Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας από τους αιρετικούς Αρειανούς



Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας από τους αιρετικούς Αρειανούς



Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας από τους αιρετικούς Αρειανούς
ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΑΡΕΙΑΝΟΥΣ

Εν Πειραιεί 17-10-2013 
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος  εφημ. Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
 
α) Η Α΄ περίοδος των διωγμών εναντίον των Ορθοδόξων (338-363)

Το 325 μ.Χ. συνεκλήθη η Α΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια τῆς Βιθυνίας το 325 μ.Χ. επί της βασιλείας του αγίου ενδόξου θεοστέπτου βασιλέως και Ισαποστόλου Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Η Σύνοδος συνήχθη κατά του αιρετικού Αρείου, ο οποίος βλασφημούσε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα και ακολούθως δεν είναι Θεός αληθινός, αλλά κτίσμα και ποίημα. Η Σύνοδος, η οποία διήρκησε τρεισήμισι χρόνια, μάς παρέδωσε το κοινό και γνωστό απ’ όλους και ιερό Σύμβολο της Ορθοδόξου πίστεώς μας, με το οποίο ανεκήρυξε τόν Υιό και Λόγο του Θεού, Θεό αληθινό και ομοούσιο με τον Θεό Πατέρα, έχοντας δηλ. την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και επομένως την ίδια δόξα, εξουσία, κυριότητα και αϊδιότητα και όλα τα υπόλοιπα θεοπρεπή ιδιώματα της θείας φύσεως. Η ίδια Σύνοδος μάς παρέδωσε και τον καθορισμό του Πάσχα και εξέδωσε είκοσι ιερούς κανόνες.
Δυστυχώς, μετά την Σύνοδο, δεν επικράτησε ειρήνη. Ο Άρειος μετά την καταδίκη του (330) προσποιήθηκε τον Ορθόδοξο, δίνοντας γενική και αόριστη ομολογία πίστεως[1] και ο Μέγας Κωνσταντίνος διατάσσει να καταλάβει την πρότερα θέση του. Από τώρα και στο εξής αρχίζουν οι επιθέσεις κατά των Ορθοδόξων. Πρώτος συκοφαντείται και εξορίζεται ο άγιος Ευ­στάθιος Αντιοχείας[2].
Τον δρόμο της εξορίας (335-337) ακολούθησε και ο Μ. Αθανάσιος, ο οποίος διαδέχθηκε το 328 τον άγιο Αλέξανδρο στον θρόνο της Αλεξανδρείας και αρνήθηκε να δεχθεί τον Άρειο[3]. Ό μέγας στυλοβάτης και πρόμαχος της Ορθοδοξίας Αθανάσιος θα σηκώσει στους ώμους του, ιδίως σ' αύτη την περίοδο, το μεγαλύτερο βάρος του αγώνος και θα υποστεί τα πάνδεινα. Στα 45 έτη της επισκοπικής του θητείας θα εξορισθεί πέντε φο­ρές, διαμένοντας στην εξορία περισσότερο από 15 έτη!
Τον Μ. Κων/νο διαδέχθηκε στον θρόνο της Ανατολής ο υιός του Κωνστάντιος (337-361). Ο νέος αυτοκράτωρ ήταν ένθερμος υποστηρικτής της αρειανικής αιρέσεως και εγκαινίασε, επίσημα πλέον, την πρώτη πε­ρίοδο των διωγμών κατά των Ορθοδόξων.
Το 340 οι Αρειανοί καθαιρούν και πάλι τον άγιο Αθανάσιο, ο οποίος κατέφυγε στην Ρώμη. Στον θρόνο της Αλεξανδρείας επιβαίνει ο Αρειανός Γρηγόριος ο Καππαδόκης[4]. Οι Ορθόδοξοι έζησαν τότε πολύ δύσκολες στιγμές. «Η εκκλησία και το άγιο βαπτιστήριο παραδίδονται στην φωτιά… Άγιες και αγνές παρθένοι ξεγυμνώνονταν και υφίσταντο ανεπίτρεπτη μεταχείριση. Εάν μάλιστα πρόβαλλαν αντίσταση, έθεταν σε κίνδυνο και αυτή τη ζωή τους. Μοναχοί καταπατούνταν και πέθαιναν και μερικοί μεν ρίχνονταν εδώ κι εκεί, άλλοι δε φο­νεύονταν με ξίφη και ρόπαλα και άλλοι πάλι τραυματίζονταν. Πόσες δε ασέβειες και παρανομίες διαπράχθηκαν επάνω στην Αγία Τράπεζα»[5]!
Η δεύτερη εξορία του Μ. Αθανασίου έληξε το 346, εξαιτίας των ενεργειών του Κώνσταντος, αδελφού του Κωνσταντίου. Μετά τον θάνατο, όμως, του Κώνσταντος (350), ο Κωνστάντιος μένει μονοκράτορας, οι Αρειανοί κερδίζουν έδαφος και με αλλεπάλληλες Συνόδους καταφέρνουν να κατα­δικάσουν για τρίτη φορά τον Μ. Αθανάσιο.
Πράγματι, ο ‘πολύαθλος Ιώβ’ αποχωρίζεται πάλι από το ποίμνιο του. Καταφέρνει, όμως, να διαφύγει την εξορία, βρίσκοντας καταφύγιο κυρίως στην έρημο, στην οποία διέμεινε επί έξι έτη.
O ι. Θεοδώρητος περιγράφει πολύ παραστατικά τα απάνθρωπα έρ­γα του νέου επιβήτωρος του αλεξανδρινού θρόνου, του Αρειανού Γεωργίου: «Ο Γεώργιος ανάγκαζε εκείνες, που είχαν υποσχεθεί να φυλάξουν ισόβια παρθενία, όχι μόνο να αρνηθούν την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Αθανάσιο, αλλά και να αναθεματίσουν την πίστη των Πατέρων. Είχε δε συνεργό στην ωμότητά του κάποιο στρατιωτικό διοικητή Σεβαστιανό. Αυτός, αφού άναψε φωτιά στο κέντρο της πόλεως και έβαλε γύρω απ‘αυτή τις παρθένες γυμνές, τις διέταζε να αρνηθούν την πίστη τους. Οι δε παρθένες, αν και βρίσκονταν μπροστά σε πιστούς και απίστους σaν ένα φοβερό και ελεεινό θέαμα, θεωρούσαν σαν μεγίστη τιμή την ατιμία και υπέμειναν ευχάριστα τις μαστιγώσεις για χάρη της πίστεως... Άλλοτε, αφού άναψε φωτιά και έβαλε τις παρθένες να στέκονται δίπλα στις φλό­γες, τις ανάγκαζε να λένε ότι έχουν την ίδια πίστη με τον Άρειο. Επειδή, όμως, τις έβλεπε να τον νικούν και να μη νοιάζονται για την φωτιά, τις γύμνωσε και κατέκοψε τόσο πολύ τα πρόσωπά τους, ώστε μόλις αναγνωρίζονταν μετά από πολύ χρόνο. Συνέλαβε, επίσης, και σαράντα άνδρες, τους οποίους βασάνισε με πρωτοφανή τρόπο: Έκοψε στα γρήγορα ράβδους από τους φοίνικες, οι οποίοι είχαν ακόμη μέσα τους τα σουβλερά αγκάθια. Έπειτα τους έδειρε δυνατά στα οπίσθια, ώστε μερικοί να χειρουργηθούν πολλές φορές για τα αγκάθια, που έμειναν μέσα τους, άλλοι δε πάλι, που δεν άντεξαν την δοκιμασία, να πεθάνουν»[6]. Άλλοτε πάλι ο Σεβαστιανός «πολλάς αειπαρθένους εν τη εκκλησία του αγίου Θεωνά του επισκόπου βέλεσιν εφόνευσε»[7].
Ο Κωνστάντιος πέθανε το 361, ο δε νέος αυτοκράτορας Ιουλιανός επέ­τρεψε να επιστρέψουν όλοι οι εξόριστοι στις θέσεις τους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Μ. Αθανάσιος[8]. Ο Ιουλιανός προσπάθησε να επαναφέρει στο κράτος του την ειδωλολατρεία, ο σύντομος θάνατός του, όμως, ματαίωσε τα σχέδια του.                                                             
Σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο των πρώτων διωγμών των Ορθοδόξων από τους Αρειανούς (337-363) οι μοναχοί, όπως οι Μ. Αντώνιος[9], Όσιος Παχώμιος, Όσιος Θεόδωρος ο Ηγιασμένος, Όσιος Ιλαρίων[10], έγιναν συμμέτοχοι των αγώνων και των θλίψεων των πιστών για την διαφύλαξη της πίστεως των 318 αγίων και θεοφόρων Πατέρων.


β) Η Β΄ περίοδος των διωγμών των Ορθοδόξων από τον αυτοκράτορα Ουάλεντα (364-378)

Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού βασίλευσε στην Ανατολή ο Ορθόδοξος και ευσεβής Ιοβιανός, για λίγο όμως διάστημα. Ο νέος αυτοκράτορας Ουάλης ήταν σφοδρός Αρειανός και έγινε ο υπαίτιος για την έναρξη της δεύτερης περιόδου των διωγμών κατά των Ορθοδόξων. Μεταξύ των πολλών ‘κατορθωμάτων’ του ασεβούς βασιλέως αναφέρεται και το εξής: «Κάποτε ήλθαν στην Νικομήδεια, για να τον συναντήσουν, ογδόντα ιερωμένοι, ως απεσταλμένοι των Ορθοδόξων. Εκείνος τότε διέταξε να καούν όλοι, μέσα στο καράβι που τους μετέφερε»[11]! Ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος ομιλεί για το φρικτό αυτό γεγονός, λέγοντας: «Πρεσβυτέρων εμπρησμοί θαλάττιοι»[12].
Ο Ουάλης συμπεριφερόταν με απαράδεκτο τρόπο και στους μοναχούς, τους οποίους ανάγκαζε να στρατεύονται και να πηγαίνουν στον πόλεμο[13]. Ο άγιος Ιερώνυμος, που επισκέφθηκε την Νιτρία, αναφέρει, ότι ο Ουάλης απέσπασε από την έρημο 5.900 μοναχούς και τους έστειλε βίαια στο στρατό[14]. Ο Ουάλης εξόρισε, επίσης, και τον Μ. Αθανά­σιο. Μετά, όμως, από λίγους μήνες, λόγω της αντιδράσεως του λαού, τού επέτρεψε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, στην οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του (373)[15].
Αλλά, και στην Αντιόχεια η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Μετά την εξορία του αγίου Ευσταθίου (330), οι Αρειανοί κυριαρχούσαν και σε χρονικό διάστημα 30 ετών ανήλθαν στον θρόνο της επτά αρειανοί επίσκοποι! Το 360 χειροτονείται από τους Αρειανούς ως επίσκοπος της πόλεως αυτής ο άγιος Μελέτιος. Ο θείος, όμως, αυτός άνδρας ομολόγησε αμέσως την Ορθόδοξη πίστη και «την αξιέπαινον εκείνην αφήκε φωνήν: Τρία τα νοούμενα, ως ενί δε διαλεγόμεθα»[16]. Η ομολογία του αυτή είχε βέβαια ως συνέπεια να εξορισθεί αστραπιαία, ενώ τον θρόνο του κατέλαβε ο Αρειανός Ευζώιος. Όταν ο βασιλιάς Ιουλιανός, μετά από δύο περίπου έτη, επέτρεψε στον Με­λέτιο να επιστρέψει στην Αντιόχεια, η κατάσταση ήταν τραγική. Ο ιερός Μελέτιος και οι Ορθόδοξοι είχαν μία μόνο εκκλησία -κι αυτή έξω της πόλεως- ενώ ο Ευζώιος είχε στην κατοχή του όλες τις εκκλησίες[17]. Υ­πήρχε και ο Ορθόδοξος Παυλίνος, οπαδός όμως του αγίου Ευσταθίου, με μία και αυτός μόνο μικρή εκκλησία.
Στη συνέχεια, ο Μέγας Μελέτιος εξορίσθηκε δύο φορές από τον Ουά­λεντα (365-367 και 371-379)[18], ενώ τον αγώνα του τον συνεχίζουν οι πρεσ­βύτεροι Φλαβιανός και Διόδωρος (μετέπειτα επίσκοποι Αντιοχείας και Ταρσού αντίστοιχα). Τον δραματικό αγώνα των δύο αυτών Πατέρων, κα­θώς και των μοναχών Αφραάτου και Ιουλιανού για την διαποίμανση του «μικρού ποιμνίου»[19] περιγράφει παραστατικώτατα ο ι. Θεοδώρητος
Στο μεταξύ στην Αλεξάνδρεια ο διάδοχος του Μ. Αθανασίου Πέ­τρος, διώκεται γρήγορα και στον θρόνο του επιβαίνει ο αιρετικός Λούκιος. «Τότε πολλοί των ορθοδόξων ανδρών, και γυναικών παρθένων αθέως ηκίσθησαν, πολλοί δε και εν βασάνοις ετελειώθησαν»[20], «Κατήλθεν εις Αλεξάνδρειαν ο Αντιο­χείας Ευζώιος, καί παρέδωκε τω Λουκίω τας Εκκλησίας των Ορθοδόξων. Εξ ου (Ευζωΐου) δε τι κακά γεγόνασι και διωγμοί εις την Αίγυπτον και Αντιόχειαν και Καππαδοκίαν, Αισχύλος ή Σοφοκλής ίσως ετραγώδουν ικανώς τας τοιαύτας συμ­φοράς, ή οικειότερον ειπείν Ιερεμίου χρεία, ίνα θρηνήση τον κατά του Σωτήρος Χριστού άσπονδον των ασεβών πόλεμον»[21].
Στην Καππαδοκία την εποχή αυτή δεσπόζει από Ορθοδόξου πλευράς η μορφή του Μ.Βασιλείου. Ο ουρανοφάντωρ Άγιος είναι και ο ηγέτης όλης της αγωνιζομένης Ανατολής με συναρωγούς τον αδελφό του, άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον άγιο Ευσέβιο Σαμοσάτων. Στις συγκινητικές γραμμές μιας επιστολής του προς τους Ορθοδόξους επισκόπους της Δύσεως, ο πρόμαχος της Ορθοδοξίας Βασίλειος διεκτραγωδεί με τον καλύτερο τρόπο τα μεγάλα δεινά της εποχής του :
«Διωγμός μάς κατέλαβε, αδελφοί τιμιότατοι, και διωγμών ό βαρύτατος. Διότι διώκονται οι ποιμένες, για να διασκορπισθούν τα ποίμνια[22]. Και το ακόμη σκληρότερο είναι ότι, ενώ, όσοι κακοποιούνται, υπομένουν τα παθήματα με την εσωτερική βεβαιότητα του μαρτυρίου, παρά ταύτα τα πλήθη δεν τιμούν τους αθλητές της πίστεως ως μάρτυρας, επειδή το χριστιανικό όνομα ανήκει και στους διώκτες. Ένα είναι τώρα το αδίκημα, το οποίο τιμωρείται σκληρά : η ακριβής τή­ρηση των πατρικών Παραδόσεων. Γι' αυτόν και μόνο τον λόγο εξορίζονται οι ευσε­βείς από τις πατρίδες τους και οδηγούνται στις ερήμους...
...Εξορίες πρεσβυτέρων, εξορίες διακόνων, λεηλασία όλων των κληρικών. Διότι κατ’ ανάγκη ή θα ‘προσκυνήσουν την εικόνα’[23], ή θα παραδοθούν στην οδυνηρή φλόγα των μαστιγώσεων. Έπειτα, ακολουθούν στεναγμοί των λαών, συνε­χή δάκρυα είτε κατ' ιδίαν είτε δημόσια, επειδή όλοι θρηνούν αναμεταξύ τους τα παθήματά τους… Όλοι ακούγονται να θρηνούν στην πόλη, στους αγρούς, στους δρόμους, στις ερήμους. Ακούγεται μια θλιβερή φωνή, καθώς όλοι ομιλούν για τα θλιβερά γεγονότα.
Απομακρύνθηκε η χαρά και η πνευματική ευφροσύνη. Οι εορτές μας μεταβλήθη­καν σε πένθος[24], οι οίκοι των προσευχών έχουν κλείσει, τα θυσιαστήρια της πνευματικής λατρείας αργούν. Δεν γίνονται πλέον πνευματικές συναθροίσεις των Χριστιανών, δεν κηρύττουν οι δάσκαλοι, δεν γίνονται οι σωτήριες διδαχές ούτε πα­νηγύρεις ούτε νυχτερινές υμνωδίες. Δεν υπάρχει πλέον η μακαρία εκείνη αγαλλίαση των ψυχών, η οποία γεννάται στις ψυχές αυτών, που πιστεύουν στον Κύριο κατά τις λατρευτικές συνάξεις και την συμμετοχή στα πνευματικά χαρίσματα...
Στους μοναχούς της Βερροίας ο θείος Βασίλειος έγραφε: «Στέναξα, όταν άκουσα πως ξεσηκώθηκε εναντίον σας ο άγριος εκείνος διωγμός και ότι οι ‘εις κρί­σεις και μάχας νηστεύσαντες[25]’ επιτέθηκαν αμέσως μετά το Πάσχα εναντίον των σκηνωμάτων σας και παρέδωσαν στις φλόγες τους κόπους σας»[26].
Άλλοι μοναχοί, οι οποίοι αγωνίσθηκαν αυτή την περίοδο εναντίον των Αρειανών είναι οι Ὁσιος Αφραάτης, Όσιος Ιουλιανός, αββάς Μακάριος ο Αλεξανδρεύς, αββάς Μακάριος ο πολιτικός, Ὁσιος Παμβώ, Ὁσιος Ηρακλείδης, αββάς Αγάθων, αββάς Σισώης, αββάς Θεόδωρος της Φέρμης, αββάς, Ώρ, αββάς Ησαΐας, μοναχός Μωυσής, Όσιος Ισαάκιος, Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, Όσιος Σεραπίων και Όσιος Μαρκιανός[27].
Κατακλείουμε το παρόν άρθρο λέγοντας ότι κατάλοιπο της αιρέσεως του Αρειανισμού στην εποχή μας είναι η αίρεση των ψευδομαρτύρων του Ιεχωβά[28]. Χειρότερες αιρέσεις από αυτή του Ιεχωβισμού είναι οι αιρέσεις του Παπισμού, του Προτεσταντισμού και του Μονοφυστισμού. Η χειρότερη, όμως, αίρεση απ’όλες τις προηγούμενες, που μαστίζει το σύγχρονο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, είναι η παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητιστικού Οικουμενισμού[29]. Οι διωγμοί της Εκκλησίας δεν σταματούν μόνο στην εποχή του Αρειανισμού. Συνεχίζονται και σήμερα. Οι παναιρετικοί Οικουμενιστές διώκουν στην εποχή μας τους αντιοικουμενιστές[30].


[1] ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. α΄, κεφ. κστ΄, P.G. 67, 149Β.
[2] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία. κεφ. κ', P.G. 82., 968C.
[3] ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, ένθ’ ανωτ., κεφ. λε΄,  P.G. 67, 172Α.
[4] Του ιδίου, τ. β΄, κεφ. ια΄,  P.G. 67, 205Β.
[5] ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Επιστολή Εγκύκλιος, κεφ. γ', Β.Ε.Π.Ε.Σ. τ. 31, σσ. 196-197.
[6] Εγκώμιον εις τον Μ. Αθανάσιον, λόγος β', κεφ. ια', P.G. 82, 1025B-1028B.
[7] ΟΣΙΟΣ ΑΜΜΩΝΙΟΣ, Περί πολιτείας xaι βίου μερικού Παχωμίου και Θεοδώρου, § λα', Β.Ε.Π.Ε.Σ. τ. 40, σ. 97.
[8] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, ένθ' ανωτ., λόγος γ', κεφ. β', P.G. 82, 1088CD.
[9] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Ὁ Μέγας Ἀντώνιος καί ὁ σύγχρονος Οἰκουμενισμός», Θεοδρομία Θ1 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2007) 79-88, http://www.impantokratoros.gr/C9EA82EA.el.aspx
[10] Οι αγώνες των μοναχών υπέρ της Ορθοδοξίας, εκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2003, σσ. 34-44.
[11] ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΩΝΑΡΑΣ, Χρονικόν, βιβλίον ιγ', κεφ. ιστ', Ρ.G. 134, 1164Α.
[12] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Εις τον Μ. Bασίλειον… επιτάφιος, κεφ. μστ΄, P.G.36, 556C.
[13] ΜΕΛΕΤΙΟΣ Αθηνών, Εκκλησιαστική Ιστορία, αιών δ', κεφ. ιε', § θ΄.
[14] ΕΥΛΟΓΙΟΣ ΚΟΥΡΙΛΑΣ, Ιστορία του ασκητισμού,  σ. 28.
[15] ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΣ, ένθ’ανωτ., τ. δ', κεφ. ιγ', P.G.67, 497Α.
[16] ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, ένθ’ανωτ., λόγος β', κεφ. κζ', P.G.82. 1081C.
[17] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος, βιβλίο β', κεφ. ιβ΄, § α'. σ. 434.
[18] Θ.Η.Ε., τ. 8, στ. 928.
[19] Λκ. 12, 32
[20] ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ, Χρονογραφία, έτος 5863, P.G.  108, 181C.
[21] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ένθ’ανωτ., κεφ. ιδ', § β', σ. 452.
[22] Μτθ. 26, 31
[23] Δανιήλ  3, 7
[24]Αμώς 8, 10.
[25] Ησ. 58, 4
[26] Του ιδίου, Επιστολή σνστ'. P.G.32, 944Α.
[27] Οι αγώνες των μοναχών υπέρ της Ορθοδοξίας, εκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2003, σσ. 49-64.
[28] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Η Ορθόδοξος πίστις μας και οι πλάνες των Ιεχωβιτών, εκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 1996.
[29] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ, Επιστολή προς τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμον και την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος περί Οικουμενισμού 8-5-2013 και ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» και ο Οικουμενισμός. Ποια αίρεση από τις δύο είναι πιο επικίνδυνη»; Ορθόδοξος Τύπος (11-10-2013) 1, 7 http://www.impantokratoros.gr/5603F491.el.aspx)
[30] Του ιδίου, Επιστολή προς την Α.Θ.Π., τον Αρχιεπίσκοπον Κων/λεως , Νέας Ρώμης και Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαίον 27-6-2013, σσ. 44-45.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου