Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ



 
 
 

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012


Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Β'


Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων

Μέρος Β'

Πονοῦμεν διά τήν διαιώνισιν τοῦ μεγάλου ἀντιχαλκηδονίου σχίσματος, ἀλλά ταυτοχρόνως ἀγωνιοῦμεν διά τήν ὁμολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔχομεν τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. Διά τόν λόγον αὐτόν ἐμελετήσαμεν τάς εἰσηγήσεις μετά πάσης δυνατῆς προσοχῆς καί ἐγράψαμεν μέ πνεῦμα ἀγάπης ἀλλά καί εἰλικρινείας.
Ἀπεστείλαμεν δέ τάς κατωτέρω σκέψεις μας εἰς τόν Μητροπολίτην κ. Bishoy, μέ σκοπόν:
α) νά τόν ἐνημερώσωμεν περί τοῦ ὅτι, ἐπανεκτιμήσαντες τήν Χριστολογικήν συμφωνίαν τῶν Κοινῶν Δηλώσεων (1989, 1990) βάσει τῶν νεωτέρων στοιχείων πού προσεκόμισε, θεωροῦμεν ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐπιφυλακτική ἕως ἀρνητική στάσις μας ἔναντι τῆς γενομένης συμφωνίας ἦτο καί εἶναι ἀναγκαία, προκειμένου νά ἀναζητηθῇ μία Χριστολογική συμφωνία ἑδρασμένη ἐπί τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Χριστολογικῆς διδασκαλίας˙ καί
β) διά νά βοηθήσωμεν τούς Ἀντιχαλκηδονίους νά κατανοήσουν τί ἐπιπλέον πρέπει νά κάνουν, ὥστε νά ἐπανακάμψουν εἰς τήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν Πίστιν.
Διά τῶν θέσεων αὐτῶν δέν προκαταλαμβάνομεν τήν συνοδικήν ἐν τέλει ἀπόφανσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δίδοντες μαρτυρίαν περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος πιστεύομεν ὅτι βοηθοῦμεν εἰς τήν διαμόρφωσιν μιᾶς δογματικῶς πληρεστέρας εἰκόνος περί τῆς Χριστολογίας τῶν Ἀντιχαλκηδονίων. Ὡς προϊόν τῆς μελέτης μας παραθέτομεν λοιπόν τά ἑξῆς:
1) Ἡ 9η παράγραφος τῆς Β΄ Κοινῆς Δηλώσεως (1990), ἡ ὁποία συνοψίζει τήν ἐπιτευχθεῖσαν συμφωνίαν Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, ἐκφράζει ἐκκλησιολογίαν ἀνοίκειον πρός τήν Ὀρθόδοξον. Τονίζουσα τήν ταυτόχρονον πιστότητα ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν εἰς τήν ἀποστολικήν πίστιν καί παράδοσιν, ἡ παράγραφος λέγει ἐπί λέξει:
«Ὑπό τό φῶς τῆς ἡμετέρας Κοινῆς Δηλώσεως ἐπί τῆς Χριστολογίας ὡς καί τῶν ἀνωτέρω κοινῶν θέσεων, κατενοήσαμεν τώρα σαφῶς ὅτι ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστῶς τήν αὐτήν αὐθεντικήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν καί τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως, καίτοι ἐχρησιμοποιήσαμεν χριστολογικούς ὅρους κατά διάφορον τρόπον. Ἡ κοινή αὕτη πίστις καί συνεχής πιστότης πρός τήν ἀποστολικήν παράδοσιν δέον ὅπως καταστῇ ἡ βάσις τῆς ἡμετέρας ἑνότητος καί κοινωνίας».

Συνεπεῖς πρός τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν, πιστεύομεν ὅτι μόνον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξεν ἀκαινοτόμητον τήν ἀποστολικήν Πίστιν καί Παράδοσιν. Διά τοῦτο μόνη αὐτή ἀποτελεῖ τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου. Αἱ λοιπαί Χριστιανικαί Ἐκκλησίαι καί Ὁμολογίαι διά τάς καινοτομίας περί τήν Πίστιν ἔπαυσαν νά ἀποτελοῦν συνέχειαν τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Κατά τήν διαχρονικήν Πίστιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι διδάσκαλοι εὑρέθησαν ἐκτός Ἐκκλησίας. Εἶναι γνωσταί αἱ σχετικαί ἀποφάνσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ θεολογικαί πραγματεῖαι τῶν ἁγίων Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἡ Συνοδική ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, τό Συνοδικόν τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδο-ξίας, αἱ ἀναφοραί τῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνολογίας κ.ἄ.

Δέν διανοούμεθα νά ἀνταποκριθῶμεν εἰς τό αἴτημα τῆς ἑνώσεως μέ τήν δογματικήν ‛εὐελιξίαν’ τῆς παπικῆς ἐγκυκλίου Ut Unum Sint (1995), κατά τήν ὁποίαν ὁ Πάπας τῆς Ρώμης δύναται νά διακηρύττῃ τήν αὐτήν πίστιν εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν τόσον μετά τῶν Κοπτῶν ὅσον καί μετά Νεστοριανῶν!2
Ἡ υἱοθέτησις μιᾶς τοιαύτης ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς, συνήθους εἰς τήν σημερινήν ἐποχήν τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπονομεύει τήν συνείδησιν ἡμῶν ὅτι ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία διασώζεται ἀποκλειστικῶς εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

Διερωτώμεθα σχετικῶς: πῶς θά διατηρηθῇ ἡ ἑνότης, δεδομένου ὅτι θά ὑπάρξουν θεολόγοι καί κληρικοί τῶν ἀντιχαλκηδονίων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι θά διαφωνήσουν μέ τήν ἐκκλησιολογίαν πού ἐκφράζει ἡ 9η παράγραφος τῆς Β΄ Κοινῆς Δηλώσεως;
Ἤδη ἔχομεν ἐγκύρως πληροφορηθῆ διά τήν ἄρνησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Αἰθιοπίας νά ἀποδεχθῇ τήν πρότασιν δι’ ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων, τά ὁποῖα αἱ ἀντιχαλκηδόνιοι Σύνοδοι εἶχον ἐπιβάλει κατά τῶν ἡμετέρων ἁγίων καί διδασκάλων.

2) Ὑπό τήν προοπτικήν τῆς προηγουμένης παραγράφου ἐκθέτομεν τούς λόγους, διά τούς ὁποίους θεωροῦμεν ὅτι αἱ κοιναί Δηλώσεις συγκαλύπτουν τήν ὑφισταμένην δογματικήν διαφοράν καί ἑπομένως πιστεύομεν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη, ὡς ἤδη ἔχει προταθῆ ὑπό Ὀρθοδόξων θεολόγων3, ἡ ἐπαναξιολόγησις τῆς γενομένης Χριστολογικῆς συμφωνίας.
Κατ’ ἀρχήν, εἰς τήν συζήτησιν τῆς 1ης Ἰουνίου ὑπεστηρίχθη ὑπό τοῦ Μητροπολίτου ὅτι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἀποδέχονται τήν διδασκαλίαν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ καί Ζ΄, καθότι εἰς τήν Χριστολογίαν δέν διαφοροποιοῦνται ἀπό ἡμᾶς, ἀλλά διαφωνοῦν μόνον διά τάς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι κατεδίκασαν τούς ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους. Συγκεκριμένως ὑπεστηρίχθη ὅτι ἀποδέχονται τήν ὁμολογίαν δύο φύσεων ἐν Χριστῷ, ὡς ἡ Δ΄ Οἰκουμενική˙ τάς διευκρινήσεις τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς περί τῶν δύο φύσεων˙ τήν ὁμολογίαν δύο φυσικῶν ἐνεργειῶν καί θελημάτων ἐν Χριστῷ, ὡς ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική˙ καί τήν τιμητικήν προσκύνησιν τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ὡς ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική.
Καθ’ ἡμᾶς, πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπάρχει ἄρρηκτος δογματική ἑνότης μεταξύ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὡς νά πρόκειται περί μιᾶς συνόδου, ἡ δογματική διδασκαλία μιᾶς Συνόδου καί ἡ καταδίκη τῶν προσώπων πού ἀρνοῦνται τήν συγκεκριμένην διδα-σκαλίαν δέν νοοῦνται κεχωρισμένως. Τοῦτο σημαίνει ὅτι, ἀποδεχό-μενοι τήν δογματικήν διδασκαλίαν τῶν ἀνωτέρω τεσσάρων Οἰκου-μενικῶν Συνόδων, ἀναγνωρίζομεν ὅτι καί οἱ ὑπ’ αὐτῶν καταδικασθέντες διδάσκαλοι καί αἱ καταδικασθεῖσαι σύνοδοι εἶχον ἐκπέσει τῆς Ὀρθοδοξίας καί διά τοῦτο κατεδικάσθησαν.
Ἐάν λοιπόν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἀποδέχονται μεθ’ ἡμῶν τήν διδασκαλίαν τῆς Δ΄, σημαίνει ὅτι καταδικάζουν τόν ἐπίσκοπον Ἀλεξανδρείας Διόσκορον, ἐπειδή ἠρνεῖτο τήν ὁμολογίαν δύο φύσεων ἐν Χριστῷ. Ἐφ’ ὅσον ἀποδέχονται τήν διδασκαλίαν τῆς ΣΤ΄, σημαίνει ὅτι καταδι-κάζουν τόν Σεβῆρον Ἀντιοχείας, ἐπειδή ἐκεῖνος ἠρνεῖτο νά ὁμολογήσῃ δύο ἐνεργείας καί δύο θελήματα ἐν Χριστῷ. Ἀλλά καί ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, τήν ὁποίαν λέγουν ὅτι ἀριδήλως ἀποδέχονται, ἐπειδή δέν ἔχει καταδικάσει ὀνομαστί τούς ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους, διά τῆς Ψήφου της καταδικάζει καί ἀναθεματίζει ὅσους παραδίδουν ἤ διδάσκουν ἤ γράφουν ἀντίθετα πρός τήν ὁμολογίαν της, ὁμολογίαν ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ὑπό τῆς αὐτῆς Συνόδου σύμφωνος πρός τήν θείαν Γραφήν, τήν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Πατέρων καί τάς ἀποφάσεις τῶν προγενεστέρων τεσσάρων ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων (βλ. ἀκροτελεύτιον παράγραφον τῆς Ψήφου).

Ἐπίσης ἡ αὐτή Ε΄ Οἰκουμενική μαρτυρεῖ δι’ ἑαυτήν: «Ὁμολογοῦμεν ἀκόμη, ὅτι ὅλους τούς κατά διαφόρους ἐποχάς κα-ταδικασθέντας ἤ ἀναθεματισθέντας ὑπό τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ὡς ἄνω τεσσάρων Συνόδων, καί ἡμεῖς ἔχομεν καταδεδικα-σμένους καί ἀναθεματισμένους» καί πάλιν: «ὅσους δέν δέχονται αὐτάς, θεωροῦμεν ἀποξενωμένους ἀπό τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν» (Πρᾶξις Η΄, παράγρ. 7 καί 27)4. Τέλος, ἐφ’ ὅσον ἀποδέχονται τήν διδασκαλίαν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, σημαίνει ὅτι δύνανται συμφώνως πρός τόν α΄ Κανόνα αὐτῆς νά καταδικάσουν τούς ὑπό τῶν προγενε-στέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων κατακριθέντας.
Ἡ ἄποψις ὅτι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι δέν ἀποδέχονται τάς μετά τήν Γ΄ Οἰκουμενικάς Συνόδους, ἐπειδή αὗται ἔχουν ἐπιβάλει καταδίκας εἰς τούς ἁγίους καί διδασκάλους των καί ὄχι ἐπειδή ἔχουν αἱρετικήν διδασκαλίαν, ἀποτελεῖ σημαντικόν θετικόν βῆμα ἐκ μέρους των πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, δεδομένου ὅτι κατά τό παρελθόν πλεῖσται ὅσαι συνοδικαί ἀποφάσεις τῶν ἀντιχαλκηδονίων Ἐκκλησιῶν ἔχουν χαρακτηρίσει τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς νεστοριανήν.

Ἀπομένει ἐν τούτοις νά κάνουν τά ὁριστικά βήματα. Ἀπό δογματικῆς ἐπόψεως νά κατανοήσουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Χριστολογική διδασκαλία, ὄχι μόνον δέν εἶναι νεστοριανή, ἀλλά εἶναι ἡ μόνη ὀρθή καί πιστή εἰς τήν διδασκαλίαν τῶν προηγηθεισῶν τριῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἰς τήν προοπτικήν αὐτήν ἀναμένεται νά ὡριμάσῃ παρ’ αὐτοῖς καί ἡ βεβαιότης ὅτι αἱ καταδίκαι, τάς ὁποίας αἱ ἡμέτεραι Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐπέβαλον κατά τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων, πρέπει νά γίνουν καί ὑπ’ αὐτῶν ἀποδεκταί.
____________________________________________________________________________

Ὑποσημειώσεις

2 Εἰς τό κεφάλαιον Σχέσεις μέ τίς Ἀρχαῖες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἡ παπική ἐγκύκλιος διαλαμβάνει τά ἀκόλουθα περί τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος: «Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χριστολογικό θέμα, μπορέσαμε νά διακηρύξουμε μαζί μέ τούς Πατριάρχες ὁρισμένων ἀπό τίς Ἐκκλησίες αὐτές τήν κοινή μας πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀληθινό Θεό καί ἀληθινό ἄνθρωπο.
Ὁ ἀείμνηστος Πάπας Παῦλος Στ΄ ὑπέγραψε δηλώσεις σ’ αὐτό τό θέμα μέ τήν Αὐτοῦ Ἁγιότητα Σενούντα Γ΄, Πάπα καί Πατριάρχη τῆς Κοπτικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μέ τόν Συρο-Ορθόδοξο Πατριάρχη Ἀντιοχείας, τήν Αὐτοῦ Ἁγιότητα Ἰάκωβο Γ΄.
Ἐγώ ὁ ἴδιος μπόρεσα νά ἐπικυρώσω τή χριστολογική αὐτή συμφωνία καί νά ἐξαγάγω τίς συνέπειες ... Μέ τόν σεβάσμιο Πατριάρχη τῆς Αἰθιοπικῆς Ἐκκλησίας Ἀμπούνα Παῦλο, ὁ ὁποῖος μέ ἐπισκέφτηκε στή Ρώμη, στίς 11 Ἰουνίου 1993, ὑπογραμμίσαμε τή βαθειά κοινωνία πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας: “Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τήν πίστη πού παρελάβαμε ἀπό τούς Ἀποστόλους, τά αὐτά μυστήρια καί τό ἴδιο ἱερατικό λειτούργημα ριζωμένο στήν ἀποστολική διαδοχή [...]
Σήμερα, πράγματι, μποροῦμε νά διακηρύξουμε ὅτι ἔχουμε τήν ἴδια πίστη στόν Χριστό, ἐνῶ γιά μακρό χρόνο ἡ πίστη αὐτή ἦταν αἰτία διαίρεσης μεταξύ μας”.
Πρόσφατα ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε τή μεγάλη χαρά νά ὑπογράψω μία κοινή χριστολογική δήλωση μέ τόν ἀσσύριο Πατριάρχη τῆς Ἀνατολῆς, Ἁγιώτατο Μάρ Ντίκχα Δ΄, πού θέλησε γιά τό λόγο αὐτό νά μέ ἐπισκεφτεῖ στή Ρώμη, τό Νοέμβριο 1994. Ἔχοντας ὑπόψη τίς διαφοροποιημένες θεολογικές διατυπώσεις, μπορέσαμε νά ὁμολογήσουμε μαζί τήν ἀληθινή πίστη στόν Χριστό» (Ἔκδ. Βατικανοῦ, στήν ἑλληνική).

3 Ἀνδρ. Ν. Παπαβασιλείου, Ὁ θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, Λευκωσία 2000, σελ. 282 καί Jean-Claude Larchet, Τό Χριστολογικό πρόβλημα. Περί τῆς μελετωμένης ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν μή χαλκηδονίων ἐκκλησιῶν: ἐκκρεμοῦντα θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά προβλήματα, ἐν περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τόμ. 74, τεῦχ. 1ον (Ἀθῆναι 2003), σελ. 207-208.

4. Βλ. Μελετίου Μητροπ. Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος, Ἀθῆναι 1985.

_____________________
Τέλος Β΄ Μέρους


Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου