Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

O τελωνισμός των ψυχών

O τελωνισμός των ψυχών


Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ’ Αγίου Βλασίου Ιερόθεου Βλάχου
Ηλεκτρονική Επεξεργασία: Χρήστος Ναυπλιώτης
Σχετική με το προηγούμενο είναι και ή διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των άγιων Πατέρων για τον τελωνισμό των ψυχών. Στο σημείο αυτό θα εξετάσουμε διεξοδικότερα το θέμα πού έχει σχέση με το φοβερό μυστήριο του θανάτου. Και, φυσικά, αυτό θα γίνει, αφ’ ενός μεν γιατί το συναντούμε σε όλη την βιβλικοπατερική παράδοση και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφ’ ετέρου δε για να ετοιμαζόμαστε για την φοβερή ώρα του θανάτου. Τα επόμενα δεν γράφονται για να προκληθή αγωνία, αλλά για να αναπτυχθεί μετάνοια, ή όποια έχει συνέπεια την χαρά, γιατί εκείνος πού έχει την δωρεά του Άγιου Πνεύματος και είναι ενωμένος με τον Χριστό, αποφεύγει την φοβερή παρουσία και ενέργεια των τελωνίων.
Σύμφωνα με την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, η ψυχή κατά την έξοδο της από το σώμα, αλλά και προηγουμένως, όταν ετοιμάζεται να εξέλθη από αυτό, αισθάνεται την παρουσία των δαιμόνων πού λέγονται τελώνια, και διακατέχεται από φόβο επειδή θα διέλθη δια των τελωνίων.
Φυσικά, πρέπει από την αρχή να πούμε ότι τα τελώνια -οι δαίμονες- δεν έχουν κυριαρχία πάνω στους δικαίους, σε αυτούς πού ενώθηκαν με τον Χριστό. Οι δίκαιοι όχι μόνον δεν θα περάσουν από τα λεγόμενα τελώνια, αλλά και δεν θα διακατέχονται από τον φόβο τους. Όλα αυτά θα τα δούμε καλύτερα, όταν παραθέσουμε την διδασκαλία των αγίων Πατέρων. Ο χαρακτηρισμός της διόδου της ψυχής δια των δαιμόνων ως τελωνισμός είναι ειλημμένος από τους τελώνες της εποχής εκείνης. Είναι καλό να δούμε λίγο αυτό το θέμα, για να κατανοήσουμε γιατί οι Πατέρες χαρακτηρίζουν την διέλευση της ψυχής από τους δαίμονες τελωνισμό.
Τελώνες στην αρχαία εποχή ονομάζονταν εκείνοι πού αγόραζαν τους δημοσίους φόρους από το Κράτος και στην συνέχεια τους εισέπρατταν από τον λαό[48]. Οι τελώνες χωρίζονταν σε δύο τάξεις. Η πρώτη τάξη περιελάμβανε τους λεγόμενους «δημοσιώνας ή δεκατευτάς», πού ήταν ή πλουσιότερη τάξη και η ισχύς της εξουσίας, και ή δεύτερη περιελάμβανε τους λεγόμενους δασμολόγους. Οι πρώτοι ήταν οι γενικοί δημόσιοι εισπράκτορες, πού είχαν αγοράσει τους φόρους από την Πολιτεία, ενώ οι δεύτεροι ήταν οι έμμισθοι υπηρέτες των πρώτων, πού εισέπρατταν τους φόρους από τον λαό και τους έδιναν στους δημοσιώνες.
Οι δασμολόγοι ήταν άδικοι αφού εισέπρατταν φόρους περισσότερους από όσους έπρεπε να αποδώσουν στους κυρίους τους. Γι’ αυτό και είχαν πολύ κακή φήμη στις αρχαίες κοινωνίες. Ο Πλάτων έλεγε ότι είναι βαρείς οι τελώνες, όχι τόσο όταν εισπράττουν τους φόρους από τα εμφανή των εισαγομένων, «αλλά όταν τα κεκρυμμένα ζητούντες, εν αλλοτρίοις σκεύεσι και φορτίοις αναστρέφονται». Γι’ αυτό, όταν ο Θεόκριτος ρωτήθηκε ποια είναι τα ωμότερα θηρία, απήντησε: «εν μεν όρεσιιν άρκτοι και λέοντες, εν δε πόλεσι τελώναι και συκοφάνται».
Οι τελώνες, στην προσπάθειά τους να εισπράξουν όσο το δυνατόν περισσότερους φόρους, και μάλιστα για να μην τους ξεφύγουν μερικοί που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην βαρύτατη και άδικη φορολογία, επινοούσαν διαφόρους τρόπους, δηλαδή, παραμόνευαν σε στενούς δρόμους και ουνελάμβαναν τους περαστικούς, εξαναγκάζοντάς τους να δώσουν τα οφειλόμενα- Πρόκειται για μια σκηνή πολύ δυσάρεστη και μισητή στους ανθρώπους της εποχής εκείνης.
Αυτήν ακριβώς την γνώριμη και μισητή εικόνα χρησιμοποιούν οι Πατέρες για να δώσουν στους ανθρώπους της εποχής εκείνης να καταλάβουν σε τι συνίσταται το φοβερό μυστήριο του θανάτου και τι φοβερά πράγματα εκτυλίσσονται κατά την ώρα που η ψυχή ετοιμάζεται να αποχώρηση, και κυρίως όταν εξέρχεται από το σώμα του ανθρώπου. Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος θα πει πολύ χαρακτηριστικά: «Ώσπερ εισίν οι τελώναι καθεζόμενοι εις τας στενός οδούς και κατέχοντες τους παριόντας και διασείοντες. ούτω και οι δαίμονες επιτηρούσι και κατέχουοι τας ψυχάς και εν τω εξέρχεσθαι αυτάς εκ του σώματος· εάν μη τελείως καθαρισθώσιν, ουκ επιτρέπονται ανελθείν εις τας μονάς του ουρανού και απαντήσαι τω Δεσπότη αυτών· καταφέρονται γαρ υπό των αερίων δαιμόνων»[49].
Βέβαια, η εικόνα των τελωνίων ανήκει στην πραγματικότητα της εποχής εκείνης. Όμως η διδασκαλία ότι οι δαίμονες κατά την έξοδο της ψυχής προσπαθούν να καταλάβουν την ψυχή του ανθρώπου αναφέρεται σε πολλά κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας. Ήδη προηγουμένως είδαμε ότι, μετά τον θάνατο, τις μεν “ψυχές των δικαίων παραλαμβάνουν οι άγγελοι, τις δε ψυχές των αμαρτωλών και αμετανόητων παραλαμβάνουν οι δαίμονες. Με το μίσος που έχουν οι δαίμονες εναντίον των ανθρώπων θα ήθελαν όλους να κυριεύσουν και να τους έχουν στην εξουσία τους αιωνίως. Αλλά δεν μπορούν να έχουν εξουσία επάνω στους δικαίους.
Βασικό χωρίο το όποιο ερμηνεύουν οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφορικά με τα τελώνια είναι το λεγόμενο από τον Χριστό λίγο πριν το Πάθος Του: «έρχεται γαρ ο του κόσμου άρχων και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιω. ιδ’, 30). Ο άρχων του κόσμου είναι ο κοσμοκράτορας του κόσμου, ο διάβολος. Λέγεται κοσμοκράτορας όχι γιατί είναι πραγματικά ο άρχων και εξουσιαστής όλου του κόσμου, αλλά επειδή εξουσιάζει τον κόσμο της αδικίας. Ο Χριστός διακηρύσσει ότι ο διάβολος δεν έχει εξουσία πάνω Του. Αναφέρεται, βέβαια, εδώ στον διάβολο και τον θάνατο.
Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στους νεκρούς πνευματικά ανθρώπους, τους εστερημένους της Χάριτος του θεού γράφει: «Και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασι και ταις αμαρτίαις, εν αις ποτέ περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας» (Εφ. Β’, 1-2). Στο χωρίο αυτό φαίνεται ότι οι άνθρωποι νεκρώνονται με τις αμαρτίες και την ενέργεια του διαβόλου.
Επίσης ο διάβολος χαρακτηρίζεται άρχων της εξουσίας του αέρος γιατί βρίσκεται στην ατμόσφαιρα και συνεχώς πολεμά τους ανθρώπους. Αυτήν ακριβώς την εικόνα έχουν υπ’ όψη τους οι Πατέρες και λένε ότι, όταν η ψυχή εξέρχεται από το σώμα και διέρχεται δια του αέρος προς τον ουρανό, συναντάται με τον άρχοντα του αέρος. Ακόμη, στο χωρίο αναφέρεται ότι ο άρχων αυτός ενεργεί και τώρα στους υιούς της απειθείας.
Υπάρχουν πολλά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης τα όποια χρησιμοποιούνται από τους Πατέρες για να δηλώσουν τον λεγόμενο τελωνισμό των ψυχών, θα ήθελα να αναφέρω δύο από αυτά. Το ένα προέρχεται από ψαλμό του Δαυίδ, όπου εκεί ο Προφητάναξ, αναφερόμενος στον Θεό, λέγει: «Κύριε ο Θεός μου, επί σοι ήλπισα, σώσόν με εκ πάντων των διωκόντων με και ρυσαί με, μήποτε αρπάση ως λέων την ψυχήν μου, μη όντος λυτρουμένου μηδέ σώζοντος» (Ψαλμ. ζ’, 2 3).
Το άλλο χωρίο υπάρχει στο βιβλίο του Προφήτου Ιερεμίου. Εκεί λέγεται: «και εγένετο ως πυρ καιόμενον φλέγον εν τοις οστέοις μου, και παρείμαι πάντοθεν και ου δύναμαι φέρειν, ότι ήκουσα ψόγον πολλών συναθροιζομένων κυκλόθεν» (Ίερ. κ’, 9-10).
Ύστερα από την παράθεση των βασικοτέρων χωρίων πού ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες, θα προχωρήσουμε στην διδασκαλία τους για τον λεγόμενο τελωνισμό των ψυχών. Πρέπει να πούμε ότι θα παραθέσουμε κατ’ αρχάς την διδασκαλία τους για τον τελωνισμό και στην συνέχεια θα αναφέρουμε την μυστική ερμηνεία για την κατάσταση αυτή. Όπως θα φανή καθαρότερα στα επόμενα, οι ψυχές των δικαίων δεν διακατέχονται από φόβο, επειδή έχουν την Χάρη του Θεού και οι δαίμονες δεν έχουν εξουσία πάνω τους. Οι ψυχές των αμετανόητων διακατέχονται από αγωνία και υπόκεινται στην επίδραση των δαιμόνων, αλλά και την ενέργεια των παθών. Υπάρχουν οι δαίμονες, αλλά δια του τελωνισμού εννοείται και η ενέργεια των παθών. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε αυτό το σημείο, γιατί η άγνοιά του δημιουργεί εσφαλμένες αντιλήψεις. Ο αναγνώστης αυτού του κεφαλαίου πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην μελέτη της πατερικής διδασκαλίας.
Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας το ψαλμικό χωρίο «σώσόν με εκ πάντων των διωκόντων με, και ρύσαί με, μήποτε αρπάση ως λέων την ψυχήν μου» (Ψαλμ. ζ’, 2- 3) λέγει, ότι οι γενναίοι άνθρωποι που αγωνίσθηκαν σε ολόκληρη την ζωή τους εναντίον των αοράτων εχθρών, προς το τέλος της ζωής τους «ερευνώνται υπό του άρχοντος του αιώνος», ώστε αν ευρεθούν να έχουν τραύματα ή στίγματα ή αποτυπώματα αμαρτημάτων να τους κρατήσουν αιχμαλώτους. Εάν όμως ευρεθούν άτρωτοι και άσπιλοι, τότε «ως ακράτητοι όντες ως ελεύθεροι υπό Χριστού αναπαύσωνται». Γι’ αυτό ο ευρισκόμενος υπό το κράτος του θανάτου, επειδή γνωρίζει ότι «είς ο σώζων, είς ο λυτρούμενος», κράζει προς τον Χριστό τον σώζοντα: «ρύσαι δε με εκεί εν τω καιρώ της ερεύνης, μη ποτέ αρπάση ως λέων την ψυχήν μου». Και ο μεν Χριστός, επειδή ήταν απηλλαγμένος από την αμαρτία, είπε τον λόγο: «νυν ο άρχων του κόσμου τούτου έρχεται, και εν εμοί έξει ουδέν», για τον άνθρωπο, όμως, είναι αρκετό να πει ότι έρχεται ο άρχων του κόσμου και σε μένα «έξει ολίγα και μικρά»[50].
Η ώρα του θανάτου είναι φοβερή γιατί τότε ο άνθρωπος ενθυμείται τα αμαρτήματά του αλλά και διότι βλέπει φοβερά πράγματα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μαρτυρεί ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι πού διηγούνται φοβερές οπτασίες, τις όποιες δεν μπορούν οι απερχόμενοι να αντικρίσουν. Είναι τόσο φοβερές ώστε «και την κλίνην αυτήν μετά πολλής της ρύμης τινάσσουσι κείμενοι, και φοβερόν ενορώσι τοις παρούσι».
Δηλαδή, από τον φόβο της ψυχής ταράσσεται και το σώμα, και ο άνθρωπος κάνει ενέργειες πολύ συνταρακτικές. Και ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει ότι εάν φοβόμαστε στην θέα φοβερών ανθρώπων, πόσο μάλλον θα φοβόμαστε, όταν δούμε κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα. «αγγέλους απειληφότας (να μας απειλούν) και δυνάμεις απότομους…». Η ψυχή που αποχωρίζεται το σώμα θρηνολογεί άσκοπα και μάταια[51].
Στο θέμα αυτό αναφέρεται και ο άγιος Συμεών ό νέος θεολόγος, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι εκείνος πού έχει το Φως του Θεού νικά τους δαίμονες πού έρχονται πλησίον του, γιατί οι δαίμονες καίγονται από το θείο Φως. Αυτό γίνεται και τώρα, όσο ό άνθρωπος ευρίσκεται στην θεωρία και ενδύεται το Φως του Θεού. Πολύ περισσότερο θα γίνη κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα. Λέγει ότι δεν θα υπάρχει κανένα όφελος για τον Χριστιανό από τον πνευματικό αγώνα που διεξάγει, εάν δεν καταφλεχθή ο διάβολος από το Φως του Θεού. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η ουσία και ο σκοπός της πνευματικής ζωής είναι να ενωθεί ό άνθρωπος με το Φως. Γράφει ο άγιος Συμεών:
«Ει μη ο άρχων έλθοιε του σκότους και την δόξαν ίδοι συνούσα μοι την σην και αισχυνθή εις άπαν, ο σκοτεινός καταφλεχθείς απροσίτω φωτί σου, και αι δυνάμεις άπασαι συν αυτώ εναντίαι τραπήσονται σημείωσιν σφραγίδος σης ίδουσαι, καγώ δε διελεύσομαι θαρρών τη χάριτί σου, ατρέμας όλος, και προς σε εγγίσω και προσπέσω, τι μοι των νυν το όφελος εν εμοί γινομένων;»[52].
Οι δαίμονες, που θέλουν έστω και την τελευταία στιγμή να καταλάβουν την ψυχή του ανθρώπου, χαρακτηρίζονται από τον άγιο Διάδοχο Φωτικής ταρτάριοι άρχοντες, δηλαδή άρχοντες του άδου. Ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό δεν θα διακατέχεται από φόβο, γιατί η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο, και θα προσπέραση ελεύθερα «τους ταρταρίους- άρχοντας». Η ψυχή του ανθρώπου που χαίρεται με την αγάπη του Θεού, κατά την ώρα της εξόδου, «επάνω πασών των σκοτεινών παρατάξεων συν τοις αγγέλοις της ειρήνης φέρεται»[53].
Έτσι, οι άγιοι Πατέρες δεν αρκούνται να τονίζουν την ύπαρξη των δαιμόνων και την επιθετική μανία τους εναντίον των ανθρώπων, αλλά τονίζουν και τον τρόπο με τον όποιο μπορούμε να ξεφύγουμε τις απειλές τους. Με την τελεία εξαγόρευση των αμαρτιών απαλλάσσεται κανείς από την δειλία και τον φόβο, γεμίζει από την αγάπη του Χριστού και τότε ελευθερώνεται από την κακία των δαιμόνων. Ο διάβολος δεν έχει καμιά εξουσία πάνω του.
Ο αββάς Ησαΐας ονομάζει τους δαίμονες, που πλησιάζουν την ψυχή όταν εξέρχεται από το σώμα, «άρχοντας του σκότους» και «άρχοντας της πονηρίας». Διδάσκει ότι όταν η ψυχή του ανθρώπου εξέρχεται από το σώμα πορεύονται μαζί της οι άγγελοι. Τότε, όμως, εξέρχονται και οι δυνάμεις του σκότους για να την συναντήσουν και να την κατακυριεύσουν. Την στιγμή εκείνη οι άγγελοι δεν πολεμούν με τους δαίμονες, αλλά τειχίζουν τον άνθρωπο με τα καλά έργα τα όποια έχει διαπράξει. Όταν ο άνθρωπος νικήση τους δαίμονες, λόγω των καλών έργων πού έχει διαπράξει στην ζωή του, τότε «χαρήσονται μετ’ αυτού οι Άγγελοι, όταν ίδωσιν αυτόν, απαλλαγέντα των εξουσιών του σκότους». Γι’ αυτό και ο αββάς Ησαΐας προτρέπει να αγαπήσουμε την ειρήνη, την φιλανθρωπία, την μελέτη του Θεού και την δικαιοσύνη Του, να παραβλέψουμε την χρεία του κόσμου και την τιμή του κ.λ.π.[54].
Στο Γεροντικό υπάρχει ή διδασκαλία του Θεοφίλου Αρχιεπισκόπου σχετικά με το θέμα πού μας απασχολεί, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά τον καιρό της εξόδου γίνεται ένα δικαστήριο μεταξύ των αγγέλων και των δαιμόνων. Οι δαίμονες παρουσιάζουν «πάντα τα εν γνώσει και αγνοία αμαρτήματα τα από γενέσεως μέχρι της τελευταίας ώρας αυτής» και κατηγορούν τον άνθρωπο. Επίσης, οι άγγελοι αναφέρουν τα καλά έργα που έπραξε η ψυχή του συγκεκριμένου ανθρώπου, Τότε η κρινομένη ψυχή βρίσκεται σε μεγάλο φόβο.
Αν νικήσουν οι δαίμονες ακούγεται η φωνή: «αρθήτω ο ασεβής, ίνα μη ίδη την δόξαν Κυρίου». Αν όμως εξέλθη νικήτρια και της δοθή η ελευθερία, ντροπιάζονται οι δαίμονες, οι δε άγγελοι παραλαμβάνουν την ψυχή και την οδηγούν «εις την ανεκλάλητον χαράν εκείνην και δόξαν»[55].
Τις απόψεις αυτές συναντούμε σε πολλά κείμενα των Πατέρων. Ο Ησύχιος ο Πρεσβύτερος εύχεται, ώστε, όταν έλθη ο άρχων του σκότους, να βρη λίγα ανομήματα και ευτελή[56]. Διδάσκει δε ότι, όταν ή ψυχή έχη μαζί της τον Χριστό, τότε «αυτός ποιήσει την εκδίκησιν αυτής εν τάχει»[57].
Επίσης, ο όσιος Θεόγνωστος λέγει ότι ο δίκαιος ανέρχεται στον ουρανό με ειρήνη «προς τον υψόθεν ήκοντα φαιδρόν τε και ιλαρόν άγγελον» και με την βοήθεια του διαπερνά ανεμποδίστως τον αέρα, χωρίς καθόλου να παραβλάπτεται «υπό των της πονηρίας πνευμάτων»[58].
Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν όλα αυτά όχι από την φαντασία τους, αλλά από αποκαλυπτικές εμπειρίες. Άλλοτε τους τα απεκάλυψαν άλλοι άγιοι άνθρωποι και άλλοτε οι ίδιοι, φωτιζόμενοι από τον Θεό, είχαν τέτοιες φοβερές εμπειρίες.
Ο Μέγας Αντώνιος έφθασε κάποτε στο σημείο να δει προσωπικά τέτοια φοβερά πράγματα. Ευρισκόμενος στο κελί του, έφθασε σε αρπαγή και τότε είδε τον εαυτό του να βγαίνη από το σώμα του και να πορεύεται στον αέρα, οδηγούμενο προφανώς από αγγέλους. Κάποιοι πικροί και φοβεροί τους εμπόδισαν να ανέλθουν στον ουρανό και ζητούσαν λόγο για μερικές πράξεις. Τότε οι οδηγούντες τον Μ. Αντώνιο πολεμούσαν με τους δεινούς εκείνους δαίμονες, λέγοντας ότι επειδή όσα διέπραξε από την γέννηση του τα συνεχώρησε ο Θεός, να τον κατηγορήσουν μόνον για όσα έπραξε από την στιγμή πού έγινε μοναχός. «Τότε κατηγορούντων και μη ελεγχόντων, ελευθέρα γέγονεν και ακώλυτος η οδός»[59].
Σε μια φοβερή διήγηση του Μ. Αντωνίου αναφέρεται το έξης: Κατά την διάρκεια της νύκτας μια φωνή ξύπνησε τον Μ. Αντώνιο και τον προέτρεψε να βγει από το κελί του για να δει. Τότε πραγματικά είδε κάποιον «μακρόν, αειδή και φοβερόν», που ήταν ο διάβολος, να στέκεται όρθιος, έχοντας υψωμένα τα χέρια του, και άλλους να εμποδίζει να ανέρχονται, αφού τους κρατούσε, και για άλλους να τρίζη τα δόντια του, γιατί του ξέφυγαν και ανέβαιναν στον ουρανό. Αποκαλύφθηκε δε στον Μ. Αντώνιο ότι αυτό το φοβερό θέαμα «των ψυχών είναι την πάροδον»[60].
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης περιγράφει ένα φοβερό θέαμα, πού είδε ο ερημίτης Στέφανος, που ησκείτο στο όρος Σινά, κοντά στο σπήλαιο του Προφήτη Ηλία. Την παραμονή του θανάτου του, ενώ είχε τα μάτια του ανοικτά, περιέπεσε σε έκσταση και παρατηρούσε γύρω από την κλίνη του, πότε δεξιά και πότε αριστερά. Τον άκουγαν οι παριστάμενοι να αποκρίνεται σαν να τον ανέκριναν κάποιοι. Άλλοτε έλεγε: «ναι, όντως είναι αλήθεια· αλλ’ ενήστευσα τοσούτους χρόνους υπέρ τούτου». Άλλοτε έλεγε: «ουχί· όντως ψεύδεσθε, τούτο ουκ εποίησα». Άλλοτε «ναι, αληθώς τούτο· ναι· αλλ’ έκλαυσα· αλλά διηκόνησα». Άλλοτε έλεγε «όντως κατηγορείτε μου». Μερικές φορές έλεγε, «ναι αληθώς, ναι· και προς ταύτα τι ειπείν ουκ έχω· εν τω Θεώ εστί το έλεος». Και ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης προσθέτει ότι ήταν ένα θέαμα φρικτό και φοβερό «και αόρατον και ασυγχώρητον λογοθέσιον». Το δε φοβερότερο ήταν ότι τον κατηγορούσαν για πράγματα τα όποια δεν είχε πράξει[61].
Από όσα παραθέσαμε φαίνεται ότι σε όλη την παράδοση της Εκκλησίας γίνεται λόγος για την ύπαρξη των τελωνίων, πού είναι τα δαιμόνια, τα εναέρια πνεύματα, τα οποία όχι μόνο σε όλη την ζωή πολεμούν από μίσος και κακία τον άνθρωπο, αλλά κυρίως και προ παντός προ της εξόδου και μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα.
Στην παράδοση, όμως της Εκκλησίας φαίνεται καθαρά ότι οι δαίμονες δεν έχουν κυριαρχία πάνω στους ανθρώπους του Θεού, γιατί όσοι είναι ενδεδυμένοι τον Θεό δεν περνούν τέτοιο μαρτύριο. Εάν στον Χριστό ο άρχων του κόσμου δεν είχε καμιά εξουσία, αυτό συμβαίνει και με τους ανθρώπους εκείνους πού είναι ενωμένοι μαζί Του. Γι’ αυτό και οι Πατέρες συνιστούν ότι πρέπει να ζούμε εκκλησιαστικά, με μετάνοια, εξομολόγηση και εργασία πνευματική, να ζούμε μέσα στην Εκκλησία και να κοιμηθούμε μέσα στην Εκκλησία με την ορθόδοξη πίστη, τις ευχές των Πατέρων μας, ώστε να μην έχει εξουσία πάνω μας ο άρχων του σκότους και τα πνεύματα της πονηρίας.
Γεγονός πάντως είναι ότι, κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα γίνεται μεγάλη μάχη, κυρίως σε ανθρώπους που έχουν ελλιπή κάθαρση. Το φοβερό είναι ότι πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας πεθαίνουν χωρίς να έχουν συνείδηση της συγκλονιστικής ώρας του θανάτου. Δηλαδή, οι ασθένειες της εποχής μας, αλλά και η δυνατή φαρμακευτική αγωγή αλλοιώνουν την ψυχοσωματική συγκρότηση του ανθρώπου και τον δυσκολεύουν να περάσει με κατάλληλη προσοχή, φόβο Θεού και προσευχή αυτές τις κρίσιμες ώρες. Και, βέβαια, τα φάρμακα βοηθούν να μην πονούμε από τις ασθένειες, αλλά, όμως, αλλάζουν και όλη την ψυχοσωματική μας συγκρότηση και δεν μας επιτρέπουν να έχουμε συνείδηση αυτών των γεγονότων και να ζητήσουμε το έλεος από τον Θεό.
Οι ώρες αυτές είναι πολύ κρίσιμες. Γι’ αυτό και όσοι έχουν φόβο Θεού και επίγνωση των κρισίμων στιγμών προσεύχονται να συνειδητοποιήσουν τα γεγονότα της ώρας εκείνης. Πραγματικά, είναι ευκαιρία ό άνθρωπος να μετανοήσει για όσα έχει διαπράξει, να ζήτηση το έλεος του Θεού. Η νήψη, κατά την φρικτή αυτήν ώρα, είναι σπουδαιότατο έργο. Γι’ αυτό και η Εκκλησία εύχεται στον Θεό να μας απαλλάξει από «αιφνιδίου θανάτου».
Την ύπαρξη όμως των τελωνίων πρέπει να την δούμε από δύο πλευρές. Η μια πλευρά είναι το μίσος των δαιμόνων και η άλλη η ύπαρξη των παθών. Στην πατερική διδασκαλία παρατηρούμε ότι γίνεται και μια άλλη ερμηνεία των τελωνίων. Χωρίς, βέβαια, να παραβλέπεται η διδασκαλία περί της υπάρξεως των αρχόντων του σκότους και των πνευμάτων της πονηρίας.
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να στρέψουμε την προσοχή μας και στην μυστική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας για τα τελώνια.
Είπαμε και προηγουμένως ότι, όταν ή ψυχή του ανθρώπου πρόκειται να φύγει από το σώμα, επανέρχεται η ενθύμηση των αμαρτημάτων, τα οποία ο άνθρωπος διέπραξε στην ζωή του. Είναι μια πραγματικά αφόρητη κατάσταση. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται σε αυτό το γεγονός. Λέγει ότι την τελευταία ημέρα της βιολογικής ζωής του ανθρώπου «συστρέφει ψυχήν αμαρτήματα», δηλαδή, τα αμαρτήματα ανακατεύουν την ψυχή. Πρόκειται περί των παθών τα όποια «κάτωθεν την καρδίαν ανακινεί»[62]. Τα πάθη ζητούν ικανοποίηση, αλλά ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Πρόκειται για φοβερή κατάσταση.
Η ανικανοποίητη αυτή επιθυμία της ψυχής εντείνεται ακόμη περισσότερο, όταν αποχωρίζεται από το σώμα. Ο άγιος Γρήγορος ο Νύσσης θέτει στο στόμα της αδελφής του Μακρίνης μια τέτοια ερμηνεία. Λέγει ότι, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους, που για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμειναν σε τόπους βρωμερούς να μην απαλλάσσονται από την αηδία της βρωμιάς, έστω κι αν στην συνέχεια κατοικούν σε καθαρό αέρα, το ίδιο γίνεται με την ψυχή όταν αποχωρίζεται από το σώμα. Οι φιλόσαρκοι άνθρωποι, έστω κι αν στράφηκαν στον αειδή και λεπτό βίο, δεν απαλλάσσονται από την σαρκική δυσωδία. Ακριβώς τότε η ψυχή γίνεται υλωδεστέρα και δι’ αυτού του τρόπου «πλέον αυτοίς η οδύνη βαρύνεται». Και ο άγιος Γρηγόριος προσθέτει ότι, αν είναι αλήθεια αυτό που λέγουν μερικοί, ότι παρουσιάζονται σκιές φαντασμάτων των νεκρών στους τόπους που είναι τα σώματά τους αυτό είναι δείγμα ότι η ψυχή δεν θέλει να αποχωρισθή από τον σαρκικό βίο, έστω κι αν εξήλθε από το σώμα. Η παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, όπου φαίνεται ότι ο Πλούσιος ευρισκόμενος στον Άδη ενδιαφερόταν για τους συγγενείς του, αποδεικνύει ότι πραγματικά οι ψυχές των φιλόσαρκων ανθρώπων δεν μπορούν να αποχωρισθούν τα πάθη, που συνιστούν τον σαρκικό βίο[63].
Ξέρουμε από την Ορθόδοξη Παράδοση ότι υπάρχουν πάθη σωματικά και πάθη ψυχικά. Επειδή υπάρχει ενότητα μεταξύ ψυχής και σώματος, γι’ αυτό υπάρχει σχέση μεταξύ ψυχικών και σωματικών παθών. Τα ψυχικά πάθη ενεργούν δια των αισθήσεων του σώματος.
Όταν η ψυχή απαλλαγή από το σώμα, τότε δεν μπορεί να ικανοποίηση τα πάθη της. Τα ανικανοποίητα πάθη δημιουργούν αφόρητο πόνο και πνιγηρά κατάσταση, πνίγουν την ψυχή. Αυτό συνιστά πραγματική κόλαση και φοβερή οδύνη. Γι’ αυτό και οι άγιοι Πατέρες συνιστούν την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη όσο καιρό βρίσκεται στον παρόντα βίο, ώστε να είναι απαλλαγμένη και ελεύθερη μετά την έξοδο της. Πρέπει να την ικανοποιεί και την ελκύει αυτός ο ίδιος ο Θεός.
Υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα για την ψυχή μετά την έξοδο της από το σώμα. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει ότι κάθε φύση ελκύεται από τα όμοια τα συγγενή της. Έτσι και η ψυχή ελκύεται προς το θείο και συγγενές της, αφού ο άνθρωπος συγγενεύει με τον Θεό, φέροντας μέσα του τα μιμήματα του αρχετύπου. Η ψυχή, μετά την έξοδο της από το σώμα είναι ελαφρά από κάθε σωματική αλγηδόνα, γι’ αυτό η προσχώρηση προς το επισπώμενο γίνεται εύκολη και ευχάριστη, δηλαδή πορεύεται εύκολα προς τον Θεό. Αν όμως η ψυχή είναι ενωμένη με τα υλικά και τους ήλους των παθών, τότε υποφέρει και πάσχει, όπως πάσχει και το σώμα κατά την διάρκεια των σεισμών, όταν δεν είναι μόνον καταπλακωμένο από το βάρος των προσχωμάτων, αλλά είναι δυνατόν να κατατρυπάται και από διάφορα αιχμηρά αντικείμενα, πού βρίσκονται μέσα στο χώμα[64].
Αυτό ακριβώς συνιστά το μεγάλο μαρτύριο της ψυχής. Βιώνει ένα τρομερό, θα λέγαμε, διχασμό. Αφ’ ενός μεν θέλει να ανέλθει προς τον Θεό και να ενωθεί μαζί Του, αφού είναι εικόνα Του, αφ’ ετέρου δε δυσκολεύεται από τα πάθη που την κατατρυπούν, την πιέζουν και την βασανίζουν. Και αυτή η άποψη είναι ένα μέρος της ερμηνείας των αγίων Πατέρων για τα τελώνια. Το μαρτύριο της ψυχής που χωρίζεται από το σώμα το περιγράφει κατά τρόπο θαυμάσιο και ρεαλιστικό ο αβάς Δωρόθεος. Λέγει ότι κατά την διάρκεια της ζωής αυτής η ψυχή παρηγορείται δια του περισπασμού της από τα πάθη. Μπορεί να αισθάνεται μεγάλη οδύνη μεγάλο και τρομερό πόνο άλλα δια του σώματος και των παθών μπορεί να παρακληθεί και να απαλύνει τον πόνο της. Σε μια τέτοια μελαγχολική και φρικτή κατάσταση ο άνθρωπος «τρώγει, πίνει, κοιμάται, συντυγχάνει, απάγεται μετά αγαπητών», δηλαδή ψυχαγωγείται με αγαπητά του πρόσωπα. Έτσι, λοιπόν, παρηγορείται μερικώς και διευκολύνεται να ξεχνά το βαθύτερο πρόβλημα που τον απασχολεί. Όταν όμως η ψυχή εξέρχεται από το σώμα, «μονούται αυτή και τα πάθη αυτής, και λοιπόν κολάζεται πάντοτε υπ’ αυτών». Τότε η ψυχή φλέγεται από την ενόχληση των παθών, διασπαράσσεται από αυτά και δεν μπορεί να μνημονεύει τον Θεό. Αυτό είναι μια πραγματική τραγωδία, γιατί τότε, λόγω και της μη υπάρξεως του σώματος, δεν μπορεί να αισθανθεί και την παραμικρή παράκληση.
Στην συνέχεια ο αββάς Δωρόθεος χρησιμοποιεί ένα καταπληκτικό παράδειγμα. Αν κάποιος άνθρωπος κλεισθεί σε ένα σκοτεινό κελί, χωρίς να φάγη τρεις ήμερες, ούτε να πιει, ούτε να κοιμηθεί, χωρίς να συνομιλήσει με κανέναν, να μη ψάλει, να μην προσεύχεται, ούτε να μνημονεύει καθ’ ολοκληρίαν τον Θεό, τότε θα πληροφορηθή «τι ποιούσιν εις αυτόν τα πάθη». Πραγματικά, σε μια τέτοια κατάσταση εξαγριώνεται η ψυχή και όλος ο άνθρωπος. Αυτό το επιβεβαιώνουν διάφοροι πού δοκιμάζουν το μαρτύριο των βασανιστηρίων και της φρικτής φυλακής. Αν αυτό συμβαίνει και όσο η ψυχή συνδέεται με το σώμα, ποσό μάλλον όταν εξέλθει από το σώμα και απομονωθεί μαζί με τα πάθη.
Χρησιμοποιεί ο αβάς Δωρόθεος και την εικόνα του αρρώστου που καίγεται από τον πυρετό. Αυτό, φυσικά, δημιουργεί και πολλά άλλα προβλήματα, ιδιαιτέρως αν ο άνθρωπος έχει σώμα μελαγχολικό και δύσκρατο. Το ίδιο συμβαίνει και με την εμπαθή ψυχή. «Πάντοτε κολάζεται η αθλία υπό της ιδίας κακοεξίας έχουσα αεί την πικράν μνήμην και την επώδυνον αδολεσχίαν των παθών καιόντων αεί και καταφλεγόντων αυτήν». Αν σε αυτό το βάσανο και μαρτύριο της ψυχής προσθέσει κανείς και τους φοβερούς τόπους της Κολάσεως και τους δαίμονες και το πυρ και το σκότος κ.λ.π. τότε καταλαβαίνει το μαρτύριο και το βάσανο της ψυχής, μετά την έξοδο της και την παραμονή της στον Άδη και την Κόλαση[65].
Τα όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν τι ακριβώς είναι τα τελώνια, για τα οποία γίνεται λόγος στα πατερικά κείμενα. Αφ’ ενός μεν είναι τα πάθη της ψυχής, τα όποια λόγω της μη υπάρξεως του σώματος δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, και, φυσικά, αυτά τα πάθη πνίγουν την ψυχή, αφ’ έτερου δε είναι οι πονηροί δαίμονες, οι όποιοι είχαν αποκτήσει κυριαρχία πάνω στους εμπαθείς ανθρώπους και είναι φυσικό μετά την έξοδο της ψυχής να έχουν μεγαλύτερη κυριαρχία πάνω τους. Οι δίκαιοι άνθρωποι, που κατά την διάρκεια της ζωής τους καθάρισαν την ψυχή και το σώμα από ψυχικά και σωματικά πάθη και έχουν ενδυθεί τον αρραβώνα του Πνεύματος και ενώθηκαν με τον Θεό, αποφεύγουν την εξουσία των τελωνίων, αφού οι δαίμονες δεν έχουν καμία εξουσία πάνω τους. Η ψυχή των δικαίων οδηγείται ελεύθερη και απερίσπαστη προς τον Θεό, με τον οποίο είναι ενωμένη.
Έτσι, λοιπόν, όλο το πρόβλημα δεν είναι να φοβόμαστε τα τελώνια, αλλά να θεραπεύσουμε την ψυχή μας και όλη μας την ύπαρξη, όσο ζούμε στον κόσμο αυτόν, από τα πάθη, να μετέχουμε της ακτίστου Χάριτος του Θεού, ώστε τότε η έξοδος της ψυχής από το σώμα να είναι υπόθεση χαράς και ευφροσύνης.
Αποσπασμα από το βιβλίο: «Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ»
του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ι. Βλάχου, εκδόσεις «Πελαγία», σελ 66-84
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
48. Βλ. εκτενή ανάλυση εις Γ. Κωνσταντίνου; Λεξικόν των αγίων Γραφών, έκδ. Γρηγόρη, σελ. 966
49. Μακαρίου Αιγυπτίου, Φιλοκαλία Νηπτικών και Ασκητικών, έκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 7ος, σελ. 580
50. Μ. Βασιλείου έργα. 5 ΕΠΕ, σελ. 44-46
51. Ιωάννου Χρυσοστόμου έργο. 11 ΕΠΕ, σελ. 170
52. sc 174, σελ. 310
53. Διαδόχου Φωτικής, Φιλοκαλία Νηπτικών καί ασκητικών, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 9ος, σελ, 286
54. Ευεργετινός, ένθ. άνωτ. σελ.101-102
55. ένθ. άνωτ. σελ. 102-103
56. Ησυχίου Πρεσβυτέρου. Φιλοκαλία. έκδ. Παπαδημητρίου, τόμος Α’, σελ. 166, ρξα’
57. ένθ. άνωτ. σελ. 164, ρμθ’
58. Οσίου Θεογνώοτου, Φιλοκαλία, έκδ. Παπαδημητρίου, τόμος Β’. σελ. 267, ξα’
59. Ευεργετινός, ένθ. άνοτ. σελ. 99
60. ενθ. άνωτ. σελ. 100
61. Κλίμαξ Ιωάννου Σιναϊτου, έκδ. Παπαδημητρίου, σελ. 67
62. Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ. τόμος 11, σελ. 168
63. Γρηγορίου Νύσσης εργα. 1 ΕΠΕ, σελ. 298-300
64. ενθ. ανωτ. σελ. 310
65. Αββά Δωροθέου, Φιλοκαλία Νηπτικών και ασκητικών, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», τόμος 12, σελ. 496-498.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

7 Φεβ 2013 Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ & ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ

7 Φεβ 2013

Μητροπολίτης Χίου,Μάρκος, Η Εκκλησία και οι Αρχαίοι.


Ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Ἀρχαῖοι.
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. Μάρκου
Ἕνα Ἐπίγραμμα τοῦ Ἰωάννη Μαυρόποδα:
«εἴπερ τινός βούλοιο τῶν ἀλλοτρίων
τῆς σῆς ἀπειλῆς ἐξελέσθαι, Χριστέ μου,
Πλάτωνα καί Πλούταρχον ἐξέλοιό μοι,
ἄμφω γάρ εἰσι καί λόγον καί τόν τρόπον
τοῖς σοῖς νόμοις ἔγγιστα προσπεφυκότες,
εἰ δ’ ἠγνόησαν ὡς Θεός εἶ τῶν ὅλων,
ἐνταῦθα τῆς σῆς χρηστότητος δεῖ μόνον
δι’ἥν ἅπαντας δωρεάν σῲζειν θέλεις».

Μετάφραση: «Ἄν θέλεις γιά κάποιους ἀπό τούς ἀλλοθρήσκους νά κάνεις μιά ἐξαίρεση ἀπό τήν ἀπειλή σου, Χριστέ μου, νά μοῦ ἐξαιρέσεις τόν Πλάτωνα καί τόν Πλούταρχο, γιατί καί οἱ δύο ἦταν καί στήν θεωρία καί στόν τρόπο ζωῆς στούς νόμους σου ἀπ’ ὅλους πιό πιστοί καί ἄν ἀγνοοῦσαν ὅτι Ἐσύ εἶσαι ὁ Θεός τῶν πάντων, τότε χρειάζονται μόνο τήν καλωσύνη σου πού σέ κάνει νά χαρίζεις σέ ὅλους τή σωτηρία».
Ἰωάννης Μαυρόπους (11ος αἰ.)Μητροπολίτης Εὐχαΐτων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κοντά στόν Ἄλυ ποταμό, εἶναι ἀπό τούς διαπρεπεστέρους ποιητές τοῦ Βυζαντίου καί ἀπό τούς κυριωτέρους ἐκπροσώπους τοῦ ἱεροῦ ἐπιγράμματος. Ἄριστος ἐκκλησιαστικός ρήτορας καί λαογράφος. Ἀνθρωπιστής πού συνέβαλε στήν ἀναδιοργάνωση τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ὑπηρέτησε καί ὁ ἴδιος ὡς Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας. Ὑπῆρξε δάσκαλος σπουδαίων ἀνδρῶν τοῦ αἰῶνά του, ὅπως ὁ Ξιφιλίνος καί ὁ Μιχαήλ Ψελλός, ὁ ὁποῖος τόν ἐπαινεῖ ὡς «λογιώτατον πάντων ἀνδρῶν, ἄριστον τῶν φιλοσοφεῖν ἐσπουδακότων... τό ἦθος σεμνόν ὁμοῦ καί Σωκρατικόν καί οὔτε κοινόν ἄγαν οὔτε μόνως εἰρωνικόν, ἀλλ’ ἀμφοτέρωθεν κεκραμένον καί τήν ἁρμονίαν τῆς ψυχῆς δικαιώτατον». Συνετέλεσε στήν κωδικοποίηση τῶν λειτουργικῶν Βιβλίων, διορθώνοντας τά Μηναῖα. Συνέθεσε πολυάριθμους Κανόνες, 70 στήν Θεοτόκο, 25 στόν Χριστό, 11 στόν Πρόδρομο, 8 στόν Ἰωσήφ τόν ὑμνογράφο, ἀκολουθία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί στιχηρά ἰδιόμελα. Τά ἐπιγράμματά του, θύραθεν καί ἱερά, γιά τά ὁποῖα κατέχει ἰδιαίτερη θέση στήν ἱστορία τῆς βυζαντινῆς λογοτεχνίας, ἅπτονται πολλῶν ἐπικαίρων θεμάτων. Ὁ ἴδιος εἶχε συνείδηση τῆς ποιητικῆς του τέχνης καί παρεσκεύασε μόνος τήν ἔκδοση μέρους τῶν ποιήσεών του ἐν εἴδει Ἀνθολογίας. Εἶχε ἐνεργό ἀνάμειξη στά πολιτικά καί προσπάθησε νά ἐπηρεάσει τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Θ΄. Ἔγραψε, ἀκόμη, βίους ἁγίων,ἐπιστολές καί ἕνα ἔμμετρο ἐτυμολογικό λεξικό. Ἀσχολήθηκε καί μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες καί τά μαθηματικά. Ἡ Ἐκκλησία τόν τιμᾶ στίς 5 Ὀκτωβρίου, μολονότι δέν ὑπάρχει σέ Συναξαριστές. Ὑπάρχει μόνο στόν Παλατινό Κώδικα ὑπ’ ἀρ. 138, φ. 2146 ὅπου εὑρίσκεται καί ἡ Ἀκολουθία του, πού συντάχθηκε ἀπό τόν ἀνεψιό του Θεόδωρο τόν Κοιτωνίτη καί βασιλικό νοτάριο.
Τό Ἐπίγραμμα γιά τόν Πλάτωνα καί τόν Πλούταρχο ἔχει ἐκδοθεῖ μέ ἀριθμό 43 στό Ρ. De Lagarde, Iohannis Euchaitorum Metropolitae, quae in codice Vaticano Graeco 676 Supersunt. Gottingen 1882, σελ. 24. Ὁ Krumbacher τό χαρακτηρίζει «ἐπίγραμμα εἰς τόν Πλάτωνα καί Πλούταρχον ἐξαίρετον διά τήν εὐγενῆ ἀνεξιθρησκείαν». Σ’ αὐτό ὁ Μαυρόπους παρακαλεῖ τόν Χριστό νά παράσχει τήν Χάρη Του στόν Πλάτωνα καί τόν Πλούταρχο, ἐπειδή αὐτοί ὡς ἐθνικοί, εἶχαν πλησιάσει περισσότερο τή χριστιανική ἠθική.Ἀποτελεῖται ἀπό 8 στίχους σέ βυζαντινό δωδεκασύλλαβο. Ὁ πρῶτος, τρίτος καί πέμπτος στίχος ἔχουν ἐφθημιμερῆ τομή – παύση (Π7), ἐνῶ οἱ λοιποί πενθημιμερῆ(Π5). Κανονική εἶναι παροξύτονη ἀπόλιξη τῶν στίχων καί μάλιστα μέ βραχεία τήν τονιζομένη παραλήγουσα. Τό Ἐπίγραμμα διατρέχεται ἀπό μία ἐπιεικῆ θεωρία γιά τόν ἀρχαῖο κόσμο καί τά ἀρχαῖα κείμενα. Ὁ Μαυρόπους, πιστός στά διδάγματα τῆς Ἐκκλησίας, κάνει μιά νέα σύνθεση μέσα στό πνεῦμα τοῦ αἰῶνα πού σιγοῦν τά πάθη. Στούς νάρθηκες τῶν Μονῶν, ὅπως ἐκείνης τῶν Φιλανθρωπινῶν στά Ἰωάννινα, ἀπεικονίζουν τούς ἀρχαίους σοφούς. Εἶναι «ἀλλότριοι»,δηλαδή μέτοχοι τῆς θύραθεν παιδείας. Κυριώτεροι ἠθικολόγοι οἱ σοφοί πού ἀναφέρονται στό Ἐπίγραμμα. Εἶναι «προσπεφυκότες», ἀπ’ τή φύση τους πολύ κοντά στό νόμο τοῦ Χριστοῦ, «ἔγγιστα», ὄχι ἀκριβῆ, γιατί δέν ἔφθασαν στή χριστιανική ἀλήθεια καί ἀγάπη.Στά κείμενά τους ἡ Ἐκκλησία διέκρινε σπέρματα τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ,«σπερματικός λόγος», γι’αὐτό καί τούς χαρακτηρίζει ὡς πρό Χριστοῦ Χριστιανούς. Τό Ἐπίγραμμα αὐτό δεικνύει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ Χριστιανικός κόσμος ἐξετίμησε τό ἦθος τῶν άρχαίων συγγραφέων.*
Βιβλιογραφία
Κ. Krumbacher:Ἱστορία Βυζ. Λογοτεχνίας
H. Hunger:Βυζ. Λογοτεχνία.
Ἀθ.Κομίνη:Τό Βυζ. Ἱερόν Ἐπίγραμμα

Ο Γάμος ως Μυστήριον

Ο Γάμος ως Μυστήριον


Βυζαντινό γαμήλιο δαχτυλίδι του 7ου αιώνα. Βλέπουμε το ζευγάρι να το παντρεύει ο Χριστός, ο οποίος στέκεται στο μέσον τους.
Βυζαντινό γαμήλιο δαχτυλίδι του 7ου αιώνα. Βλέπουμε το ζευγάρι να το παντρεύει ο Χριστός, ο οποίος στέκεται στο μέσον τους.
(Ιερομ. Γεώργιος Καψάνης, Δρ. Θεολογίας).
Είναι κοινή διαπίστωσις ότι σήμερον ο γάμος περνά κρίσιν. Αυτό μαρτυρεί το πλήθος των διαζυγίων. Αυτό μαρτυρούν τα τόσα ζεύγη που χωρίς να φθάσουν εις το διαζύγιον ζουν κατά συνθήκην και κατ’ ανοχήν συζυγικήν ζωήν και δεν ευρίσκουν καμμίαν ευτυχίαν και καμμίαν χαράν εις τον δεσμόν των.
Εν σοβαρόν αίτιον της κρίσεως αυτής είναι ότι οι ερχόμενοι εις γάμου κοινωνίαν Χριστιανοί δεν ζουν τον γάμον των, ως Μυστήριον.
Πολλοί Χριστιανοί επηρεασμένοι από το κοσμικόν και άθεον κλίμα της εποχής μας, που είναι σήμερα διάχυτον (εφημερίδες, τραγούδια, περιοδικά, θεάματα, διαφημίσεις) αντιλαμβάνονται τον γάμον ως εν φυσικόν, βιολογικόν ή κοινωνικοοικονομικόν μόνον γεγονός. Ο πανσεξουαλισμός έχει επηρεάσει βαθύτατα την σκέψιν του συγχρόνου ανθρώπου με αποτέλεσμα να αποθέτη την ευτυχίαν του αποκλειστικώς και μόνον εις το σεξ. Έτσι ο γάμος θεωρείται ως εν νόμιμον και εγκεκριμένον από την κοινωνίαν ερωτικόν παιχνίδι, χωρίς καμμίαν συνείδησιν ευθύνης και αποστολής. Όταν παρέλθη η ερωτική ευχαρίστησις τότε και ο γάμος δεν έχει νόημα. Οι σύζυγοι χωρίζουν δια να εύρουν νέον σύντροφον και νέαν περιπέτειαν.
Όταν όμως ο γάμος μένει εν φυσικόν και κοινωνικόν γεγονός χωρίς να γίνη «μυστήριον», χωρίς, δηλαδή, να περάση μέσα εις την Εκκλησίαν, την Βασιλείαν αυτήν του Θεού, και να μεταμορφωθή, δεν είναι δυνατόν να σωθή και να σώση.
Ο γάμος ως φυσικόν και κοινωνικόν γεγονός ανήκει εις τον κόσμον που υπάρχει εκτός της Εκκλησίας. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο έξω της Εκκλησίας κόσμος, ζωή, άνθρωπος, φύσις, κοινωνία, είναι αλύτρωτα. Είναι όψεις του πεσόντος κόσμου, που λόγω του προπατορικού αμαρτήματος έχει δηλητηριασθή, έχει αρρωστήσει θανάσιμα. Έτσι και ο γάμος ως γεγονός φυσικόν ή κοινωνικόν είναι άρρωστος και αδύνατος από την ιδίαν του την φύσιν να λυτρώση τον άνθρωπον και να του χαρίση ακεραίαν και ωλοκληρωμένην ζωήν.
Όταν ο γάμος γίνη «Μυστήριον» μεταθέτει τους συζύγους και τον φυσικόν των γάμον από τον παλαιόν, αλύτρωτον και χωρίς Θεόν κόσμον του εγωισμού, της φθοράς και του θανάτου, εις τον καινόν, θεανθρώπινον κόσμον της Βασιλείας του Θεού, της αγάπης, της Εκκλησίας.
Κάθε Μυστήριον, άλλως τε, είναι μία μετάβασις και μία μεταμόρφωσις του παλαιού κόσμου και της παλαιάς ζωής εις καινόν κόσμον και καινήν εν Χριστώ ζωήν, που προσφέρεται ως δώρον του Αγίου Πνεύματος. Ιδιαιτέρως με το Άγιον Βάπτισμα ο άνθρωπος αφήνει τον παλαιόν κόσμον δια να εισέλθη οριστικώς εις την Βασιλείαν του Θεού και με την θείον Εύχαριστίαν ενούται δια του Χριστού με την Αγίαν Τριάδα και όλους τους λελυτρωμένους πιστούς. Χωρίς την θείαν Εύχαριστίαν δεν θα υπήρχεν η Εκκλησία, διότι οι πιστοί δεν θα ηδύναντο να ενωθούν με τον Θεόν και να γίνουν εν νέον θεανθρώπινον σώμα.
Αυτό που γίνεται εις την θείαν Εύχαριστίαν γίνεται και εις το Μυστήριον του Γάμου. Οι σύζυγοι ενούνται με τον Χριστόν και δια του Χριστού μεταξύ των εις μίαν αιωνίαν και θεανθρωπίνην ένωσιν. Από μίαν ένωσιν του παλαιού, αρρωστημένου κόσμου μεταμορφούται εις μίαν υγιά εν Χριστώ ένωσιν μέσα εις την καινήν κτίσιν της Βασιλείας του Θεού.
Απλούστερον: Με το Μυστήριον του Γάμου δεν ενούται μόνον ο γαμβρός και η νύμφη, άλλ’ ενούται μαζύ των και ο Χριστός ή μάλλον αμφότεροι ενούνται εν τω Χριστώ, ο οποίος καθιστά έτσι την ένωσιν των αγίαν, τελείαν, υγιά, θεανθρωπίνην. Εννοείται ότι δια να είναι ο γάμος εν γεγονός μεταμορφώσεως εις τας διαστάσεις της Βασιλείας του Θεού, δεν αρκεί εκ μέρους των μελλονύμφων τυπική παρακολούθησις της ιερολογίας του Γάμου χωρίς καμμίαν συνειδητήν συμμετοχήν εις το τελούμενον Μυστήριον.
Μετά από μίαν συνειδητήν μετοχήν εις το Μυστήριον ιδρύεται εν νέον «σπίτι», μία μικρά Εκκλησία, εν μικρόν Βασίλειον του Τριαδικού Θεού. Είναι χαρακτηριστικόν ότι το Μυστήριον αρχίζει, όπως και τα άλλα Μυστήρια, με την ευλογίαν της Αγίας Τριάδος: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. . . ». Ο,τι ενώνει τους συζύγους δεν είναι μόνον η φυσική έλξις των δύο φύλων, η κοινωνική σκοπιμότης κ. τ. λ. αλλά πρώτιστα όλων ο Χριστός. Εις το νέον σπίτι δεν βασιλεύει αυταρχικώς ο ανήρ ή η γυνή, αλλά ο Χριστός, διότι αμφότεροι θέλουν να κάνουν το θέλημα του Χριστού και όχι το ιδικόν των θέλημα. Με την ίδρυσιν της Χριστιανικής οικογενείας ιδρύεται εν μικρόν Βασίλειον του Θεού. Οι σύζυγοι κατά την ιεροτελεστίαν στεφανούνται ως βασιλείς, ενώ ψάλλεται το «Κύριε ο θεός ημών δόξη και τιμή στεφάνωσον αυτούς».
Είναι τόσον αγία η θεανθρωπίνη ένωσις του κατά Θεόν Γάμου, ώστε ο Απόστολος Παύλος, το στόμα του Χριστού, παρομοιάζει την σχέσιν των συζύγων με την σχέσιν του Χριστού προς την Εκκλησίαν. «Το μυστήριον τούτο μέγα εστίν εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» (Εφεσ. Ε’ 32).
Εννοείται όμως ότι δια να είναι ο γάμος μία φανέρωσις και μία αποκάλυψις του γάμου του Χριστού με την Εκκλησίαν, πρέπει οι σύζυγοι συνεχώς να ξεπερνούν τον παλαιόν άνθρωπον που κρύβουν μέσα των, να σταυρώνουν τον εγωϊσμόν και τα πάθη των και να αποκτούν εις βάθος την αγίαν αρετήν της ταπεινοφροσύνης. Από την άποψιν αυτήν ο Γάμος είναι μία συμμετοχή εις τον θάνατον και την ανάστασιν του Χριστού.
Κανείς δεν ημπορεί να ζήση την καινήν αναστημένην ζωήν του Χριστού, εάν δεν σταυρωθή πρώτα μαζύ του και δεν θάψη τον παλαιόν άνθρωπον. Οι δύο σύζυγοι βοηθούνται αμοιβαίως να σταυρώσουν τον παλαιόν άνθρωπον. Αυτό είναι πολύ δύσκολον. Είναι εν είδος μαρτυρίου. Δεν είναι τυχαίον ότι εις την ακολουθίαν του Γάμου ψάλλεται το «Άγιοι Μάρτυρες, οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες. . . », ενώ γίνεται μία λιτανεία προηγουμένου του ιερέως φέροντος το ιερόν Ευαγγέλιον. Η λιτανεία αυτή μας υπενθυμίζει ότι ο Γάμος είναι μία συνεχής πορεία των συζύγων προς την Βασιλείαν του Θεού, εις συνεχής αγών δια την κατάκτησιν της αγιότητος. Η πορεία αυτή των συζύγων θα γίνη προηγουμένου του Χριστού και του Ευαγγελίου δια της μαρτυρικής οδού του καθημερινού αγώνος των συζύγων να απαρνούνται τον κακόν εαυτόν των και να κάνουν το θέλημα του Θεού, προσφερόμενοι εις τον σύντροφον της ζωής των. Εάν οι Χριστιανοί σύζυγοι δεν αποδεχθούν τον Γάμον των ως αγώνα και θυσίαν, πώς θα επιζήση η σχέσις των όταν εμφανισθούν αι πρώται δυσκολίαι;
Τα ανωτέρω δεν εξαντλούν την Ορθόδοξον θεολογία του Γάμου. Αποτελούν απλώς ωρισμένας εισαγωγικός σκέψεις.
Πρέπει πάντως να κατανοηθή ότι ο Γάμος και η Οικογένεια δεν ημπορούν να σωθούν, εάν οι χριστιανοί σύζυγοι δεν κατηχηθούν και δεν αποκτήσουν συνείδησιν της ουσίας του γάμου, ως Μυστηρίου της Εκκλησίας. Πολλά έχομεν να πράξωμεν προς την κατεύθυνσιν αυτήν οι ποιμένες της Εκκλησίας μας. Το έργον μας δεν είναι έργον ληξιάρχου – ευλογίας και καταγραφής ενός κοινωνικού γεγονότος – αλλά έργον ποιμένος και χειραγωγού εν Χριστώ.
Οι μελλόνυμφοι, οι νεόνυμφοι και οι έγγαμοι Χριστιανοί πρέπει να διδαχθούν από τους ποιμένας των ποίαν σημασίαν έχει ο γάμος των, διατί είναι «μυστήριον» και πώς δύνανται αξίως να διάγουν τον έγγαμον βίον των. Εις το δύσκολον αυτό έργον μας – έργον πράγματι ποιμαντικόν – πρέπει να βοηθηθώμεν και από τους λαϊκούς αδελφούς, που είναι αι χείρες και οι πόδες των κληρικών.
Ο αγιασμός και η σωτηρία του Γάμου και της οικογενείας δεν είναι έργον μόνον του Επισκόπου και των Πρεσβυτέρων, άλλ’ ολοκλήρου της κοινότητος, της ενορίας και δι’ αυτό όλοι καλούνται να συμπαρασταθούν εις τους ποιμένας έκαστος κατά την κλήσιν του και το δοθέν εις αυτόν χάρισμα.
Πηγή : ΙΧΘΥΣ

Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (π. Θεόδωρος Ζήσης)

Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση (π. Θεόδωρος Ζήσης)


9644-Clipart-Illustration-Of-A-Vintage-Victorian-Scene-Of-A-Boy-Carrying-Flowers-And-Walking-Behind-A-Girl-As-She-Reads-A-Love-Letter-Circa-1886Ενδιαφέροντα είναι και όσα λέγει (ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος) για την σεξουαλική διαπαι­δαγώγηση των νέων, τα οποία βεβαίως βρίσκονται σε αντίθεση προς όσα η σημερινή ελευθεριάζουσα και αχαλίνωτη βιοθεωρία και παι­δαγωγική προβάλει. Η σαρκική επιθυμία από το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας επιτίθεται με σφοδρότητα και η χαλιναγώγησή της είναι πολύ δύσκολη. Συνιστά να αποφεύγονται τα αισχρά θεάματα και ακούσματα, που διεγείρουν την επιθυμία. Ως αντιστάθμισμα για την απώλεια αυτής της ψυχαγωγίας συνιστά τη στροφή του ενδια­φέροντος των νέων προς άλλες κατευθύνσεις· σε εκδρομές, επισκέ­ψεις πόλεων και μουσείων, συναναστροφές με πνευματικούς και αγί­ους ανθρώπους.
Στην εποχή μας η κατάσταση σχετικά με το θέμα αυτό ευρίσκε­ται πλέον εκτός ελέγχου. Δεν αρκεί ο καταιγισμός των εντυπώσεων και των ερεθισμών που δέχονται τα παιδιά από την αναίσχυντη εμφά­νιση και την προκλητική γύμνια ανδρών και γυναικών, που τείνει να γίνει θεσμός, ως και από την πορνογραφική υστερία ιδιαίτερα των καναλιών της τηλεοράσεως, οι σοφοί παιδαγωγοί των καιρών μας, ουσιαστικά όμως καταστροφείς της νεολαίας, προγραμματίζουν την εισαγωγή στα σχολεία και τη διδασκαλία του μαθήματος της «σε­ξουαλικής διαπαιδαγώγησης». Η σοφή παιδαγωγική παράδοση των Πατέρων μας στο θέμα αυτό προσπαθεί να ελέγξει τους ερεθισμούς και τις εντυπώσεις, ώστε οι νέοι κατά το δυνατόν ήρεμοι και απερίσπαστοι να ασχοληθούν δημιουργικά με την παιδεία και την μάθη­ση αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου να γευθούν τις χαρές αυτής της περιοχής μέσα στον ευλογημένο θεσμό του γάμου, ο οποίος έτσι και σε φυσικό επίπεδο παραμένει πηγή χαράς και ευφροσύνης. Οι σημερινοί απαίδευ­τοι παιδαγωγοί δεν αφήνουν ήσυχους τους νέους ούτε μέσα στο σχο­λείο, όπου θα έπρεπε να είχαν αποκλεισθή οι πειρασμοί και οι ερε­θισμοί, για να λειτουργεί η παιδεία ως ευγενική διέξοδος και κατάλλη­λος εργαστηριακός χώρος για τη σπουδή και τη μάθηση. Πόσοι από τους εκπαιδευτικούς είναι πρόσωπα ηθικά και πνευματικά καλλιεργη­μένα, ώστε να αναλάβουν με σοβαρότητα και ευθύνη το έργο αυτό; Και πόσοι από τους γονείς θα δέχονταν ευχαρίστως αυτή η κατ’ εξο­χήν ιερή και προσωπική περιοχή των παιδιών τους να κακοποιηθεί και να διαστραφεί στα χείλη και στη διδασκαλία του οποιουδήποτε δασκάλου, ο οποίος μπορεί να κουβαλάει στο θέμα αυτό τις δικές του κακές εμπειρίες και γνώμες, ακόμη και διαστροφές; Και τί θα απομεί­νει να μάθουν και να γευθούν οι νέοι μέσα στο γάμο, όταν τα μα­θαίνουν και τα γεύονται έξω από αυτόν; Γι’ αυτό ο γάμος και η οικο­γένεια έχουν χάσει στις ημέρες μας κάθε γοητεία και έλξη, αφού τελικώς αυτός ο ιερός και μοναδικός και προσωπικός δεσμός δύο ανθρώ­πων ετερόφυλων κατήντησε ένας από τους πολλούς δεσμούς που είχαν πριν απ’ αυτόν άνδρας και γυναίκα, συγκριτικά μάλιστα σε χειρότε­ρη θέση, αφού συνδέεται με τα προβλήματα της αναγκαστικής συμβίω­σης και των ποικίλων δεσμεύσεων.
Δεν χρειάζεται διδασκαλία εις τα του γάμου. Είναι αυτάρκης διδάσκαλος η φύση. Ακριβώς όπως δεν χρειάζεται να μάθουμε πώς θα φάμε, και πώς θα πιούμε και πώς θα κοιμηθούμε. Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού. Γενεές γενεών ανθρώπων έκαναν γάμους και οικογένειες, και μάλιστα ευτυχισμένες και σταθερές, χωρίς σεξουαλι­κή διαπαιδαγώγηση, η οποία αποτελεί μία ακόμη τορπίλη στα θε­μέλια της παιδείας και της οικογενείας. Τελικώς πιστεύει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος ότι ο γάμος σε νεαρή ηλικία είναι από τα προσφορότερα μέσα όχι μόνον για την αντιμετώπιση του προβλή­ματος της σεξουαλικής επιθυμίας αλλά και για την ευτυχία μέσα στο γάμο.
Πηγή: ΙΧΘΥΣ

Πίσω από τον Έρωτα

Πίσω από τον Έρωτα


erotasτου π. Βαρνάβα Γιάγκου, εφημέριου του Ι. Ν. Λαοδηγήτριας Θεσσαλονίκης
Απόδειξη της ερωτικής μας ανικανότητας είναι η επιδερμικότητα αυτής της εμπειρίας. Όταν ο έρωτας εξαντλείται στα γλυκερά λόγια και βιώματα και στη τυποποιημένη τεχνική του έρωτα, που οδηγεί στην ευδαιμονία και τη στιγμιαία αυτοπραγμάτωση, εκφράζεται ο φόβος και η αδυναμία να συναντήσουμε αληθινά το πρόσωπο του άλλου.
Η αγάπη είναι εμπειρία επώδυνη για τον ψυχικό μας κόσμο, γι’ αυτό αποφεύγουμε να ανοιχθούμε πιο ουσιαστικά. Προτιμούμε τις ήρεμες σχέσεις, όπου δεν συνδεόμαστε βαθιά με τον άλλο, για να μπορούμε να εξερχόμεθα όταν προσβάλλεται ο ναρκισσισμός μας. Πίσω από την γλύκα του έρωτα υπάρχει πάντα η διακινδύνευση. Είναι μια μορφή αυτοαπώλειας.
Το ολοκληρωτικό δόσιμο φέρει την απειλή της αποτυχίας και του εκμηδενισμού. Πως ξέρεις ότι αγάπησες τον κατάλληλο άνθρωπο; Πως ξέρω πως θα γίνω εύκολος για εκμετάλλευση; Τον ίδιο τρόμο έχομε και στο πλησίασμα του Θεού. Όταν προσεύχομαι ψάχνοντας την αγάπη Του, παραδίδοντας το κέντρο της ύπαρξής μου σε Αυτόν, δεν ξέρω τι θα συναντήσω και πώς θα αντέξω το θέλημά Του.
Πίσω από κάθε έρωτα υπάρχει υψωμένος ο θάνατος – ο θάνατος του θελήματός μας, της δύναμής μας, του συμφέροντός μας. Αλλά τρομακτικότερα στέκεται ο θάνατος ως χωρισμός. Καταφέρνεις να συνδεθείς ολοκληρωτικά με τον άνθρωπό σου και μελαγχολείς αναλογιζόμενος την ώρα του θανάτου του. Ξέρεις ότι θα πεθάνεις, γι’ αυτό αγαπάς με πάθος που αναμειγνύεται με τρόμο. Εξ αιτίας του φόβου του θανάτου συνήθως επιλέγουμε τις ρηχές ερωτικές σχέσεις, για να αποφύγουμε το φόβο της απώλειας του αγαπημένου, ή εμμένουμε στον αυτονομημένο σωματικό έρωτα, για να καλύψουμε το άγχος του θανάτου.
Ο θάνατος είναι το σύμβολο της έσχατης ανικανότητας, γι’ αυτό προσπαθούμε να αποδείξουμε τη ζωντάνια μας, ότι είμαστε νέοι, ελκυστικοί, με το σωματικό έρωτα. Η υπερβολική αναφορά στη σεξουαλική ικανότητα έρχεται να φιμώσει τους φόβους μας για μια εσωτερική ανικανότητα.
Η αναζήτηση του αναστάντος Χριστού, η εσωτερική πάλη για αναζήτηση της αγάπης που νικά το θάνατο, είναι η άλλη πρόταση που οι διανοούμενοι θα αποκαλούσαν θρησκευτική νεύρωση. Η χωρίς επιφυλάξεις παράδοση στο θείο έρωτα ξεμπλοκάρει την ύπαρξή μας από φόβους. Όταν έχεις γευτεί τον έρωτα του Χριστού, συμφιλιώνεσαι με τη κτίση μαθαίνοντας ότι ο έρωτας είναι σταυρός, προσφορά και σεβασμός.
Πηγή: ΟΟΔΕ

ΠΏΣ ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ ΝΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥΣ (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου) (2)

ΠΏΣ ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ ΝΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥΣ (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου) (2)


Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει στα χαλάσματα. Πίνακας του Giovanni Paolo Pannini (1744).
Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει στα χαλάσματα. Πίνακας του Giovanni Paolo Pannini (1744).
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ (20η Ομιλία στην Επιστολή προς Εφεσίους)
«Ο Παύλος, πάντως, συνεχίζει σημειώνοντας πως «ο Χριστός προσέφερε τη ζωή Του για την Εκκλησία, επειδή μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να την εξαγιάσει, αφού την καθαρίσει από την αμαρτία.
Για να συμπεριφερθεί έτσι ο Χριστός, σημαίνει ότι η Εκκλησία τότε, όταν την πήρε ως νύφη, ήταν γεμάτη σπίλους και κατηγόριες, χωρίς κάλλος, άμορφη, δίχως αξία. Οποιαδήποτε, όμως, γυναίκα και να νυμφευθεί κάποιος, δεν θα έχει την ασχήμια και την ουτιδανότητα που είχε η νύφη του Χριστού Εκκλησία. Ούτε θα απέχει, τόσο από τη φύση σου, όσο η Εκκλησία από τον Χριστό. Και όμως, αύτη τη νύφη ο Χριστός ούτε την αποστράφηκε αηδιάζοντας από τη θέα της, ούτε την εμίσησε εξαιτίας της υπερβολικής της ασχήμιας.
Θα πληροφορηθούμε το μέτρο της ασχήμιας της, αν αφήσουμε τον απόστολο Παύλο να την περιγράψει: «κάποτε ήσασταν βυθισμένοι στο σκοτάδι». Βλέπεις πόσο αμαυρωμένη ήταν η εμφάνιση της; Γιατί τίποτα δεν είναι πιο μαύρο από το σκοτάδι. Αλλά πρόσεξε και τη θρασύτητα της, καθώς συνεχίζει ο Παύλος: «ζούσαμε μέσα στην κακία και το φθόνο». Δες και την ανηθικότητά της: «ήμασταν κάποτε άμυαλοι και απείθαρχοι». Μα τι λέω; Και ανόητη ήταν και βλάσφημη . Και όμως, ενώ ήταν αναρίθμητες οι ουλές της, ακόμη και έτσι, σαν να ήταν κάποια γυναίκα θαλερή και γεμάτη θαυμαστή ομορφιά και υγεία και όχι σε κατάσταση άμορφης φθοράς, παρέδωσε για χάρη της τον εαυτό Του στο θάνατο. Και αυτή Του η στάση ήταν που έκανε τον Παύλο να αναφωνεί με θαυμασμό: «δύσκολα κάποιος θα έδινε τη ζωή του ακόμα και για ένα δίκαιο άνθρωπο». Και κάπου αλλού, «ενώ εμείς ζούσαμε ακόμη μέσα στην αμαρτία, ο Χριστός έδωσε τη ζωή Του για χάρη μας». Και, ενώ είχαν έτσι τα πράγματα, ο Χριστός τη νυμφεύθηκε και την αποκαθιστά στην προηγουμένη ομορφιά της και την ξεπλένει από τις αμαρτίες της και δεν αρνείται να προσφέρει στο θάνατο τον εαυτό Του για χάρη της».
Τι είναι αληθινή ομορφιά;
«Ήθελε, έτσι, να τήν εξαγιάσει», συνεχίζει ο Απόστολος, «καθαρίζοντας την με το βάπτισμα της στο νερό και με το λόγο, ώστε να την έχει δίπλα του την Εκκλησία ως νύφη δοξασμένη, χωρίς να μπορεί να της βρει κάποιος κανένα ψεγάδι ή ελάττωμα ή κάτι παρόμοιο, αλλά να είναι αγία και απαλλαγμένη από τη βρωμιά».
«Με το βάπτισμα στο νερό» την καθαρίζει από τη βρωμιά. «Με το λόγο» συμπληρώνει. Ποιο λόγο; «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Και δεν τη στόλισε «μόνο λαμπρά, αλλά τη γέμισε δόξα, χωρίς να μπορεί να της βρει κανένας κάποιο ψεγάδι ή ελάττωμα ή κάτι παρόμοιο”. Ας ζητάμε, λοιπόν, και μεις αύτη την ωραιότητα και θα μπορέσουμε έτσι να γίνουμε δημιουργοί της. Μην ψάχνεις να βρεις στη γυναίκα σου αυτά τα στοιχεία που δεν της ανήκουν. Θυμήσου, πως ό,τι κατέχει η Εκκλησία, το έχει ως δώρο από τον κύριο και δεσπότη της. Αυτός τη στόλισε με λαμπρότητα, αυτήν που δεν είχε μορφή και κάλλος. Μην περιφρονήσεις, λοιπόν, τη γυναίκα σου για την άσχημη εμφάνισή της. Πρόσεξε τι λέει η Αγία Γραφή: «Είναι μικρή στο μέγεθος ανάμεσα στα άλλα έντομα η μέλισσα, μα η παραγωγή της είναι από τις πιο γλυκές τροφές». Έτσι και η γυναίκα. Είναι πλασμένη από τον Θεό. Γι’ αυτό οι προσβολές σου αντανακλούν άμεσα σ’ Εκείνον, το δημιουργό της, όχι σ’ αυτήν…
Μην την επαινέσεις για την ομορφιά της. Αυτός ο έπαινος, καθώς και το μίσος ή η αγάπη που προκαλούνται από τήν προσωπική ομορφιά μιας γυναίκας, είναι συμπεριφορά ακόλαστων και φιλήδονων ανδρών. Να αναζητάς της ψυχής την ωραιότητα. Να μιμηθείς και εδώ το Νυμφίο της Εκκλησίας. Η σωματική ομορφιά είναι πλημμυρισμένη από έπαρση και παραφροσύνη και βυθίζει τον άνθρωπο στη ζήλια, καθώς συχνά τον κάνει να υποπτεύεται για το πρόσωπο της ακόλαστης αγάπης του τερατώδη πράγματα. Μήπως όμως η σωματική ομορφιά προκαλεί αδιάκοπη ερωτική ευχαρίστηση ; Η γλύκα διαρκεί ένα ή δυό μήνες ή το πολύ ένα χρόνο. Μετά παύει να ασκεί τη γοητεία της, επειδή η επανάληψη της ερωτικής πράξης ως πεζής καθημερινότητας μαραίνει το θαύμα. Στο μεταξύ, τα κακά που προξενεί η προσκόλληση στη σωματική ωραιότητα παραμένουν ενεργά, η έπαρση, δηλαδή, η υπερηφάνεια και η περιφρόνηση των άλλων. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με κάποιον που στερείται σωματικής ομορφιάς. Επειδή ο έρωτας που δημιουργείται προσβλέπει στην ωραιότητα της ψυχής και όχι του σώματος, για τούτο και εύλογα παραμένει έχοντας εσαεί την ίδια ποσότητα έντασης. Όπως όταν γεννήθηκε.
Τί πιο όμορφο, πες μου, από τον ουρανό πάνωθέ μας; Ή τα λαμπερά αστέρια που τον στολίζουν; Περίγραψε μου όποιο σώμα διαλέξεις και δεν θα το βρεις τόσο όμορφο. Πες μου για τα ομορφότερα μάτια και όμως, και αυτά δεν θα ‘χουν την απαστράπτουσα ακτινοβολία του. Με τη δημιουργία του έναστρου ουρανού κατεπλάγησαν από θαυμασμό οι στρατιές των αγγέλων. Όπως και μείς σήμερα μένουμε εκστατικοί στη θωριά του. Όχι όμως τόσο πολύ όσο όταν τον πρωτοαντικρίσαμε! Αυτό το αποτέλεσμα προκαλεί στο τέλος η συνήθεια. Με την πάροδο του χρόνου χάνεται και η έκπληξη της πρώτης φοράς.
Πόσο περισσότερο, όμως, δεν συμβαίνει αυτό με τη γυναικεία ομορφιά; Αν, μάλιστα, συμβεί τυχαία και κάποια ασθένεια, τότε είναι που όλα σβήνουν πιο σύντομα. Ψάξε, λοιπόν, να βρεις σε μια γυναίκα τη στοργή, την ταπείνωση και την επιείκεια, ως γνωρίσματα της ωραιότητάς της. Μην αναζητάμε στη γυναίκα τη σωματική ακμή. Μην τη ψέγουμε γιατί της λείπουν τα όμορφα χαρακτηριστικά. Δεν είναι στο χέρι της να τα έχει! Ακόμη περισσότερο, ας μην την κατηγορούμε καθόλου. Ας μην την απελπίζουμε. Ας μην της δημιουργούμε κακοκεφιά και κατήφεια. Θέλει τόλμη να το πετύχουμε αυτό! Μα διαφεύγει πάλι από την προσοχή σας, ότι κάποιοι που συγκατοίκησαν με όμορφες γυναίκες, τελείωσαν τη ζωή τους μέσα στην αθλιότητα; Ενώ, αντίθετα, όσοι παντρεύτηκαν λιγότερο όμορφες, έφτασαν μέχρι τα βαθιά γεράματα μέσα σε μια πλημμυρίδα αγαλλιάσεως;
Εμπρός, λοιπόν, ας ξεπλύνουμε τις εσωτερικές κηλίδες. Ας αφαιρέσουμε τις εσωτερικές ρυτίδες. Ας απομακρύνουμε τους ψόγους της ψυχής. Αύτη την ομορφιά ζητά από μας ο Θεός. Ας την κατακτήσουμε, λοιπόν, για χάρη του Θεού και όχι για μας».
ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ
«Ας μη ζητάμε πλούτο, ούτε υψηλή κοινωνική θέση, που είναι εξωτερικά γνωρίσματα, αλλά, αντί γι’ αυτά, την αληθινή ευγενική καταγωγή, που βρίσκεται βαθιά στη ψυχή μας. Ας μην προγραμματίζει κάποιος να γίνει πλούσιος από την περιουσία της γυναίκας του. Μια τέτοια ευμάρεια είναι πρόστυχη, χυδαία και εξευτελιστική. Χωρίς συζήτηση, ας μην επιζητεί κάποιος να πλουτίσει από τέτοια πηγή. «Γιατί», όπως σοφά συμπεραίνει ο απόστολος Παύλος, «όσοι επιθυμούν σφοδρά να πλουτίσουν, περιπίπτουν σε πειρασμό και στο δόκανο του διαβόλου και σε πολλές ανόητες και βλαβερές επιθυμίες, που βυθίζουν τους ανθρώπους στην καταστροφή και το χαμό». Μη βλέπεις τη γυναίκα σου σαν αστείρευτη πηγή πλούτου και θ’ ανακαλύψεις έκπληκτος ότι όλα στη ζωή θα σου πηγαίνουν κατ’ ευχήν. Πες μου, ποιος θα εγκαταλείψει τα σπουδαία πράγματα της ζωής, για να στραφεί στα μικρά και ασήμαντα; Αλλά, τί ρωτώ και προκαλώ θλίψη ; Έτσι πάντα δεν κάνουμε για όλα; Αν αποκτήσουμε γιο, δεν προσπαθούμε να του εμφυσήσουμε και να του αναπτύξουμε ένα ανδρείο φρόνημα, αλλά να του βρούμε την πλουσιότερη γυναίκα. Δεν τον διδάσκουμε πως θα απαλλαγεί από την αμαρτία, αλλά πως θα καταστήσει εύπορο τον εαυτό του. Και αν τον προτρέψουμε προς ένα επάγγελμα, αυτό δεν θα είναι κάποιο, όπου θα αποφεύγει την αμαρτία, αλλά εκείνο που θα του προσπορίζει περισσότερα οφέλη. Θεός μας πια είναι το χρήμα. Γι’ αυτό τα πάντα έχουν διαφθαρεί και καταγκρεμισθεί, ακριβώς γιατί στην πορεία της ζωής μας έχουμε ως οδηγό τον έρωτα του πλούτου.

Ο γάμος και το ερωτικό στοιχείο

Ο γάμος και το ερωτικό στοιχείο


bride
Ο γάμος είναι το πιο φυσικό στη ζωή του ανθρώπου. Ο καθένας, νέος ή μεγαλύτερος, προγραμματίζει τη ζωή του με την ελπίδα και την προσδοκία ότι θα μπορέσει να αποκατασταθεί και αν δημιουργήσει οικογένεια. Το απαιτούν οι κοινωνικές συμβάσεις, το περιβάλλον του, ο ίδιος ο εαυτός του. Ακόμα και στις μέρες μας, οπότε και υπάρχει μια μεγαλύτερη ελαστικότητα και ανοχή στο χρόνο που κανείς θα διαλέξει να οδηγηθεί στο γάμο, δεν παύει να θεωρείται η πιο κοινωνικά αποδεκτή πορεία. Γι’ αυτό και οι μονογονεϊκές οικογένειες ή οι ελεύθερες συμβιώσεις ή η αποτυχία του ανθρώπου να δημιουργήσει οικογένεια δεν μπορούν να θεωρηθούν κοινωνικός κανόνας.
Το πλέον βασικό θέμα που απασχολεί τον άνθρωπο σήμερα δεν παύει να είναι το στοιχείο του έρωτα. Βασική προϋπόθεση για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στο γάμο είναι η προσδοκία της ερωτικής αγάπης, η οποία θα οδηγήσει τους δύο ανθρώπους στην οικογένεια και στην κοινή συμβίωση. Ακόμα όμως κι αν ο άνθρωπος δεν οδηγείται στο γάμο, βλέπουμε πως η ερωτική αγάπη είναι η κυριότερη έγνοιά του. Από την ποίηση, τη λογοτεχνία, την τέχνη, την μουσική, τον κινηματογράφο, το θέατρο, μέχρι τη διαφήμιση, τα περιοδικά, τη διασκέδαση, κυριαρχεί αυτή η αναζήτηση της ερωτικής αγάπης ως του κατεξοχήν εκφραστικού τρόπου επικοινωνίας του ανθρώπου!
Κι αν η εποχή μας κυριαρχείται από το μοντέλο της οδού της απόλαυσης, όπου ακόμα κι η ερωτική αγάπη αντιμετωπίζεται φροϋδικά, με υποτιμητική του γάμου αντίληψη (“ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα”), δεν παύει να έρχεται η ώρα στην ανθρώπινη ύπαρξη που ο καθένας πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να δίνει και όχι μόνο να παίρνει, αλλά και ταυτόχρονα να συνειδητοποιήσει αξίες όπως η πιστότητα στο σύντροφό του, η ανάγκη δημιουργίας νέων ανθρώπων (ακόμα κι ως ασυνείδητης προσπάθειας κατάκτησης της αθανασίας), η δοκιμασία της επικοινωνίας, το άθλημα της αγάπης.
Γιατί οι σχέσεις των δύο φύλων μέσα στο γάμο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα άθλημα, στο οποίο κανείς πρέπει να είναι έτοιμος να παλέψει να διατηρήσει αυτόν που έχει και να κάνει τη σχέση τρόπο της ύπαρξής του, ζωή του! Αυτό δεν μπορεί να κατορθωθεί με τις δικές μας φτωχές, ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά είναι καρπός της αγάπης και της ευλογίας του Θεού που δίνεται μέσα από το μυστήριο του γάμου. Οι άνθρωποι τα έχουμε όλα μετατρέψει σε κοινωνικές διαδικασίες, ωστόσο στο βάθος πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μόνο η ευλογία του Θεού, όταν κανείς την αισθάνεται και τη ζητά, μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο νικητή στο κατεξοχήν πρωτ-άθλημα της ζωής, που είναι ο γάμος.
Η ανθρώπινη σχέση δεν μπορεί να σταθεί μονάχα ως “πλατωνική” έκφραση. Χρειάζεται και την ηδονή. Είναι μεταπτωτική κατάσταση που την παραχώρησε ο Θεός, ώστε να βοηθιέται ο άνθρωπος στην αθλητική του προσπάθεια, να ολοκληρώνεται (“έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν”) και να οδηγείται στη συν-δημιουργία με το Θεό. Η Εκκλησία δεν αρνείται τις ερωτικές σχέσεις μέσα στο γάμο, χωρίς όμως να τις απολυτοποιεί. Αν δεν είναι έκφραση της γνήσιας αγάπης, δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά μια ακόμη οδό απόλαυσης του ανθρώπου, η οποία δεν ενώνει, αλλά απλώς ικανοποιεί!
Η εποχή μας αναζητεί διαρκώς την ηδονή. Η Εκκλησία προτάσσει την ευλογία του Θεού Προτείνει ως κατεξοχήν πρότυπο αγάπης τη σχέση των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, χαρακτηρίζοντάς τες με τον όρο “αλληλοπεριχώρηση”. Αν ο άνθρωπος μέσα στον γάμο δεν μάθει να ζει για τον άλλο και όχι από τον άλλο, αν δεν μάθει να αγαπά υπερβαίνοντας τα “θέλω” του και το “εγώ” του, αν δεν μάθει να βιώνει κι αυτή την ερωτική αγάπη ως το κατεξοχήν στοιχείο ενότητας με τον άλλο, τότε όλα θα γίνονται συνήθεια και συμβιβασμός. Τότε η πιο όμορφη ανθρώπινη λειτουργία, δοσμένη από το Θεό, θα παραμένει στο επίπεδο της τυφλής ικανοποίησης ενός ενστίκτου, κι ο άνθρωπος, μη ικανοποιούμενος, θα αναζητεί καινούριες περιπέτειες, κρύβοντας μέσα του την αποτυχία του να αγαπήσει!
Του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, Υπευθύνου Νεότητας της Ι. Μ. Δημητριάδος