἐπειδὴ ὅλη ἡ γῆ ἦταν ἀκάθαρτη, ἐπειδὴ ὑπῆρχαν πάνω της καπνὸς καὶ μυρωδιὰ ψημένων κρεάτων καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἀκαθαρσίες ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς θυσίες. Γιὰ μᾶς ὅμως, ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθε ὁ Χριστὸς καὶ καθάρισε ὅλη τὴν οἰκουμένη, ὅλος ὁ τόπος ἔγινε τόπος προσευχῆς.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος μὲ πεποίθηση συμβούλευε νὰ προσευχόμαστε χωρὶς φόβο παντοῦ, λέγοντας τὰ ἑξῆς: «Θέλω νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο καὶ νὰ σηκώνουν πρὸς τὸν οὐρανὸ καθαρὰ χέρια»7. Εἶδες πῶς καθαρίσθηκε ἡ οἰκουμένη;
Ἀπὸ τὸν τόπο τῆς θυσίας Του λοιπὸν, μποροῦμε παντοῦ νὰ ὑψώνουμε πρὸς τὸν οὐρανὸ χέρια καθαρά, γιατί ὅλη ἡ γῆ ἁγιάσθηκε καὶ ἔγινε ἁγιότερη ἀπὸ τὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Γιατί ἐκεῖ θυσιάσθηκε πρόβατο ποὺ δὲν εἶχε λογικό, ἐδῶ ὅμως Πρόβατο πνευματικό. Καὶ ὅσο πιὸ μεγάλη εἶναι ἡ θυσία, τόσο πιὸ πολὺς εἶναι καὶ ὁ ἁγιασμός. Γι’ αὐτὸ ἑορτάζουμε τὸν σταυρό.
2.-. Θέλεις νὰ μάθεις καὶ ἄλλο κατόρθωμα τοῦ σταυροῦ; Τὸν παράδεισο μᾶς ἄνοιξε σήμερα, ποὺ ἦταν κλεισμένος περισσότερο ἀπὸ πέντε χιλιάδες χρόνια8. Γιατί αὐτὴ τὴν ἡμέρα, αὐτὴ τὴν ὥρα ἔβαλε μέσα στὸν παράδεισο τὸν ληστὴ ὁ Θεὸς καὶ ἔκαμε δύο κατορθώματα τὸ πρῶτο, ὅτι ἄνοιξε τὸν παράδεισο, καὶ τὸ δεύτερο, ὅτι ἔβαλε μέσα τὸν ληστή.
Σήμερα μᾶς ἔδωσε πάλι τὴν παλιὰ πατρίδα μας, σήμερα μᾶς ἔφερε πάλι στὴν πόλη τῶν προγόνων μας καὶ χάρισε κατοικία σ’ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
Γιατί εἶπε ὁ Χριστός: «Σήμερα θὰ εἶσαι μαζί μου στὸν παράδεισο»9. Τί λέγεις; Σταυρώθηκες καὶ καρφώθηκες καὶ ὑπόσχεσαι παράδεισο; Ναί, λέγει, γιὰ νὰ μάθεις καλὰ τὴ δύναμη ποὺ ἔχω ἐπάνω στὸν σταυρό. Ἐπειδὴ, δηλαδὴ, τὸ γεγονὸς ἦταν λυπηρό, γιὰ νὰ μὴ προσέξεις στὴν σταύρωση, ἀλλὰ γιὰ νὰ μάθεις τὴ δύναμη τοῦ Σταυρωμένου, ἐπάνω στὸν σταυρὸ κάνει αὐτὸ τὸ θαῦμα, ποὺ δείχνει ἰδιαίτερα τὴ δύναμή Του.
 Γιατί ὄχι ὅταν ἀνέστησε νεκρό, οὔτε ὅταν ἐπιτίμησε τὴ θάλασσα καὶ τοὺς ἀνέμους, οὔτε ὅταν ἀπομάκρυνε τοὺς δαίμονες, ἀλλὰ ὅταν τὸν σταύρωναν, ὅταν τὸν κάρφωναν, ὅταν τὸν εἰρωνεύονταν, ὅταν τὸν κακολογοῦσαν κατόρθωσε ν’ ἀλλάξει τὴν πονηρὴ σκέψη τοῦ ληστῆ, γιὰ νὰ δεῖς τὴ δύναμή Του καὶ ἀπὸ τὶς δυό πλευρές. Καὶ ὁλόκληρη τὴν κτίση δηλαδὴ συγκλόνισε, καὶ τὶς πέτρες ράγισε, καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ληστῆ, ποὺ ἦταν πιὸ ἀναίσθητη ἀπὸ τὴν πέτρα, τὴ συγκίνησε καὶ τὴν τίμησε.
«Γιατί, σήμερα θὰ εἶσαι μαζί μου στὸν παράδεισο», λέγει. Ἂν καὶ τὰ Χερουβεὶμ φρουροῦσαν τὸν παράδεισο, αὐτὸς ὅμως ἦταν κύριος καὶ τῶν Χερουβείμ. Ἐκεῖ περιφέρεται πύρινη ρομφαία, ἀλλ’ Αὐτὸς ἔχει ἐξουσία πάνω στὴ φλόγα καὶ τὴν κόλαση καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο.
Ἂν καὶ κανεὶς βασιλιὰς δὲ θὰ μποροῦσε ποτὲ ν’ ἀνεχθεῖ κάποιο ληστὴ ἢ κάποιον ἄλλον ἄνθρωπο νὰ καθίσει κοντά του καὶ νὰ τὸν φέρει ἔτσι μέσα σὲ κάποια πόλη. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τὸ ἔκαμε αὐτὸ καί, καθὼς μπαίνει μέσα στὴν ἱερὴ πατρίδα, φέρει μαζί Του τὸν ληστή, ὄχι γιατί περιφρονοῦσε τὸν παράδεισο, ὄχι γιὰ νὰ τὸν προσβάλει μὲ τὴν παρουσία τοῦ ληστῆ, ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ νὰ τὸν τιμήσει.
Γιατί αὐτὸ ἦταν τιμὴ γιὰ τὸν παράδεισο, νὰ ἔχει δηλαδὴ τέτοιον κύριο, ποὺ ἔκαμε καὶ τὸν ληστὴ ἄξιο ν’ ἀπολαύσει τὸν παράδεισο. Καὶ ὅταν ἔβαλε τελῶνες καὶ πόρνες στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, δὲν τὸ ἔκαμε γιατί ἤθελε νὰ τὴν περιφρονήσει, ἀλλὰ περισσότερο τὴν τιμοῦσε, ἀποδεικνύοντας ὅτι τέτοιος εἶναι ὁ Κύριος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ποὺ κάνει καὶ πόρνες καὶ τελῶνες τόσο ἐκλεκτούς, ὥστε ν’ ἀποδειχθοῦν ἄξιοι γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὐεργεσία αὐτή.
Ὅπως δηλαδὴ θαυμάζουμε πάρα πολὺ ἕναν ἰατρὸ τότε, ὅταν τὸν δοῦμε νὰ θεραπεύει καὶ νὰ ἐπαναφέρει τὴν ὑγεία σ’ ἀνθρώπους ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες, ἔτσι εἶναι δίκαιο νὰ θαυμάζουμε καὶ τὸ Χριστό, ὅταν θεραπεύει ἀνίατα τραύματα, ὅταν ξαναδίνει σὲ τελώνη καὶ πόρνη τόση ὑγεία, ὥστε ν’ ἀποδειχθοῦν ἄξιοι γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Καὶ τί τὸ σπουδαῖο ἔκαμε ὁ ληστής, θὰ πεῖ κάποιος, γιὰ νὰ κερδίσει τὸν παράδεισο μετὰ τὴ σταύρωσή του; Θέλεις νὰ σοῦ πῶ σύντομα τὸ κατόρθωμά του;
Ὅταν ὁ Πέτρος τὸν ἀρνήθηκε χωρὶς νὰ εἶναι στὸν σταυρό, τότε ἐκεῖνος τὸν πίστεψε καθὼς ἦταν ἐπάνω στὸν σταυρό. Καὶ δὲν τὰ λέγω αὐτὰ γιὰ νὰ κατηγορήσω τὸν Πέτρο, μακριὰ μιά τέτοια σκέψη, ἀλλὰ γιατί θέλω νὰ δείξω τὴ μεγαλοψυχία τοῦ ληστῆ.
 Ὁ μαθητὴς δὲν ἄντεξε τὴν ἀπειλὴ ἑνὸς ἀσήμαντου κοριτσιοῦ, ὁ ληστὴς ὅμως, ἂν καὶ ἔβλεπε νὰ στέκεται γύρω ὁλόκληρος λαός, ποὺ φώναζε, καὶ ἔκανε σὰν τρελλός, καὶ βλασφημοῦσε καὶ περιγελοῦσε, δὲν τὰ ἔδωσε σημασία αὐτά, οὔτε πρόσεξε τὴ φαινομενικὴ ἀδυναμία ἐκείνου ποὺ σταυρωνόταν, ἀλλά, παραβλέποντας μὲ τὰ μάτια τῆς πίστης ὅλα αὐτὰ καὶ ξεπερνώντας τὰ ἀσήμαντα ἐμπόδια, ἀναγνώρισε τὸν Κύριο τῶν οὐρανῶν καὶ ἀφοῦ τὸν παρακάλεσε τοῦ εἶπε: «Θυμήσου με, Κύριε, ὅταν φθάσεις στὴ βασιλεία σου»10.
Ἂς μὴν προσπεράσουμε λοιπὸν ἐπιπόλαια αὐτὸν τὸν ληστή, οὔτε νὰ ντραποῦμε νὰ τὸν θεωρήσουμε διδάσκαλό μας, αὐτὸν ποὺ ὁ Κύριός μας δὲν ντράπηκε νὰ τὸν ὁδηγήσει πρῶτο στὸν παράδεισο. Ἂς μὴ ντραποῦμε νὰ θεωρήσουμε διδάσκαλό μας τὸν ἄνθρωπο, ποὺ πρῶτος ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο φάνηκε ἄξιος νὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ἂς ἐξετάσουμε τὸ καθετὶ μὲ προσοχή, γιὰ νὰ μάθουμε τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ.
Δὲν εἶπε στὸν ληστή, ὅπως στὸν Πέτρο, «Ἀκολούθησέ με καὶ θὰ σὲ κάνω ἱκανὸ νὰ ψαρεύεις ἀνθρώπους»11, οὔτε τοῦ εἶπε, ὅπως εἶπε στοὺς δώδεκα μαθητές του, ὅτι «θὰ καθίσετε σὲ δώδεκα θρόνους νὰ δικάζετε τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ»12. Καὶ μάλιστα δὲν τοῦ εἶπε οὔτε μία λέξη.
Δὲν τοῦ ἔδειξε θαῦμα, οὔτε εἶδε αὐτὸς ν’ ἀνασταίνει κάποιο νεκρό, οὔτε νὰ διώχνει δαίμονες. Δὲν εἶδε τὴ θάλασσα νὰ ὑπακούει στὴν προσταγή του, οὔτε τοῦ εἶπε κάτι γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, οὔτε γιὰ τὴν κόλαση, καὶ ἐνώπιον ὅλων πίστεψε σ’ Αὐτόν, καὶ μάλιστα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄλλος ληστὴς ἦταν σταυρωμένος μαζί του, γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ λόγια τοῦ Προφήτη, ὅτι «Λογαριάσθηκε ἀνάμεσα στοὺς κακούργους»13.
Ἤθελαν λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ συκοφαντήσουν τὴ δόξα Του καὶ μὲ κάθε τρόπο τὸν ἔβριζαν μ’ αὐτὰ ποὺ ἔκαμναν. Ἡ ἀλήθεια ὅμως ἀπὸ παντοῦ ἔλαμπε καὶ αὐξανόταν μὲ τὶς ἀντιδράσεις τους. Τὸν εἰρωνεύονταν λοιπὸν ὁ ἄλλος ληστής. Εἶδες τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο ληστή;
Καὶ οἱ δύο εἶναι πάνω στὸν σταυρό, καὶ οἱ δύο γιατί ἦταν ληστές, καὶ οἱ δύο γιατί ἔδειξαν κακὴ διαγωγή. Δὲν εἶχαν ὅμως καὶ οἱ δύο τὸ ἴδιο τέλος, ἀλλ’ ὁ ἕνας κληρονόμησε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ὁ ἄλλος πῆγε στὴν κόλαση. Ἔτσι ἔγινε καὶ χθές. Μαθητὲς ἦταν οἱ ἕνδεκα, μαθητὴς καὶ ὁ Ἰούδας.
 Ἐκεῖνοι μὲν ἔλεγαν, «Ποῦ θέλεις νὰ σοῦ ἑτοιμάσουμε νὰ φάγεις τὸ Πάσχα;»14, ἐνῶ αὐτὸς ἑτοιμαζόταν γιὰ τὴν προδοσία καὶ ἔλεγε: «Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, γιὰ νὰ σᾶς τὸν παραδώσω;»14α. Καὶ ἐκεῖνοι ἑτοιμάζονταν νὰ τὸν περιποιηθοῦν καὶ νὰ πάρουν μέρος στὴ θεία μυσταγωγία, αὐτὸς ὅμως τὸν προσκυνάει. Ὁ ἕνας τὸν βρίζει, ὁ ἄλλος τὸν ἐπαινεῖ καὶ κλείνει τὸ στόμα τοῦ βλάσφημου λέγοντας: «Οὔτε τὸν Θεὸ δὲν φοβᾶσαι ἐσύ; Γιατί ἐμεῖς ἀπολαμβάνουμε ὅπως μᾶς ἄξιζε γιὰ ἐκεῖνα ποὺ κάναμε»15.
3.-. Εἶδες τὸ θάρρος τοῦ ληστῆ; Εἶδες τὸ θάρρος τοῦ ἐπάνω στὸ σταυρό; Εἶδες τὴν πίστη του τὴν ὥρα τῆς τιμωρίας του καὶ τὴν εὐσέβειά του τὴν ὥρα τοῦ βασανισμοῦ του; Ποιὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἔνιωθε κατάπληξη γιὰ τὸ ὅτι ἦταν κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του, γιὰ τὸ ὅτι εἶχε τὰ λογικά του, ἂν καὶ τὸν εἶχαν τρυπήσει μὲ καρφιά;
Αὐτὸς ὅμως δὲν ἦταν μόνο κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ καὶ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὰ βάσανά του καὶ φρόντιζε γιὰ τὰ βάσανα τῶν ἄλλων, καὶ ἔγινε διδάσκαλος ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ κατακρίνει τὸν ἄλλο ληστὴ καὶ τοῦ λέγει: «Οὔτε τὸν Θεὸ δὲν φοβᾶσαι ἐσύ;».
Νὰ μὴ προσέχεις, λέγει, στὸ ἐπίγειο δικαστήριο ὑπάρχει ἄλλος κριτὴς ἀόρατος, ὑπάρχει δικαστήριο ἀμερόληπτο. Νὰ μὴν βλέπεις λοιπὸν ἐπειδὴ καταδικάσθηκε στὴ γῆ, γιατί δὲν γίνονται αὐτὰ στὸν οὐρανό. Ἐδῶ, δηλαδὴ, στὸ ἐπίγειο δικαστήριο καὶ δίκαιοι καταδικάζονται, καὶ ἄδικοι ἀθωώνονται, καὶ ἔνοχοι δὲν παθαίνουν τίποτε, καὶ ἀθῶοι τιμωροῦνται. Γιατί οἱ δικαστὲς κάνουν πολλὰ λάθη θεληματικὰ ἢ ἄθελά τους, ἢ γιατί δὲ γνωρίζουν τὸ δίκαιο καὶ ἐξαπατοῦνται, ἢ γιατί τὸ γνωρίζουν, ἀλλά, ἐπειδὴ ἐξαγοράζονται μὲ χρήματα, παίρνουν πολλὲς φορὲς ἄδικη ἀπόφαση. Στὸν οὐρανὸ ὅμως δὲν συμβαίνει τίποτε τέτοιο.
Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος κριτὴς καὶ ἡ ἀποφασή του θὰ βγεῖ σὰν τὸ φῶς χωρὶς νὰ ἔχει δόλο οὔτε ἄγνοια. Γιὰ νὰ μὴν λέγει λοιπόν, ὅτι καταδικάσθηκε στὴ γῆ καὶ τιμωρήθηκε, τὸν ἀνέβασε στὸ οὐράνιο δικαστήριο. Τοῦ θύμισε ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ βῆμα, λέγοντας περίπου αὐτά: Πρόσεχε ἐκεῖ καὶ δὲν θὰ ρίξεις καταδικαστικὴ ψῆφο, οὔτε θὰ συμφωνήσεις μὲ τοὺς ἀνήθικους δικαστὲς τῆς γῆς, ἀλλὰ θὰ παραδεχθεῖς τὴ δίκη ποὺ γίνεται στοὺς οὐρανούς. Εἶδες τὴν πίστη τοῦ ληστῆ; Εἶδες σύνεση καὶ διδασκαλία του; Ἀμέσως ἀπὸ τὸν σταυρὸ πήδησε στὸν οὐρανό.
Ἔπειτα, ἀποστομώνοντας μὲ τὸ παραπάνω αὐτόν, τοῦ λέγει: «Δὲν φοβᾶσαι, γιατί τιμωρηθήκαμε μὲ τὴν ἴδια ποινή;». Τί σημαίνει, «ὅτι ἐν τῷ αὐτῶ κρίματι ἐσμέν;». Ὅτι τιμωρηθήκαμε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Μήπως λοιπὸν καὶ ἐσὺ δὲν εἶσαι πάνω στὸν σταυρό; Βρίζοντας λοιπὸν τὸν Χριστό, προσβάλλεις τὸν ἑαυτό σου ἀντὶ γι’ αὐτόν.
Γιατί, ὅπως ὁ ἁμαρτωλός, ὅταν κατηγορεῖ ἄλλον ἁμαρτωλό, κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι τὸν ἄλλο, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ βρίσκεται σὲ συμφορὰ καὶ βρίζει τὸν ἄλλο γιὰ τὴ συμφορὰ του βρίζει τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι τὸν ἄλλο. «Γιατί τιμωρηθήκαμε μὲ τὴν ἴδια ποινή». Τοῦ διαβάζει ἀποστολικὸ νόμο καὶ τοῦ λέγει τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, «Μὴ κατακρίνετε, γιὰ νὰ μὴ κατακριθεῖτε»16. «Γιατί τιμωρηθήκαμε μὲ τὴν ἴδια ποινή».
Τί κάνεις, ληστή; Προσπαθώντας ν’ ἀπολογηθεῖς γιὰ τὸν Χριστό, τὸν ἔκαμες σύντροφο τοῦ ληστῆ; Ὄχι, λέγει. Ἐξαφανίζω τὴν ὑποψία αὐτὴ μὲ τὰ παρακάτω. Γιὰ νὰ μὴ νομίσεις δηλαδὴ ὅτι ἐξατίας τῆς ἴδιας τιμωρίας τὸν ἔκαμε καὶ σύντροφό τους στὴν ἁμαρτία, πρόσθεσε τὴ διόρθωση καὶ εἶπε: «Καὶ ἐμεῖς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί ἄξια παθαίνουμε γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε».
Εἶδες τέλεια ἐξομολόγηση; Εἶδες πῶς ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του ἐπάνω στὸν σταυρό; Γιατί λέγει ὁ προφήτης: «Νὰ λέγεις πρῶτος ἐσὺ τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ συγχωρηθεῖς»17. Κανεὶς δὲν τὸν ἀνάγκασε, κανεὶς δὲν τὸν πίεσε, ἀλλὰ ὁ ἴδιος κατηγόρησε τὸν ἑαυτὸ του λέγοντας: «Καὶ ἐμεῖς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί παθαίνουμε ἄξια γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔκαμε κανένα κακό».
Καὶ ὕστερα λέγει: «Θυμήσου με, Κύριε, στὴ βασιλεία σου». Δὲν τόλμησε νὰ πεῖ πρῶτα, «Θυμήσου με στὴ βασιλεία σου», ὥσπου μὲ τὴν ἐξομολόγηση πέταξε ἀπὸ πάνω του τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του. Βλέπεις πόσο μεγάλο πράγμα εἶναι ἡ ἐξομολόγηση; Ἐξομολογήθηκε, καὶ ἄνοιξε τὸν παράδεισο ἐξομολογήθηκε, καὶ ἀπέκτησε τόσο θάρρος, ὥστε ἀπὸ ληστὴς ποὺ ἦταν νὰ ζητήσει τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Βλέπεις πόσα ἀγαθὰ μᾶς προξένησε ὁ σταυρός;
Ἀναλογίζεσαι τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν; Πές μου λοιπόν, βλέπεις κάτι τέτοιο; Αὐτὰ ποὺ βλέπεις εἶναι καρφιὰ καὶ σταυρός, ἀλλ’ ὁ σταυρὸς αὐτός, λέγει, εἶναι τὸ σύμβολο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Γι’ αὐτὸ τὸν ὀνομάζω βασιλιά, ἐπειδὴ τὸν βλέπω νὰ σταυρώνεται.
Γιατί εἶναι χαρακτηριστικό του βασιλιᾶ νὰ πεθαίνει γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ὑπηκόων του. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ὁ ποιμένας ὁ καλὸς θυσιάζει τὴ ζωή του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν προβάτων τοῦ»18. Ἑπομένως καὶ ὁ βασιλιάς ὁ καλὸς θυσιάζει τὴ ζωή του γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ὑπηκόων του. Ἐπειδὴ λοιπὸν θυσίασε τὴ ζωή Του, γι’ αὐτὸ τὸν ὀνομάζω βασιλιά. «Θυμήσου με, Κύριε, στὴ βασιλεία σου».
4.-. Εἶδες πῶς ὁ σταυρὸς εἶναι σύμβολο καὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν; Θέλεις νὰ μάθεις αὐτὸ καὶ ἀπὸ ἀλλοῦ; Δὲν τὸν ἄφησε στὴ γῆ ὁ Χριστός, ἀλλὰ τὸν πῆρε μαζί του καὶ τὸν ἀνέβασε στὸν οὐρανό. Ἀπὸ ποῦ φαίνεται αὐτό; Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἔρθει μὲ τὸν σταυρὸ στὴ δεύτερη καὶ ἔνδοξη παρουσία Του, γιὰ νὰ μάθεις πόσο σεβαστὸ πράγμα εἶναι ὁ σταυρός, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ὀνόμασε δόξα.
Ἀλλ’ ἂς δοῦμε πῶς θὰ ἔρθει μὲ τὸν σταυρό, γιατί εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς φέρω τὴν ἀπόδειξη. «Ἐὰν σᾶς ποῦν», λέγει ὁ Χριστός, «νά, ὁ Χριστὸς εἶναι στὰ ἰδιαίτερα δωμάτια, νὰ εἶναι στὴν ἔρημο, μὴ βγεῖτε νὰ τὸν συναντήσετε»19, καὶ ἐννοεῖ τὴ δεύτερη παρουσία Του, τὴν ἔνδοξη καὶ ἀναφέρεται στοὺς ψευδόχριστους, στοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ στὸν ἀντίχριστο, γιὰ νὰ μὴ πλανηθεῖ κανεὶς καὶ πέσει στὴν παγίδα του. Ἐπειδή δηλαδὴ, ὁ ἀντίχριστος θὰ ἔρθει πρὶν ἀπὸ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ μὴν πέσει κανεὶς στὸ στόμα τοῦ λύκου, ἀναζητώντας τὸν Ποιμένα, γι’ αὐτό σοῦ ἀναφέρω ἕνα σημάδι τῆς παρουσίας τοῦ Ποιμένα.
 Ἐπειδὴ, λοιπὸν, ἡ πρώτη παρουσία Του στὸν κόσμο ἔμεινε ἀπαρατήρητη, γιὰ νὰ μὴν νομίσεις ὅτι καὶ ἡ δεύτερη θὰ γίνει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἔδωσε αὐτὸ τὸ σημάδι. Ἡ πρώτη παρουσία Του δικαιολογημένα ἔμεινε ἀπαρατήρητη, ἐπειδὴ ἦρθε νὰ βρεῖ τὸ χαμένο πρόβατο. Ἡ δεύτερη ὅμως δὲν θὰ γίνει ἔτσι.
 Ἀλλὰ πῶς; πές μου. «Ὅπως ἡ ἀστραπὴ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ φαίνεται μέχρι τὴ δύση, ἔτσι θὰ γίνει καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου»20. Θὰ φανεῖ σ’ ὅλους μαζὶ καὶ δὲ θὰ χρειασθεῖ νὰ ἐρωτήσει κανείς, ἂν ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ. Ὅπως λοιπὸν ὅταν φαίνεται μία ἀστραπὴ δὲν χρειάζεται νὰ ἐξετάσουμε ἂν φάνηκε, ἔτσι ὅταν συμβεῖ ἡ δεύτερη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν χρειάζεται νὰ ἐξετάζουμε ἂν ἦρθε ὁ Χριστός.
Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ θέλουμε ν’ ἀποδείξουμε εἶναι, ἂν θὰ ἔρθει μὲ τὸν σταυρό. Δὲν πρέπει βέβαια νὰ ξεχάσουμε τὴν ὑπόσχεσή μας. Ἄκουσε λοιπὸν τὰ ἑξῆς. «Τότε», λέγει τότε, πότε; «Ὅταν θὰ ἔρθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθεῖ καὶ ἡ σελήνη δὲν θὰ δώσει τὸ φῶς της»21. Γιατί τόσο ὑπερβολικὸ θὰ εἶναι τότε τὸ φῶς, ὥστε καὶ τὰ πιὸ λαμπρὰ ἄστρα θὰ κρυφθοῦν. «Τότε καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανό, τότε θὰ φανεῖ στὸν οὐρανὸ καὶ τὸ σημάδι τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου»22.
Εἶδες πόση εἶναι ἡ δύναμη τοῦ σταυροῦ; Ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθεῖ καὶ ἡ σελήνη δὲ θὰ φανεῖ, ὁ σταυρὸς ὅμως λάμπει καὶ φαίνεται, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι εἶναι πιὸ λαμπρὸς καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ ἀπὸ τὴ σελήνη. Καὶ ὅπως ὅταν ἕνας βασιλιὰς μπαίνει σὲ κάποια πόλη, οἱ στρατιῶτες παίρνουν τὰ λάβαρα, τὰ σηκώνουν στοὺς ὤμους τους καὶ προαγγέλλουν τὴν εἴσοδό του, ἔτσι καὶ ὅταν ὁ Κύριος θὰ κατεβαίνει ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς θὰ προηγοῦνται οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων καὶ θὰ φέρουν στοὺς ὤμους τους τὸν σταυρὸ καὶ θὰ μᾶς προαγγέλλουν τὴ βασιλικὴ εἴσοδό Του. «Τότε θὰ σαλευθοῦν οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν», λέγει, καὶ ἐννοεῖ τοὺς ἀγγέλους θὰ τοὺς πιάσει τότε πολὺς τρόπος καὶ φόβος.
Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο; πές μου. Θὰ εἶναι φοβερὸ τὸ δικαστήριο ἐκεῖνο, γιατί πρόκειται ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος νὰ δικασθεῖ καὶ νὰ παρουσιασθεῖ μπροστὰ στὸ φοβερὸ κριτή. Γιὰ ποιὸ λοιπὸν λόγο οἱ ἄγγελοι φοβοῦνται καὶ τρέμουν; ἀφοῦ δὲν πρόκειται αὐτοὶ νὰ δικασθοῦν.
Γιατί, ὅπως ὅταν δικάζει ἕνας ἄρχοντας δὲν φοβοῦνται καὶ τρέμουν οἱ ἔνοχοι μόνο, ἀλλὰ καὶ οἱ φρουροί, ποὺ δὲν αἰσθάνονται καμιὰ ἐνοχή, ἐπειδὴ φοβοῦνται τὸν δικαστή, ἔτσι καὶ τότε, ὅταν θὰ δικάζεται τὸ ἀνθρώπινο γένος, θὰ φοβοῦνται καὶ οἱ ἄγγελοι, ποὺ δὲν αἰσθάνονται καμιὰ ἐνοχή, ἐπειδὴ θὰ φοβοῦνται πάρα πολὺ τὸν δικαστή.
Γιατί ὅμως φαίνεται τότε ὁ σταυρὸς καὶ γιατί ἔρχεται ἔχοντας τὸν σταυρὸ ὁ Κύριος; Γιὰ νὰ μάθουν τὴν ἀχαριστία τους ἐκεῖνοι ποὺ τὸν σταύρωσαν, γι’ αὐτὸ τοὺς δείχνει αὐτὸ τὸ σύμβολο τῆς ντροπῆς τους.
Καὶ ὅτι πραγματικὰ γι’ αὐτὸ φέρει μαζί Του τὸ σταυρό, ἄκουσε τὸν προφήτη ποὺ λέγει: «Τότε θὰ θρηνήσουν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς»23, γιατί θὰ δοῦν τὸν κατήγορό τους καὶ θ’ ἀναγνωρίσουν τὸ σφάλμα τους. Καὶ γιατί ἀπορεῖς, ἐὰν θὰ ἔρθει μαζὶ μὲ τὸν σταυρό, ἀφοῦ τότε θὰ δείχνει καὶ τὶς ἴδιες τὶς πληγές Του; «Γιατί θὰ δοῦν», λέγει ὁ προφήτης, «ἐκεῖνον ποὺ τὸν τρύπησαν μὲ τὴ λόγχη»24. Ὅπως δηλαδὴ ἔκαμε στὴν περίπτωση τοῦ Θωμᾶ, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ διορθώσει τὴν ἀπιστία τοῦ μαθητῆ Του, καὶ ἀφοῦ ἀναστήθηκε τοῦ ἔδειξε τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ τὶς πληγές, καὶ τοῦ εἶπε, «Βάλε τὸ χέρι σου καὶ δές, γιατί τὸ φάντασμα δὲν ἔχει σάρκα καὶ ὀστᾶ»25, ἔτσι καὶ τότε θὰ δείξει τὶς πληγὲς καὶ τὸν σταυρό, γιὰ ν’ ἀποδείξει ὅτι αὐτὸς ἦταν ἐκεῖνος ποὺ σταυρώθηκε.
5.-. Καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ σταυρό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ λόγια ποὺ εἶπε πάνω στὸν σταυρὸ εἶναι δυνατὸ νὰ δοῦμε τὴν ἀνέκφραστη φιλανθρωπία Του. Γιατί ἀκόμη καὶ τότε ποὺ τὸν σταύρωναν καὶ τὸν εἰρωνεύονταν καὶ τὸν περιγελοῦσαν καὶ τὸν ἔφτυναν, ἔλεγε: «Πατέρα, συγχώρησέ τους τὴν ἁμαρτία, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν»26.
Καὶ ὅταν σταυρώνεται, προσεύχεται γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν σταύρωναν, ἂν καὶ ἔλεγαν τὰ ἀντίθετα: «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπὸ τὸν σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε σὲ σένα»27.
Ἀλλ’ ὅμως, γι’ αὐτὸ δὲν κατεβαίνει ἀπὸ τὸν σταυρό, ἐπειδὴ εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ ἦρθε, γιὰ νὰ σταυρωθεῖ γιὰ τὴ σωτηρία μας. «Κατέβα ἀπὸ τὸ σταυρό», λέγει, «καὶ θὰ πιστέψουμε σὲ σένα». Αὐτὰ εἶναι λόγια καὶ πρόφαση γιὰ τὴν ἀπιστία τους. Γιατί τὸ ὅτι ἀναστήθηκε, ἂν καὶ ὑπῆρχε ὁ λίθος στὸν τάφο Του, ἦταν πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸν σταυρό. Τὸ νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ μνῆμα τὸν Λάζαρο, ποὺ ἦταν νεκρὸς τέσσερις ἡμέρες καὶ δεμένος μὲ τὰ νεκρικὰ σάβανα, ἦταν πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ σταυρό.
Ἐκεῖνοι λοιπὸν ἔλεγαν: «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σῶσε τὸν ἑαυτό σου». Αὐτὸς ὅμως ἔκανε τὰ πάντα, γιὰ νὰ σώσει ἐκείνους ποὺ τὸν ἔβριζαν, καὶ ἔλεγε: «Συγχώρησέ τους τὴν ἁμαρτία, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν». Τί λοιπὸν ἔγινε; Τοὺς συγχώρησε τὴν ἁμαρτία τους; Τοὺς συγχώρησε, ἂν ἤθελαν νὰ μετανοήσουν. Γιατί ἂν δὲν τοὺς συγχωροῦσε τὴν ἁμαρτία, δὲν θὰ γινόταν ὁ Παῦλος ἀπόστολος.
Ἂν δὲν τοὺς συγχωροῦσε τὴν ἁμαρτία, δὲν θὰ πίστευαν ἀμέσως τρεῖς χιλιάδες καὶ πέντε χιλιάδες καὶ πολλὲς μυριάδες. Ὅτι πραγματικὰ πίστεψαν πολλὲς μυριάδες Ἰουδαίων, ἄκουσε τί λέγουν οἱ ἀπόστολοι στὸν Παῦλο: «Βλέπεις, ἀδελφέ, πόσες εἶναι οἱ μυριάδες τῶν Ἰουδαίων ποῦ πίστεψαν στὸν Χριστό;»28.
Ἂς μιμηθοῦμε λοιπὸν τὸν Κύριο καὶ ἂς προσευχόμαστε γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας. Πάλι λοιπὸν καταλήγω σ’ αὐτὴν τὴ συμβουλή. Εἶναι ἡ πέμπτη ἡμέρα σήμερα ποὺ σᾶς ὁμιλῶ γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό, ὄχι γιατί θέλω νὰ σᾶς κατηγορήσω γιὰ ἀπείθεια, μακριὰ μιά τέτοια σκέψη, ἀλλὰ γιατί πάρα πολὺ ἐλπίζω ὅτι θὰ πεισθεῖτε.
Ἐὰν ὅμως ὑπάρχουν μερικοὶ σκληρόκαρδοι καὶ ὀργίλοι καὶ δύστροποι, ποὺ δὲν ὑπάκουσαν σ’ αὐτὰ ποὺ γιὰ τὴν προσευχὴ εἴπαμε, ἴσως ντραποῦν, ποὺ σᾶς ὁμιλῶ πολλὲς ἡμέρες, καὶ ἀπομακρύνουν κάποτε τὸ μῖσος καὶ τὴ μικροψυχία. Μιμήσου τὸν Κύριό σου σταυρωνόταν, καὶ μιλοῦσε στὸν Πατέρα γιὰ τὸ καλὸ αὐτῶν ποὺ τὸν σταύρωναν.
Πῶς μπορῶ, θὰ πεῖ κάποιος, νὰ μιμηθῶ τὸν Κύριο; Ἐὰν θέλεις, μπορεῖς. Γιατί, ἐὰν δὲν μποροῦσες νὰ τὸν μιμηθεῖς, πὼς ἔλεγε, «Μάθετε ἀπὸ μένα, ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιὰ»29; Ἐὰν δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν μιμηθεῖς, δὲν θὰ ἔλεγε ὁ Παῦλος: «Νὰ γίνεστε μιμητές μου, ὅπως καὶ ἐγὼ γίνομαι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ»30.
Ἀλλ’ ὅμως δὲν θέλεις νὰ μιμηθεῖς τὸν Κύριο; Μιμήσου τὸν συνάνθρωπό σου, ἐννοῶ τὸν ἀπόστολο Στέφανο, γιατί καὶ αὐτὸς μιμήθηκε τὸν Κύριο. Καὶ ὅπως ὁ Χριστὸς, ἀνάμεσα στοὺς σταυρωτές Του, ἀδιαφόρησε γιὰ τὴ σταύρωσή του, ἀδιαφόρησε γιὰ τοὺς πόνους Του καὶ παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα νὰ συγχωρήσει τοὺς σταυρωτές Του, ἔτσι καὶ ὁ διάκονος Στέφανος ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν λιθοβολοῦσαν, καθὼς τὸν κτυποῦσαν ὅλοι καὶ δεχόταν τὶς πέτρες τους, ἀδιαφόρησε γιὰ τοὺς πόνους ποὺ τοῦ προκαλοῦσαν τὰ κτυπήματα καὶ ἔλεγε: «Κύριε, μὴ λογαριάσεις σ’ αὐτοὺς τὴν ἁμαρτία αὐτὴ»31.
Εἶδες πῶς ὁμιλεῖ ὁ Υἱός; Εἶδες πῶς παρακαλεῖ ὁ ἄνθρωπος; Ἐκεῖνος λέγει: «Πατέρα, συγχώρησέ τους τὴν ἁμαρτία αὐτή, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν», καὶ αὐτὸς λέγει: «Κύριε, μὴ τοὺς λογαριάσεις αὐτὴ τὴν ἁμαρτία».
 Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι προσεύχεται μὲ εἰλικρίνεια, δὲν προσεύχεται ἁπλὰ ὄρθιος ὅταν τὸν λιθοβολοῦσαν, ἀλλὰ γονάτισε καὶ προσευχήθηκε μὲ κατάνυξη καὶ πολλὴ συμπόνοια. Θέλεις νὰ σοῦ δείξω καὶ ἄλλο συνάνθρωπό σου πού ἔπαθε πολὺ περισσότερα ἀπ’ αὐτόν; Ὁ Παῦλος λέγει: «Οἱ Ἰουδαῖοι μὲ κτύπησαν μὲ ραβδιά, μία φορὰ μὲ λιθοβόλησαν, ἕνα ἡμερόνυκτο ἔμεινα στὸ πέλαγος»32. Τί λέγει λοιπὸν ὕστερα ἀπ’ αὐτά; «Θὰ εὐχόμουν», λέγει, «νὰ χωρισθῶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν Χριστό, γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν μου Ἰουδαίων, ποὺ εἶναι συγγενεῖς μου κατὰ σάρκα»33.
Θέλεις νὰ δεῖς καὶ ἄλλον, ὄχι ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Παλαιά; Γιατί αὐτὸ εἶναι τὸ πάρα πολὺ ἀξιοθαύμαστο, ὅτι δηλαδὴ τότε ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἡ προτροπὴ ν’ ἀγαποῦν οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἐχθρούς τους, ἀλλὰ νὰ βγάζουν μάτι ἀντὶ γιὰ μάτι, καὶ δόντι ἀντὶ γιὰ δόντι, καὶ ν’ ἀνταποδίδουν τὰ ἴδια κακά, ἔφθασαν στὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀποστόλων. Ἄκουσε τί λέγει ὁ Μωυσῆς, ποὺ λιθοβολήθηκε πολλὲς φορὲς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ περιφρονήθηκε ἀπ’ αὐτούς: «Ἐὰν τοὺς συγχωρήσεις τὴν ἁμαρτία, συγχώρησέ την, διαφορετικά, σβῆσε καὶ μένα ἀπὸ τὸ βιβλίο ποὺ μὲ ἔχεις γράψει»34.
Βλέπεις ὅτι ὁ καθένας θέτει τὴν ἀσφάλεια τῶν ἄλλων πρὶν ἀπὸ τὴ δική του σωτηρία; Δὲν ἁμάρτησες καθόλου γιατί θέλεις νὰ τιμωρηθεῖς μαζὶ μ’ αὐτούς; Ἐπειδή, λέγει, δὲν αἰσθάνομαι καθόλου τὴν εὐτυχία, ὅταν οἱ ἄλλοι ὑποφέρουν. Θὰ μᾶς ἦταν βέβαια, ἀρκετὰ αὐτὰ τὰ παραδείγματα.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ διορθωθοῦμε ἀπὸ τὰ πολλὰ παραδείγματα, θ’ ἀναφέρω καὶ κάποιον ἄλλο ποὺ ἔκαμε τὶς ἴδιες σκέψεις. Γιατί καὶ ὁ Δαυίδ, ὁ μακάριος καὶ πράος ἐκεῖνος ἄνδρας, ὅταν ἐπαναστάτησε ἐναντίον του ὅλος ὁ στρατός του καὶ ἔδωσε ὅλη του τὴ δύναμη στὸν υἱὸ του τὸν Ἀβεσαλώμ, καὶ ἐπιτέθηκε νὰ καταλάβει τὴν ἐξουσία καὶ ἤθελε νὰ τὸν σφάξει, καὶ ἔπειτα ὀργίσθηκε γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς (γιατί τί σημασία ἔχει ἂν βρῆκε ἄλλη πρόφαση γιὰ τὴ σφαγή;), καὶ ἔστειλε τὸν ἄγγελό του μὲ γυμνὸ τὸ ξίφος, γιὰ νὰ κτυπήσει ἀπὸ ψηλά, ὅταν ἔβλεπε ὅτι ἀφανίζονται ὅλοι, τί λέγει; «Ἐγὼ ὁ ποιμένας ἁμάρτησα, καὶ ἐγὼ ὁ ποιμένας ἔκαμα κακό. Ἂς πέσει ἡ τιμωρία σου σὲ μένα καὶ στὴν πατρική μου οἰκογένεια»35.
Βλέπεις πάλι ὅμοια κατορθώματα; Θέλεις νὰ σοῦ δείξω καὶ ἄλλον; Γιατί δὲν μᾶς λείπει καὶ ἄλλος ποὺ ἔκαμε τὶς ἴδιες σκέψεις. Ὁ προφήτης Σαμουὴλ βρίσθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, καθαιρέθηκε, περιφρονήθηκε τόσο, ὥστε ὁ Θεὸς θέλησε νὰ τὸν παρηγορήσει καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν περιφρόνησαν ἐσένα, ἀλλ’ ἐμένα»36. Τί λοιπὸν ἀπάντησε ἐκεῖνος ποὺ περιφρονήθηκε, ποὺ προσβλήθηκε καὶ πού βρίσθηκε; «Εἴθε νὰ μὴν κάνω τέτοια ἁμαρτία», λέγει, «ὥστε νὰ σταματήσω νὰ προσεύχομαι στὸν Κύριο γιὰ σᾶς»37. Θεώρησε ὅτι εἶναι ἁμαρτία, τὸ νὰ μὴν προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐχθρούς του.
Εἴθε λοιπὸν νὰ μὴ συμβεῖ ν’ ἁμαρτήσω ἔτσι, ὥστε νὰ μὴν προσεύχομαι γιὰ σᾶς. Ὁ Χριστὸς λέγει: «Πατέρα, συγχώρησέ τους τὴν ἁμαρτία, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν». Ὁ Στέφανος λέγει: «Κύριε, μὴ τοὺς λογαριάσεις τὴν ἁμαρτία αὐτή». Ὁ Παῦλος λέγει: «Θὰ εὐχόμουν νὰ γίνω ἀνάθεμα γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα». Ὁ Μωυσῆς λέγει: «Ἐὰν τοὺς συγχωρήσεις τὴν ἁμαρτία τους, συγχώρησέ την διαφορετικά, σβῆσε καὶ μένα ἀπὸ τὸ βιβλίο ποὺ μὲ ἔγραψες». Ὁ Δαυὶδ λέγει: «Ἂς πέσει ἡ τιμωρία σου σὲ μένα καὶ στὴν πατρική μου οἰκογένεια». Ὁ Σαμουὴλ λέγει: «Εἴθε νὰ μὴ κάνω τέτοια ἁμαρτία, ὥστε νὰ σταματήσω νὰ προσεύχομαι στὸν Κύριο γιὰ σᾶς».
Πές μου λοιπόν, ποιὰ συγγνώμη θὰ ἐπιτύχουμε, ὅταν, ἐνῶ ὁ Κύριος καὶ οἱ συνάνθρωποί μας, ἀπὸ τὴν Καινὴ καὶ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅλοι μᾶς παρακινοῦν νὰ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας, ἐμεῖς ὅμως κάνουμε τὸ ἀντίθετο καὶ προσευχόμαστε γιὰ τὸ κακὸ τῶν ἐχθρῶν μας;
Μή, σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί, μὴ τὸ κάνετε αὐτό. Γιατί, ὅσο περισσότερα εἶναι τὰ παραδείγματα, τόσο μεγαλύτερη θὰ εἶναι ἡ τιμωρία, ἐὰν δὲν τὰ μιμηθοῦμε. Εἶναι σπουδαιότερο νὰ προσεύχεται κανεὶς γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, παρὰ γιὰ τοὺς φίλους του. Γιατί δὲν σᾶς ὠφελεῖ τόσο τὸ δεύτερο, ὅσο τὸ πρῶτο. «Γιατί, ἂν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, δὲν κάνετε τίποτε τὸ σπουδαῖο», λέγει ὁ Χριστός: «Γιατί καὶ οἱ τελῶνες τὸ ἴδιο κάνουν»38. Ἑπομένως, ἐὰν προσευχηθοῦμε γιὰ τοὺς φίλους μας, δὲν γίναμε καθόλου καλύτεροι ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ἀπὸ τοὺς τελῶνες. Ὅταν ὅμως ἀγαπήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας, γίναμε, ὅσο εἶναι ἀνθρώπινα δυνατὸ, ὅμοιοι μὲ τὸν Θεό, γιατί «ἀνατέλλει τὸν ἥλιό Του σὲ πονηροὺς καὶ σ’ ἀγαθούς, καὶ βρέχει στοὺς δίκαιους καὶ στοὺς ἄδικους»39.
Ἂς γίνουμε, λοιπὸν, ὅμοιοι μὲ τὸν Πατέρα, γιατί λέγει: «Νὰ γίνεστε ὅμοιοι μὲ τὸν Πατέρα σας ποὺ βρίσκεται στοὺς οὐρανούς», γιὰ ν’ ἀξιωθοῦμε καὶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μὲ τὴ Χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου.Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου.Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου

Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν Ἅδη. Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο.
Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. Ὅταν λοιπὸν συντρίψει ὁ Χριστός, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διορθώσει;
 Οἱ βασιλεῖς ὅταν πρόκειται νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς καὶ ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ’ αὐτὸ πῶς θὰ χρειαστεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίστηκαν ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους.
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Θέλοντας νὰ δείξει ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς ὀνόμασε χάλκινες ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ χαλκό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ θανάτου.
Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ χαλκὸς καὶ ὁ σίδηρος ἐκφράζουν τὴν ἀκαμψία καὶ τὴ σκληρότητα, ἄκουσε τί λέει σὲ κάποιον ἀδιάντροπο: «Τὰ νεῦρα σου εἶναι ἀπὸ σίδηρο καὶ ὁ τράχηλος καὶ τὸ μέτωπό σου ἀπὸ χαλκό».
Καὶ ἐκφράστηκε ἔτσι ὄχι διότι εἶχε σιδερένια νεῦρα ἢ χάλκινο μέτωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔδειχνε πὼς εἶναι αὐστηρός, ἀδιάντροπος καὶ σκληρός.
Θέλεις νὰ μάθεις πόσο αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος καὶ ἀσυγκίνητος εἶναι ὁ θάνατος; Κανένας δὲν τὸν κατάφερε ποτὲ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο κάποιον ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους του, ἕως ὅτου ἦρθε καὶ τὸν ἀνάγκασε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων. Πρῶτα λοιπὸν συνέλαβε καὶ φυλάκισε ἐκεῖνον (τὸ θάνατο) καὶ ὕστερα τοῦ πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀνῆκε. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Θησαυροὶ ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι καὶ εἶναι κρυμμένοι καὶ δὲν φαίνονται».
Ἂν καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πράγμα, ἡ σημασία του εἶναι διπλή. Ὑπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ φωτιστοῦν, ἂν τοποθετήσουμε μέσα τοὺς λυχνία καὶ φῶς. Οἱ χῶροι ὅμως τοῦ Ἅδη ἦταν πολὺ σκοτεινοὶ καὶ θλιβεροὶ καὶ ποτὲ δὲν μπῆκαν μέσα τοῦ ἀκτίνες φωτός, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτήρισε σκοτεινοὺς καὶ ἀόρατους.
Ἐπειδὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα σκοτεινοὶ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ κατέβηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς κατελάμπρυνε μὲ τὸ φῶς του καὶ ἔκανε τὸν Ἅδη οὐρανό. Γιατί ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ τόπος μεταβάλλεται σὲ οὐρανό.
Εὔλογα ὀνομάζει τὸν Ἅδη σκοτεινὸ θησαυροφυλάκιο, γιατί ἐκεῖ ὑπῆρχε σωρευμένος πολὺς πλοῦτος. Πραγματικά, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ ἀποτελοῦσε πλοῦτο τοῦ Θεοῦ ληστεύτηκε ἀπὸ τὸν διάβολο ποὺ ἐξαπάτησε τὸν πρωτόπλαστο καὶ τὸν ὑποδούλωσε στὸ θάνατο.
Τὸ ὅτι τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀποτελοῦσε πλοῦτο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀποδεικνύει καὶ ὁ Παῦλος μὲ ὅσα λέει: «Ὁ Κύριος εἶναι πλούσιος σὲ ὅλους καὶ ἰδιαίτερα σ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐπικαλεῖται». Ὅπως, λοιπόν, ἕνας βασιλιάς, ὅταν συλλάβει κάποιον ληστή, ποὺ λήστευε τὶς πόλεις, ποὺ ἅρπαζε ἀπὸ παντοῦ, ποὺ κρυβόταν μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ ἀποθήκευε ἐκεῖ τὰ κλεμμένα πλούτη, ἀφοῦ φυλακίσει τὸν ληστή, ἐκεῖνον μὲν τὸν παραδίνει σὲ τιμωρία, τοὺς δὲ θησαυροὺς του μεταφέρει στὰ βασιλικὰ ταμεῖα, ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, μὲ τὸ θάνατό Του φυλάκισε τὸν ληστὴ καὶ τὸν δεσμοφύλακα, δηλαδὴ τὸν διάβολο καὶ τὸ θάνατο, καὶ μετέφερε ὅλα τὰ πλούτη, ἐννοῶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, στὰ βασιλικὰ ταμεῖα.
Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ Παῦλος λέγοντας: «Ὁ Κύριος μᾶς λύτρωσε ἀπ’ τὴν ὑποδούλωσή μας στὸ σκοτάδι καὶ μᾶς μετέφερε στὸ βασίλειο τῆς ἀγάπης του». Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιάς, τὴ στιγμὴ ποὺ κανένας ἄλλος βασιλιὰς δὲν καταδέχτηκε νὰ κάνει κάτι παρόμοιο, ἀλλὰ δίνει ἐντολὴ στοὺς ὑπηρέτες του νὰ ἐλευθερώσουν τοὺς φυλακισμένους. Ἐδῶ ὅμως δὲν συνέβη ἔτσι, ἀλλὰ ἦρθε ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιὰς στοὺς φυλακισμένους καὶ δὲν ντράπηκε οὔτε τὴ φυλακὴ οὔτε τοὺς φυλακισμένους. Γιατί ἦταν ἀδύνατο νὰ ντραπεῖ τὸ πλάσμα Του.
Καὶ συνέτριψε τὶς πύλες καὶ διέλυσε τοὺς μοχλοὺς καὶ κυριάρχησε στὸν Ἅδη καὶ ἐξαφάνισε ὅλη τὴ φρουρὰ καί, ἀφοῦ συνέλαβε δέσμιο τὸν δεσμοφύλακα (τὸν θάνατο), ἐπανῆλθε σ’ ἐμᾶς. Ὁ τύραννος μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος, ὁ ἰσχυρὸς δεμένος. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πέταξε τὰ ὅπλα του καὶ ἔτρεξε ἄοπλος καὶ δήλωσε ὑποταγὴ στὸ βασιλιά.
Εἶδες τί ἀξιοθαύμαστη νίκη; Εἶδες τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ; Νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἄλλο πιὸ ἀξιοθαύμαστο; Ἂν μάθεις μὲ ποιὸν τρόπο νίκησε ὁ Χριστός, ὁ θαυμασμός σου θὰ γίνει μεγαλύτερος. Μὲ τὰ ὅπλα δηλαδὴ ποὺ νίκησε ὁ διάβολος, μὲ τὰ ἴδια τὸν ὑπέταξε ὁ Χριστός. Ἀφοῦ τοῦ ἅρπαξε (ὁ Χριστὸς) τὰ ὅπλα του, μὲ ἐκεῖνα τὸν κατετρόπωσε.
Καὶ ἄκουσε πῶς; Παρθένος, ξύλο καὶ θάνατος ἦταν τὰ σύμβολα τῆς ἥττας μας. Παρθένος ἦταν ἡ Εὔα, γιατί δὲν εἶχε γνωρίσει ἀκόμα τὸν ἄνδρα της. ξύλο ἦταν τὸ δέντρο καὶ θάνατος ἡ τιμωρία τοῦ Ἀδάμ. Ἀλλὰ νά, καὶ πάλι Παρθένος καὶ ξύλο καὶ θάνατος, αὐτὰ τὰ σύμβολα τῆς ἥττας ἔγιναν σύμβολα τῆς νίκης.
Γιατί ἀντὶ τῆς Εὔας ἔχουμε τὴ Μαρία, ἀντὶ τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ, καὶ ἀντὶ τοῦ θανάτου ὡς τιμωρία τοῦ Ἀδάμ, τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Βλέπεις ὅτι ὁ διάβολος νικήθηκε μὲ τὰ ὅπλα πού νίκησε ἄλλοτε; Τὸν Ἀδὰμ πολέμησε ὁ διάβολος καὶ τὸν νίκησε κοντὰ στὸ δέντρο, τὸν διάβολο νίκησε ὁ Χριστὸς πάνω στὸ σταυρό.
Τὸ ξύλο τὴν πρώτη φορὰ ἔστελνε ἀπ’ τὸν Ἅδη στὴ ζωὴ ἀκόμη κι ὅσους εἶχαν πάει ἐκεῖ. Τὸ ξύλο ἐπίσης τὴν πρώτη φορὰ ἔκρυψε τὸν αἰχμάλωτο ποὺ ἦταν γυμνός, τὴ δεύτερη ἔδειχνε σ’ ὅλους γυμνὸ τὸ νικητὴ (τὸ Χριστὸ) ποὺ ἦταν κρεμασμένος ψηλά.
Καὶ ἀκόμη, ὁ πρῶτος θάνατος (τοῦ Ἀδὰμ) καταδίκασε κι ὅλους ἐκείνους ποὺ γεννήθηκαν μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ἐνῶ ὁ δεύτερος (τοῦ Χριστοῦ) ἀνάστησε κι ἐκείνους ἀκόμη ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ Ἐκεῖνον. «Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιγράψει μὲ λόγια τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου; Ἀπὸ νεκροὶ ποὺ ἤμασταν, γίναμε ἀθάνατοι. Αὐτὰ εἶναι τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ.
Ἔμαθες γιὰ τὴ νίκη; Ἔμαθες μὲ ποιὸν τρόπο ἐπιτεύχθηκε; Δὲς τώρα πῶς ἐπιτεύχθηκε χωρὶς κόπο. Δὲν βάψαμε τὰ ὅπλα μας στὸ αἷμα, δὲν παραταχθήκαμε σὲ θέση μάχης, δὲν τραυματιστήκαμε, οὔτε εἴδαμε κανέναν πόλεμο, κι ὅμως νικήσαμε.
Ἀγωνίστηκε ὁ Κύριος καὶ μεῖς στεφανωθήκαμε. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι καὶ δική μας ἡ νίκη, ἂς ψάλλουμε ὅλοι σήμερα σὰν στρατιῶτες ὕμνο ἐπινίκιο: «Κατανικήθηκε ὁ θάνατος καὶ κατατροπώθηκε. Ποῦ εἶναι θάνατε ἡ νίκη σου; Ποῦ εἶναι Ἅδη τὸ κεντρί σου;».

hristospanagia3.blogspot.gr