Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Εὐαγγελισμός - Ἑλληνισμός

Εὐαγγελισμός - Ἑλληνισμός

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,
οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μία φλόγα ἀστράφτει... ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία...
Πετάει ἕν᾿ ἄστρο... σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...
«Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!»
Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σὰν ἐκείνη
ἀστράφτει πάλι ὁ οὐρανός... Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη
λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι ἀπελπισμένη,
μία κόρη πάντα τήκεται, στενάζει ἁλυσωμένη.
Τὰ σιδερὰ εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.
Ἡ καταφρόνια, ἡ δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκαλά της.
Τρέμει μὲ μιᾶς ἡ φυλακὴ καὶ διάπλατη ἡ θυρίδα
φέγγει κι ἀφήνει καὶ περνᾶ ἕν᾿ ἄστρο, μίαν ἀχτίδα.
Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του...
«Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλὰς ἀνάστα, χαῖρε».
Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ᾿ ἡ πεθαμένη
νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στὴ μέση της δεμένη
χτυπάει ἡ σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της
ἀνοίγει μνῆμ᾿ ἀχόρταγο. Ρωτᾶ γιὰ τὰ παιδιά της...
Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται... Βγαίνει, πετᾶ στὰ ὄρη...
Λιώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβεῖ, ὅθε περάσει ἡ Κόρη.
«Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».
Οἱ χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη ἡ μέρα
εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπει στὸν αἰθέρα
μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη τ᾿ οὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη ἡ φύση
μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθεὶς ἂς μεταλάβει
ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,
ὅσοι τὴ δάφνη στὴ καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε,
ἀφορεσμένοι νἆστε.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΛΕΠΡΟΣ

μοναχός Νικηφόρος ο Λεπρός
 



Αρχιδιακόνου Διονυσίου Γκόλια,
Πηγή:
Σίμωνος Μοναχού, "Νικηφόρος ο λεπρός, της καρτερίας αθλητής λαμπρός", εκδ. "Ο Άγιος Στέφανος".

Στη σύγχρονη εποχή που ο άνθρωπος αναζητά πρότυπα για να κατευθύνει βάση αυτών και τη δική του ζωή, η Εκκλησία μας δεν παύει να προβάλλει αγίους ανθρώπους σε όλες τις εποχές, οι οποίοι βίωσαν το Ευαγγέλιο, αγωνίστηκαν να κατακτήσουν αρετές και απέδειξαν ότι η Αγιότητα είναι κατορθωτή και στην εποχή μας. Ένα λαμπρό πνευματικό αστέρι που έζησε τον περασμένο αιώνα είναι και ο μοναχός Νικηφόρος ο οποίος υπέμεινε με καρτερία την ασθένεια της λέπρας σ' όλη του τη ζωή.

Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε το 1890 στο χωριό Σηρικάρι στα Χανιά της Κρήτης. Από την παιδική ηλικία γνώρισε την ορφάνια από μάνα και πατέρα. Την ανατροφή του ανέλαβε ο παππούς του Ιωάννης.
Ο μικρός Νικόλαος, αφού έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού του, σε ηλικία δεκατριών ετών άφησε το χωριό του και πήγε στα Χανιά. Εκεί ο παππούς του τον πήγε σε ένα κουρείο όπου άρχισε να εργάζεται και να μαθαίνει την τέχνη.
Μετά από κάποιο διάστημα ανέμενε το Νικόλαο ένα δύσκολο και οδυνηρό άθλημα. Πάνω στο δέρμα του εμφανίστηκε μια μικρή κηλίδα με ένα λεπτό στεφάνι. Αυτή ήταν και η πρώτη ένδειξη της λέπρας.
Όσο κι αν θορυβήθηκε ο μικρός Νικόλαος προσπάθησε να μη γίνει αντιληπτή η ασθένειά του. Έτσι έκρυβε τα σημεία του σώματός του όπου είχαν εμφανιστεί τα σημάδια της νόσου. Εάν το μάθαιναν οι αρχές, τα επακόλουθα ήταν διωγμός, απομόνωση και εγκλεισμός στη Σπιναλόγγα .
Σε ηλικία δέκα έξι ετών, όταν τα σημάδια άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, έφυγε κρυφά με κάποιο καράβι στην Αίγυπτο. Εκεί κατευθύνθηκε στην Αλεξάνδρεια όπου βρήκε εργασία σε ένα κουρείο. Ήταν αρκετά κοινωνικός και κατάφερε να γίνει αγαπητός από όλους όσους τον γνώρισαν. Οι κληρικοί της Αλεξάνδρειας τον στήριξαν πολύ και τον βοήθησαν να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον. Μετά από επτά -οκτώ χρόνια τα σημάδια της λέπρας έγιναν ακόμη πιο εμφανή και τότε εμπιστεύθηκε το πρόβλημα του σε έναν Επίσκοπο του Πατριαρχείου, Χιακής καταγωγής. Ο Επίσκοπος τον περιέβαλε με πολύ αγάπη και απευθύνθηκε στον π. Άνθιμο, τον μετέπειτα Άγιο Άνθιμο, ο οποίος ήταν ιερέας στο λεπροκομείο της Χίου. Κατόπιν συνεννοήσεως ο Νικόλαος πήγε στη Χίο και εγκαταστάθηκε στο εκεί λεπροκομείο.
Ο π. Άνθιμος, πνευματικός του Νικολάου, τον συμβούλευε και καθοδηγούσε στην πνευματική ζωή. Ο Νικόλαος προόδευε στην πνευματική ζωή και ο γέροντάς του δύο χρόνια αργότερα, αφού τον έκρινε ώριμο για το Αγγελικό Σχήμα, τον έκειρε μοναχό δίδοντάς του το όνομα Νικηφόρος.
Ο π. Νικηφόρος πλέον έβαλε σε δεύτερη θέση την ασθένειά του και στόχο έβαλε την πρόοδό του στην πνευματική ζωή. Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή ήταν το καθημερινό του πρόγραμμα. Παρόλο που ζούσε μέσα σε νοσοκομείο και έπαιρνε πάρα πολλά φάρμακα, η διατροφή του ήταν αυστηρά μοναχική.
Στα σπιτάκια του νοσοκομείου διαβίωναν δύο-τρία άτομα μαζί. Ο π. Νικηφόρος , ως μοναχός, έμενε μόνος του και προσευχόταν πολλές ώρες κάθε νύχτα κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες, πριν τα χέρια και τα πόδια του παραμορφωθούν από τη νόσο. Τα βράδια χτυπούσε την καμπάνα του παρεκκλησίου του νοσοκομείου, επ' ονόματι του Αγίου Λαζάρου, και μαζί με άλλους ασθενείς έλεγαν το απόδειπνο και τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Τα πρωινά έψαλε τον Όρθρο και τις Κυριακές ήταν ο ψάλτης του Ναού.

Με την πάροδο του χρόνου ο π. Νικηφόρος έχασε το φως των σωματικών οφθαλμών του. Τα πνευματικά μάτια του όμως τα διατηρούσε ορθάνοιχτα. Και αυτά τα μάτια είναι που χρειάζονται περισσότερα. Τα μάτια τα αγγελικά, τα μάτια που βλέπουν το θεϊκό φως .
Στη Χίο έζησε ο π. Νικηφόρος μέχρι τα εξήντα - επτά του περίπου χρόνια όταν έκλεισε το λωβοκομείο (1957). Όλοι οι ασθενείς μεταφέρθηκαν στον αντιλεπρικό σταθμό Αγίας Βαρβάρας των Αθηνών. Εκεί ο π. Νικηφόρος βρήκε την αγάπη και τη φροντίδα από τον π. Ευμένιο, ο οποίος τον σεβόταν πολύ. Σε αντίθεση με άλλους ασθενείς δεν είχε καθόλου απαιτήσεις. Ηταν πράος και ταπεινός .
Ο π. Νικηφόρος καλλιεργούσε την αδιάλειπτη νοερά προσευχή. Οι ασθενείς του ιδρύματος ήταν χαρούμενοι που είχαν κοντά τους ένα τέτοιο θησαυρό. Τακτικά περνούσαν από το κελλάκι του και ο π. Νικηφόρος τους γέμιζε με αισιοδοξία δείχνοντας τους αγάπη και στοργή. Εκτός όμως από τους συνασθενείς του, πλήθος κόσμου συνέρεε να πάρουν την ευχή του, ανάμεσα στους οποίους αρκετοί Επίσκοποι, πρεσβύτεροι και μοναχοί.
Ας αναφέρουμε ότι είχε και έντονη πάλη με τους δαίμονες. Δεχόταν πολλές επιθέσεις και ορισμένες φορές οι συμπλοκές έφθαναν και σε σωματική πάλη. Λέγεται μάλιστα ότι είχε αποκτήσει με τη χάρη του Θεού και το προορατικό χάρισμα.
Στις 4 Ιανουαρίου του 1964 και σε ηλικία 74 ετών ο π. Νικηφόρος δέχθηκε το κάλεσμα του Ουράνιου Πατέρα για την Άνω Ιερουσαλήμ.

Μετά την εκταφή, τα ιερά λείψανά του ευωδίασαν. Μάλιστα αναφέρονται και αρκετά θαύματα. Θα κλείσουμε την αναφορά μας στον οσιότατο μοναχό π. Νικηφόρο με λόγια που απηύθυνε σε ένα νεαρό επισκέπτη του: "Είσαι νέος... πρόσεχε στη ζωή σου, παραπάνω από όλες τις απολαύσεις είναι η γαλήνη της ψυχής σου. Εγώ δεν έχω τους πειρασμούς τους δικούς σου, αλλά έχω πολλά χρόνια τώρα τους πειρασμούς της ασθενείας. Δόξα σοι ο Θεός, Εκείνος γνωρίζει γιατί επιτρέπει τους πειρασμούς".

Ας έχουμε την ευχή του.

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


γοράστηκε τ παλαιότερο χειρόγραφο εαγγέλιο τς Ερώπης

.         Ἡ Βρετανικὴ Βιβλιοθήκη ἀγόρασε γιὰ 9 ἑκατ. στερλίνες -10,9 ἑκατ. εὐρὼ- τὸ παλαιότερο ἄθικτο χειρόγραφο τῆς Εὐρώπης, ἕνα ἀντίγραφο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου στὰ Λατινικὰ τοῦ 7ου μ.χ. αἰώνα. Τὸ χειρόγραφο, ποὺ ὀνομάζεται “Εὐαγγέλιο τοῦ Ἁγίου Κάθμπερτ (Cuthbert)”, εἶχε τοποθετηθεῖ στὸν τάφο τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ, ποὺ ἔγινε ἐπίσκοπος καὶ Ἀγγλοσάξων Ἅγιος στὸ Λίντισφαρν στὸ βορειοανατολικὸ τμῆμα τῆς Βρετανίας, γύρω στὸ 698, μερικὰ χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του.
.         Τὸ χειρόγραφο ποὺ ἀνακαλύφθηκε καὶ πάλι στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ντάρχαμ (βορειοανατολικὴ Ἀγγλία) τὸ 1104, ὅπου ὁ τάφος τοῦ μοναχοῦ καὶ ἁγίου εἶχε μετακινηθεῖ, γιὰ νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Βίκινγκς, εἶναι σήμερα σὲ ἐξαιρετικὴ κατάσταση. Ἡ Βρετανικὴ Βιβλιοθήκη εἶχε ἀπευθύνει ἔκκληση στὸ κοινὸ γιὰ τὴν συγκέντρωση τῶν χρημάτων, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὸ ἀποκτήσει, καὶ περίπου τὸ ἥμισυ τῶν χρημάτων προέρχεται ἀπὸ δωρεές, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα ἀπὸ διάφορες ἑνώσεις.
.       Τὸ μικρὸ βιβλίο, στὸ μέγεθος ἑνὸς χεριοῦ, παρουσιάζει μία ἐξαιρετικὴ κατάσταση διατήρησης. Τὸ στολισμένο δερμάτινο δέσιμό του εἶναι ἄθικτο, καὶ τὸ κείμενο, πολὺ σοβαρό, εἶναι εὔκολα ἀναγνώσιμο.
.       “Μποροῦμε νὰ ἀτενίσουμε τώρα αὐτὸ τὸν μικρὸ θησαυρὸ τῆς ἀγγλοσαξωνικῆς περιόδου, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ τὸν δημιούργησαν τὸν ἕβδομο αἰώνα μποροῦσαν νὰ τὸν δοῦν», δήλωσε ἡ διευθύντρια τῆς Βρετανικῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, Λὶν Μπρίντλεϊ. “Τὸ δέσιμο εἶναι σὲ θαυμάσια κατάσταση, οἱ σελίδες, καὶ ἀκόμη καὶ οἱ ραφὲς εἶναι ἄθικτες, προσφέροντάς μας μία ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τοὺς προγόνους μας, πρὶν ἀπὸ 1.300 χρόνια”, τόνισε.
.         Τὸ χειρόγραφο βρισκόταν ὑπὸ καθεστὼς δανεισμοῦ στὴν Βρετανικὴ Βιβλιοθήκης ἀπὸ τὸ 1979. Ἀνῆκε στὸν βρετανικὸ κλάδο τῶν Ἰησουιτῶν, ποὺ τὸ ἔβγαλε πρὸς πώληση γιὰ νὰ συγκεντρώσει κεφάλαια – γιὰ τὰ ἔργα τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῆς ἀποκατάστασης. Τὸ βιβλίο ποὺ ἀποκτήθηκε σὲ συνεργασία μὲ τὸ Πανεπιστήμιο καὶ τὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ντάραμ θὰ ἐκτεθεῖ ἰσότιμα, τόσο στὴν Βρετανικὴ Βιβλιοθήκη στὸ Λονδίνο, ὅσο καὶ στὸ Ντάραμ.

῾Η Σπιναλόγκα καί ἡ λέπρα...

῾Η Σπιναλόγκα καί ἡ λέπρα...




Ακούγοντας για λέπρα, το πρώτο που ίσως μας έρθει στο νου είναι παραμορφωμένα πρόσωπα και απομόνωση των αρρώστων σε καλύβες κάπου μέσα στο δάσος, από φόβο μην "κολλήσουν" κι άλλοι. Τάδε έφη η σειρά «Το Νησί» του Mega. Τι είναι όμως η λέπρα;
Λέγεται και λώβη ή λώβα. Υπήρχε στην Αίγυπτο και στις Ινδίες το 1.500 π.Χ. Ήταν αρρώστια γνωστή στους Έλληνες και στους Άραβες.

Μεταφέρθηκε στην Ευρώπη απ' τα ρωμαϊκό στρατεύματα, ξαπλώθηκε όμως επικίνδυνα στην εποχή των σταυροφοριών, οπότε, και πολλοί ευγενείς που είχαν λέπρα ζούσαν ελεύθερα κυρίως στους Άγιους Τόπους.

Τι είναι όμως πραγματικά η λέπρα;

Η λέπρα, αλλιώς ασθένεια του Χάνσεν, είναι μια ασθένεια που προσβάλει το δέρμα και τα νεύρα που βρίσκονται σ' αυτό. Το όνομα της η ασθένεια αυτή, το πήρε από την ελληνική λέξη λεπρός που έχει σχέση με τις αλλαγές που προκαλεί η λέπρα στο ...
δέρμα των ασθενών (ξεφλουδίσματα σαν τα λέπια)

Τα νεύρα απονεκρώνονται, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να χάνουν την αίσθηση του κρύου, της ζέστης και του πόνου στο δέρμα. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, αφού ασθενείς που πάσχουν από λέπρα πολλές φορές τραυματίζονται χωρίς να το καταλάβουν (αφού δεν νιώθουν πόνο) και έτσι η πληγή κινδυνεύει να μολυνθεί εάν δεν τη φροντίσουν έγκαιρα!

Από έργα ή και βιβλία, αυτό που πιθανότατα να σας έμεινε στη μνήμη για τη λέπρα, είναι πως κάνει τους ανθρώπους άσχημους και τρομακτικούς εξωτερικά.

Ως ένα σημείο αυτό είναι αλήθεια. Το πιο έντονο χαρακτηριστικό της λέπρας είναι η αλλοίωση του δέρματος. Στα αρχικά στάδια σχηματίζονται στο δέρμα μεγάλες κηλίδες κοκκινωπού (στους "ασπρόδερμους" από μας) ή λευκού (στους "σκουρόδερμους" από μας) χρώματος. Οι ασθενείς δεν νιώθουν τίποτε στα σημεία αυτά του δέρματος.

Αν η λέπρα δεν αντιμετωπιστεί σ' αυτό το στάδιο και προχωρήσει, οι κηλίδες αυτές μπορεί να διογκωθούν και στη χειρότερη των περιπτώσεων σχηματίζονται σε όλο το δέρμα μικρoί κόμποι και διογκώσεις.

Οι διογκώσεις και τα στίγματα στο κεφάλι το κάνουν να μοιάζει με κεφάλι λιονταριού (στα λατινικά facies leonina)! Αυτό μπορείτε να το δείτε πιο πάνω στην πρώτη φωτογραφία!

Ο θάνατος δεν προκαλείται από την ίδια την ασθένεια αλλά από μολύνσεις που μπορεί να πάθει ένας ασθενής λόγω της λέπρας.

Τι την προκαλεί;

Η λέπρα προκαλείται από το μυκοβακτηρίδιο της λέπρας (mycobacterium leprae). Το βακτηρίδιο αυτό ανακαλύφτηκε από τον Γιατρό G.A.Hansen το 1873.

Το ότι το βακτηρίδιο μεταδίδεται από τον ένα άνθρωπο στον άλλο είναι γνωστό αφού παλαιότερα υπήρξαν σε διάφορες χώρες παγκόσμια, μεγάλες επιδημίες λέπρας που είχαν σαν αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων.

Το πώς αυτό το βακτηρίδιο μεταφέρεται από τον ένα άνθρωπο στον άλλο παραμένει όμως άγνωστο! Προς το παρόν οι επιστήμονες πιστεύουν πως μπορεί να μεταδοθεί όταν υπάρχει στενή και συχνή επαφή ενός ατόμου με ένα άρρωστο.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Μετά από όλες αυτές τις πληροφορίες είναι καλά να ξέρουμε κιόλας πως η λέπρα... μπορεί να θεραπευτεί! Ουφφ... (Ανακούφιση!).

Προβληματική είναι η θεραπεία της λέπρας όμως σε χώρες του τρίτου κόσμου, αφού εκεί η φαρμακευτική φροντίδα δεν είναι επαρκής και συχνά δεν υπάρχουν τα απαραίτητα αντιβιοτικά που απαιτούνται για τη θεραπεία.

Οσο για την Σπιναλόγκα..

Η Σπιναλόγκα είναι ένα μικρό νησάκι το οποίο κλείνει από τα βόρεια τον κόλπο της Ελούντας στην Επαρχία Μεραμπέλλου του νομού Λασιθίου Κρήτης. Το αρχαίο του όνομα ήταν Καλυδών αλλά μετά την κατάληψη του από τους Ενετούς ονομάστηκε Σπιναλόγκα, που σημαίνει μακρύ αγκάθι (spina lunga).Το 1905 χρησιμοποιήθηκε ως Λεπροκομείο όπου οδηγήθηκαν όλοι οι λεπροί της Κρήτης, οι οποίοι πρώτα βρίσκονταν απομονωμένοι στη «Μισκινιά», έξω από το Ηράκλειο, και ήταν εστία μολύνσεως και για τον υπόλοιπο λαό.

Κατά την περίοδο της Ιταλογερμανικής κατοχής οι κατακτητές δεν τολμούσαν να αφήσουν ελεύθερους τους λεπρούς και ήταν αναγκασμένοι να τους τροφοδοτούν οι ίδιοι, δεδομένου ότι το απέναντι χωριό Πλάκα το είχαν εκκενώσει και είχαν διώξει τους κατοίκους σε άλλα χωριά, όλη δε την παράλια περιοχή την είχαν οχυρώσει με πυροβολεία, πολυβολεία, υπόγειες στοές, ναρκοπέδια γιατί φοβούνταν απόβαση των Άγγλων σ’ εκείνο το μέρος. Ούτε ποτέ μπήκε στο νησάκι Ιταλός ή Γερμανός και γι’ αυτό λειτουργούσαν παράνομα ραδιόφωνα και ο γιατρός Διευθυντής Γραμματικάκης αντέγραφε τις ειδήσεις του Λονδίνου και του Καΐρου και τις μοίραζε ως δελτία ειδήσεων στους κατοίκους.

Τελικά το 1957 έκλεισε ιαθέντων των λεπρών με την εφεύρεση των αντιβιοτικών φαρμάκων.

enimerwsi.com

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2010/10/blog-post_7533.html#ixzz12zmJkG3G

Ο π. Νικηφόρος o λεπρός (1890 - + 4. 1. 1964) της καρτερίας αθλητής λαμπρός.

Ο π. Νικηφόρος o λεπρός (1890 - + 4. 1. 1964) της καρτερίας αθλητής λαμπρός.





Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών έφυγε από το σπίτι του, πήγε στα Χανιά κι άρχισε να εργάζεται εκεί σ’ ένα κουρείο. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό. Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφυγή τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.
 
Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου, όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).
Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).
Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.
Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Εκεί, στον Αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο οποίος είχε κι αυτός  προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον Αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Να τι αναφέρουν μεταξύ των άλλων όσοι τον γνώρισαν τότε:
Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία.
Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων.
Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα.
Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος.
Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε: «Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου.
(Από το βιβλίο «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΤΕΡΙΑΣ ΑΘΛΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ», υπό Σίμωνος μονάχου, Γ’ εκδ. «ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ», Αθήναι 2007).
«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πως προσεύχεσθε; …με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).
Σε αφιέρωμά του ο Τύπος της Κυριακής, 17/10/2010 παρουσιάζει συγκλονιστικές φωτογραφίες από τη Σπιναλόγκα. Χαρακτηριστικές και συγκινητικές είναι οι φωτογραφίες από παπάδες που πήγαιναν και διακονούσαν τους χανσενικούς-λεπρούς,τη στιγμή που εκείνοι γνώριζαν την απόρριψη ακόμα και από την ίδια τους την οικογένεια.
 Απολυτίκιον. Ήχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείον σμάραγδον ευρέ, ψυχή μου, ανιχνεύουσα εν ασθενείαις, Νικηφόρον σεμνόν και αθόρυβον· τον υπομείναντα πάθη του σώματος και ως χαράν την οδύνην δεξάμενον. Πάτερ όσιε, εκ θείου σταυρού, ως άγγελος, ελθέ και τους εν Γη νοσούντας ίασαι.
Κοντάκιον. Ήχος β΄. Τα άνω ζητών.
Εκ πόνου φυγών και της φθοράς του σώματος, ως έφιππος νυν οδεύεις προς ουράνια, Νικηφόρε όσιε, των λεπρών ακλόνητων στήριγμα, ως γαρ ναός υπέρλαμπρος Θεού εν ασθενεία το σώμα σου έλαμψεν!
Μεγαλυνάριο.
Έμψυχος εικών συ της αρετής, ομοιώθης, πάτερ, τω Ιώβ τη υπομονή, υπέμεινας θλίψεις Θεώ ευαρεστήσας, διό και μετά θάνατον ευωδίασας.

Νέα Αγιοκατάταξη: Αγιος Νικηφόρος ο Λεπρός

Νέα Αγιοκατάταξη: Αγιος Νικηφόρος ο Λεπρός

Πατριαρχεία | Δημοσίευση: 03/12/2012

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατέταξε μεταξύ των Αγίων τον Όσιο Νικηφόρο τον Λεπρό (εκοιμήθη το 1964).Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ' ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι. Τα πρώτα σημάδια της νόσου τα εμφάνισε σε ηλικία 13 ετών.
Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου, όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).
Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν.Πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου. Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά. (Ιερά Μητρόπολη Κισσάμου και Σελίνου) 



ο οσιος Νικηφορος ο Λεπρος

Ο κρυφός γελαστός άγιος τού Αιγάλεω Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης: ο άγιος φίλος των λεπρών

Αναδημοσίευση από:

http://o-nekros.blogspot.com/2010/12/blog-post_8445.html

 


Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου Κρήτης και ήταν το όγδοο παιδί μιας φτωχής & πιστής οικογένειας. Έγινε μοναχός σε ηλικία 17 χρονών, αγωνίστηκε για την καλλιέργεια της ψυχής του με αγάπη και προσευχή και δοκιμάστηκε σκληρά και από την ασθένεια της λέπρας, αλλά και αργότερα, ενώ ήταν ήδη ιερέας, από δαιμονική επιρροή, με την οποία βασανίστηκε ψυχοσωματικά και ελευθερώθηκε μετά από πολλές προσευχές, αγρυπνίες και εξορκισμούς σε μοναστήρια της Κρήτης, όπως στις μονές Κουδουμά και Παναγίας Καλυβιανής (δες παρακάτω).
Η λέπρα τον έφερε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αθηνών. Εκεί θεραπεύτηκε αλλά, βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο, αποφάσισε να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως ιερέας, για να βοηθήσει όσο μπορούσε την ανακούφιση των συνανθρώπων του! Εκεί λοιπόν "θα αρχίσει το ποιμαντικό του έργο, που μπροστά του γονατίζουν οι έχοντες θεολογικά πτυχία και εκκλησιαστικά αξιώματα".
Η αγάπη του και ο ασκητικός του αγώνας έφεραν σ' αυτόν τη χάρη του Θεού και ο ταπεινός ιερέας (λειτουργούσε στο ναό των αγίων Αναργύρων Ιατρών Κοσμά & Δαμιανού, μέσα στο Λοιμωδών) έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας -το οποίο διατηρούσε κρυφό όσο μπορούσε- και αξιώθηκε να λάβει το προορατικό χάρισμα, να ζήσει υψηλά πνευματικά βιώματα και οράματα και να βοηθήσει πάρα πολλούς ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, όχι μόνο με τις συμβουλές και την προσευχή του αλλά και με την αγιασμένη παρουσία του.
Ο Γέροντας αγαπούσε όλο τον κόσμο, κάθε άνθρωπο προσωπικά, και ήταν ένας ιδιαίτερα γελαστός άγιος - το τρανταχτό γέλιο του ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του - όπως και πολλές φορές έβγαινε από το Ιερό, κατά τη λειτουργία, με τα γένια του βρεγμένα από δάκρυα, αφού προσευχόταν για όλους τους πονεμένους και δυστυχισμένους συνανθρώπους μας και είχε προφανώς και το χάρισμα των δακρύων.
Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους, και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε… πετώντας. Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων [παράκληση ή "παρακλητικός κανόνας" = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο (οι χριστιανοί συχνά διαβάζουν παρακλήσεις στο σπίτι τους, αλλά ψάλλονται & στην εκκλησία - δες πολλά δείγματα εδώ)].
[...] «Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας [παραξενεύοντας] τους άλλους. Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθεί από ταπείνωση, να μη φανεί αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε.
Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ως την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. […]» (βλ. Σίμωνος μοναχού, π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Αθήνα 2010, 2η έκδ., σελ. 137-146).





Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».
Στο Νοσοκομείο Λοιμωδών ευτύχησε να γνωρίσει το λεπρό άγιο μοναχό Νικηφόρο, που, αν και τυφλός από την ασθένειά του, έγινε μεγάλος πνευματικός πατέρας των χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.





Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαίου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε (στην Εθιά).







H προσευχή του Γέροντα ("Και εχάρη ο Θεός")




Η μυστική ζωή του αγίου Γέροντα (=οι προσωπικοί ασκητικοί αγώνες του) δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακάτω προσευχή του, που περιλαμβάνεται, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για τη ζωή του και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων που τον γνώρισαν (και πολλές μαρτυρίες για τα αγιοπνευματικά [=θαυματουργικά] χαρίσματά του), στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 133-134

[για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώ]. Διηγείται ο μητροπολίτης Μόρφου της Κύπρου Νεόφυτος.
«Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους".
"Κι εχάρη ο Θεός", μου έλεγε. "Και μετά είπα: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους καθολικούς. Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις". Κι εχάρη ο Θεός.
"Θέλω να σώσεις και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις". Κι εχάρη πολύ ο Θεός.
Και του είπα: "Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ' αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα". Κι εχάρη ο Θεός πολύ.
Και είπα: "Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα". Και στο τέλος είπα: "Θέλω να σώσεις και τον διάβολο". Κι ελυπήθη ο Θεός".
Του λέω: "Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;". "Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί" μου απάντησε, "δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο".
"Καλά" του είπα, "πώς κατάλαβες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;". Και μου λέει: "Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται".
Δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τι εύρος είχεν η καρδία αυτού του ανθρώπου; Αυτό είναι από τα πιο δυνατά που έχω ακούσει και δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλον. Κι αυτό το καταλάβαινε από την ένταση της Χάριτος. Ανάλογα με τον βαθμό της Χάριτος αντιλαμβανόταν την λύπη ή την χαρά Του, σ' αυτό που ο ίδιος έλεγε ή έκανε».
[Χάρις: η αγαθή ενέργεια του Θεού, που εκπέμπεται σε όλα τα πλάσματα και που ανάλογα με το βαθμό, που ο άνθρωπος ανοίγεται σ' αυτήν (=την επιθυμεί και γίνεται κατάλληλος για να μπει μέσα του, καλλιεργώντας την ταπεινή αγάπη), σώζεται και γίνεται άγιος. Κατά τους αγίους Πατέρες, η Χάρις είναι "άκτιστη", δηλ. αδημιούργητη: εκπέμπεται απευθείας από το Θεό, δεν είναι δημιούργημά Του - κι έτσι, όποιος ανοίγεται και μπαίνει μέσα του η θεία Χάρις, έχει μέσα του τον Ίδιο το Θεό αυτοπροσώπως και όχι ένα δημιούργημα, ενώνεται δηλαδή με το Θεό (θέωση). Σχετικά δες εδώ & εδώ].






Αναφορά σε άλλη προσευχή του Γέροντα, με το ίδιο πνεύμα, δες και στο post μας περί αυτοκτονίας.
Η μάχη με τον εχθρό (διάβολο)




Επειδή πολλοί αναγνώστες θα θέλουν κάτι παραπάνω για το θέμα, ας αναφέρουμε επιγραμματικά λίγες πληροφορίες, προερχόμενες από το βιβλίο του π. Σίμωνα, σελ. 60-65.


Το χτύπημα του εχθρού ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας (νέος & άπειρος ιερέας ακόμη, αν και πιστός, γεμάτος αγάπη & αγωνιστής της προσευχής) έπαψε να έχει ενοχλήσεις και ένιωσε ότι "νίκησε το διάβολο" και τον γελοιοποίησε. Η στιγμή εκείνη ήταν μια εγωιστική πτώση σε παγίδα και ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή. Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: "Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα". Η ταλαιπωρία του έπαψε όχι με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, αλλά μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων και χωριανών, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.
Σημειωτέον ότι η μονή Κουδουμά (νότια νομού Ηρακλείου) είναι μία από τις πιο σημαντικές ορθόδοξες μονές της Κρήτης και πολλοί άγιοι έχουν αναδειχθεί εκεί, όπως οι άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος (κοιμήθηκαν αρχές του 20ού αιώνα), Ιωακείμ ο Νάνος, Γεννάδιος ο μετέπειτα ασκητής της Ακουμιανής Γιαλιάς (νομού Ρεθύμνης) κ.λ.π. [για Γεννάδιο και Ιωακείμ δες σχετικό βιβλίο].




Ένα ποίημα αφιερωμένο στο όσιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη



Δεν θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.
Με τους αριθμούς άλλωστε δεν τα πάω καλά.
Έχουν πολύ λογική και με κουράζουν.
Μα εκείνο που σίγουρα θυμάμαι
είναι ότι σαν ήρθε το μακάριο λείψανο στο νησί μας
μετά από διήμερο προσκύνημα στην πρωτεύουσα,
ανέβηκα στο χωριό να δω έναν Άγιο.
Δεν είναι δα και τόσο συχνό το φαινόμενο!!!
Όταν πλησίασα κοντά του,
μια λάμψη που έκαιγε κάθε δισταγμό και λογοκρατούσα συνήθεια
φάνηκε ηχηρά στο πρόσωπό του.
Όχι !!!! Δε την έβλεπα μονάχα εγώ.
Ήταν πολλοί εκεί με αναμμένα τα κεριά
και πληγωμένη την καρδιά.
Έλαμπε!!!!!!
Μα η λάμψη αυτή δεν είχε κάτι από αυτή εδώ την κτίση.
Δεν ήταν φως σε δικό μας ουρανό.
Μήτε μορφή από εκείνες που στολίζουν τους τοίχους του χώρου και του χρόνου μας.
Δεν ήταν κορνίζα, για να ξυπνάει την λήθη και την μοναξιά του χωρισμένου.
Ήταν φως εκ φωτός. Λάμψη λαμπρής κοσμημένης.
Μα πιο πολύ από όλα, εκείνο που σταμάτησε της λογικής τους ήχους,
σώπασε και ηρέμησε,
εσώτερες φωνές των απειθών λογισμών μου,
…τα πόδια τα κουρασμένα του Αγίου.
Ήταν ζεστά και μαλακά σαν την καρδιά του,
κι όμως είχαν περάσει τρεις μέρες που είχε κοιμηθεί !!!

(π. Λίβυος)